Legislator Case Law & Legislation
481/2024 AI generated

481/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 481/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-8-2020 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

481/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Keywords

AI generated
geographic scope of the infringement upzoning boundary of real property territorial scope of the Treaties building easement land law
AI generated
1171/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 188/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2007 αίτησή του και με τους από 29-7-2009 πρόσθετους λόγους.
612/2014
Δίκαιο διέπον τους Εκκλησιαστικούς Ναούς κατά την Τουρκοκρατία.
845/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1996/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
910/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 481 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 481/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Χ. και της της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Αποστολάκη, που ανακάλεσε την από 14-3-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ", που εδρεύει στις Β… Αποκορώνου, κατόχου του ΑΦΜ ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος με βάση τις διατάξεις του ν. 3852/2010 υπεισήλθε στη θέση του αρχικώς ενάγοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥΠΟΛΗΣ" με έδρα την Γ….., Αποκορώνου Χ…, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Νικολούδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Μ. του Ι., κατοίκου Ε… Αποκορώνου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 26/2023,ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπονται ή δε μετέχουν προσηκόντως της συζήτησης ορισμένοι εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας,(άρθρο 74 ΚΠολΔ), όπως συμβαίνει επί διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 1091/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 41/2019) η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 929/2023, ΑΠ1308/2022, ΑΠ 1669/2022,1019/2021, ΑΠ 922/2020, 536/2020, ΑΠ 415/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό 2036Β/22.1.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων, Ε. Ε.. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 26.1.2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Ελευθερία Δασκαλάκη, πληρεξούσια δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσίβλητου, η οποία τον εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη συνεδρίαση της 26ης.1. 2002 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας της περιοχής της Αττικής με την ΚΥΑ 14914/2022 (ΦΕΚ 189 Β/25.01.2022, και μετά σχετική πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, ως νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, με γνωστοποίηση και ανάρτηση της πράξης στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon gov.gr.) στο site του Αρείου Πάγου www areios pagos gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal olomeleia.gr και ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο γίνεται από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Νέα κλήση των αναιρεσιβλήτων για την εμφάνισή τους στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4γ, δ ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 84/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 120/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ίδιου , κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων .Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, αδιακρίτως.

Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση των οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως εθνική ή επαρχιακή.

Η απόκτηση όμως του ιδιαίτερου γνωρίσματος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών.

Από καμιά διάταξη της κείμενης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής , δεν έχει καμία νομική σημασία, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.

Επί του ζητήματος του χαρακτήρα μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής αποφαίνονται τα δικαστήρια. Οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013).

Μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα , μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 αυτού, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (exception doli generalis) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου.

II. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1979/2020, ΑΠ 1103/2011).Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Επίσης, η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή , μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1618//2023, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Αμφότεροι οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήπουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ , γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 540/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 84/2020 αποφάσεώς του, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιον του, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του με αριθμό …/14.9.81 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Χανίων Κωνσταντίνος Μετζιδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα...

ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου, που βρίσκεται στον οικισμό Ε… του δ.δ. Κ. Α. του Δήμου Γεωργιούπολης Αποκορώνου Χανίων, στη θέση "Σ…", εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης, 2 στρεμμάτων περίπου, μετά των εν αυτώ έντεκα ελαιοδέντρων, το οποίο, κατά τον ως άνω τίτλο, συνορεύει με κτήματα Α.

συζύγου Α. Ν., κληρονόμων Α. Μ. και με δρόμο από τις λοιπές πλευρές. Το ακίνητο αυτό απέκτησε ο δικαιοπάροχος - δωρητής πατέρας του ενάγοντα, δυνάμει του υπ'αριθμό …/1959 συμβολαίου πώλησης του τέως συμβολαιογράφου Βάμου Αρτεμίου Κουκλάκη, στο οποίο το ακίνητο περιγράφεται ομοίως. Ο οικισμός Ε…, ήδη από το έτος 1900 περίπου συνδεόταν με την Κοινότητα Γεωργιούπολης με τον κοινοτικό δρόμο "Τ…", ο οποίος ξεκινάει από την πλατεία του οικισμού Ε… και καταλήγει στη Γεωργιούπολη.

Ο παραπάνω κοινοτικός δρόμος σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από την πλατεία, τέμνεται από δύο αγροτικούς δρόμους, από τους οποίους ο πρώτος που έχει πλάτος 1,20 μ., οδηγούσε στην περιοχή "Π…." και ο δεύτερος που έχει πλάτος 1,30 μ., οδηγεί προς την αγροτική περιοχή "Σ….". Ο δρόμος προς "Σ…." συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Μ.

και νότια και δυτικά με ιδιοκτησία Μ.. Σύμφωνα με το από Απριλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ., η επίδικη εδαφολωρίδα, εμβαδού 337,81 τμ. ενσωματώνεται στο ακίνητο του ενάγοντος, το οποίο, ως εκ τούτου φέρεται να έχει συνολικό εμβαδό 2.700,11 τ.μ. (το οποίο απέχει πολύ από τα δύο περίπου στρέμματα του τίτλου κτήσης).

Σύμφωνα με αυτό, το ακίνητο συνορεύει νότια και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ν., βορειοδυτικά σε πλευρά ΚΙ-ΛΙ-ΜΙ-ΝΙ-Α-Β-Γ-Δ μήκους (12,27 + 8,52 + 11,58 + 4,56 + 3,39 + 1,66 + 4,49 =) 46,47 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ. και σε πλευρά Δ-Ε-Ζ- Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ μήκους (2,00 + 4,62 + 2,39 + 0,29 + 0,37 + 4,82 + 3,86 + 3,71 + 4,23 + 2,06 + 2,35 = ) 30,70 μ., με την επίδικη εδαφολωρίδα, εμβαδού 337,81 τ.μ.

Επομένως, οι "λοιπές πλευρές", με τις οποίες κατά τον τίτλο κτήσης το ως άνω ακίνητο συνορεύει με δρόμο, είναι η ανατολική και μέρος της βορειοδυτικής πλευράς αυτού. Πράγματι, σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του, το ακίνητο εφάπτεται με το δρόμο "Τ.", που διασταυρώνεται σε οξεία γωνία με την επίδικη εδαφολωρίδα, που έχει σχήμα καμπύλης, είναι επικλινής και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντα και βορειοανατολικά με δρόμο. Το έτος 1982, ο ενάγων ανήγειρε διώροφη οικοδομή επί του ως άνω ακινήτου του. Από το σκαρίφημα που επισυνάπτεται στην υπ'αριθμό …/1982 άδεια της Νομαρχίας Χανίων, προκύπτει ότι, η έκταση του ακινήτου του ενάγοντα είναι 2.303,125 τ.μ. (η οποία συνάδει με το εμβαδόν των "δύο στρεμμάτων περίπου", που αναφέρεται στον ως άνω τίτλο κτήσης) και ότι, η βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, συνορεύει με την επίδικη εδαφολωρίδα, η οποία αποτυπώνεται ως "αγροτική διάβαση", που τέμνεται με την κοινοτική οδό προς Γεωργιούπολη.

Ακόμη, στο από 12.8.82 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα - μηχανικού Ζ. Σ., που συντάχθηκε κατ'εντολή του ενάγοντα, απεικονίζεται αγροτική διάβαση στη βόρεια πλευρά του ακινήτου, η οποία συνεχίζει και βορειοδυτικά. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, η αποτύπωση της αγροτικής διάβασης στο εν λόγω σχεδιάγραμμα έγινε καθ'υπόδειξη των γειτόνων του, καθόσον τη συγκεκριμένη ημέρα ο ίδιος απουσίαζε στην Αθήνα.

Όμως, ακόμα και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός αυτός, εν τούτοις η δίοδος, που αποτύπωσε η μηχανικός, ήταν εμφανής και ορατή και επομένως έγινε αντιληπτή από τη μηχανικό, χωρίς υποδείξεις από τρίτα άτομα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το ακίνητο του ενάγοντα, στη βόρεια πλευρά του συνορεύει με ανώμαλο δρομάκι, που οδηγεί στην περιοχή "Σ.", το οποίο χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι ιδιοκτήτες των ευρισκόμενων στην περιοχή εκείνη αγροτικών ακινήτων και συγκεκριμένα οι οικογένειες Λ., Φ.

και Δ. προκειμένου να μεταβούν στα ακίνητά τους, στα οποία υπάρχουν ελιές 300 ετών, είτε πεζοί, είτε με ζώα. Άλλος αγροτικός δρόμος, που να συνδέει τα ακίνητα των παραπάνω με τον κοινοτικό δρόμο "Τ.", που ξεκινάει από την πλατεία του οικισμού της Ε., δεν υπήρχε. Επομένως, το παραπάνω μονοπάτι από αμνημονεύτων χρόνων, δηλαδή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 80 ετών πριν από τη εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946) αποτελούσε το μοναδικό τρόπο πρόσβασης στα παραπάνω ακίνητα και, επομένως, έλαβε το χαρακτήρα του κοινόχρηστου...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά την έκδοση της ως άνω οικοδομικής άδειας και συγκεκριμένα την άνοιξη του 1989, ο ενάγων, κατά τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου και των ορίων του ακινήτου του, άρχισε να καταλαμβάνει τμήμα της κοινοτικής οδού "Τ." (κάθετης με την επίδικη), κατά μήκος του ακινήτου του, σε πλάτος 3 έως 4 μέτρων, κτίζοντας πέτρινο τοίχο, μέχρι τον αγροτικό δρόμο "Σ.", με αποτέλεσμα να εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της περιοχής στους προαναφερόμενους δρόμους.

Για το λόγο αυτό η κοινότητα Κ. Α. άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων την από 5.5.89 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι, τα τμήματα του κοινοτικού δρόμου "Τ." και του αγροτικού δρόμου "Σ.", που έχει παράνομα και αυθαίρετα καταλάβει ο καθ' ου μπροστά από το σπίτι του, δεν ανήκουν στον καθ'ου, να αναγνωριστεί η αιτούσα προσωρινή νομέας των παραπάνω τμημάτων και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να σταματήσει κάθε παράνομη διατάραξη της νομής του στα παραπάνω τμήματα και να άρει κάθε κατασκεύασμα από τα επίδικα.

Στα πλαίσια της αίτησης αυτής, συντάχθηκε το από 23.5.1989 σχεδιάγραμμα του ανθυπαστυνόμου Κ. Μ., στο οποίο, κατά το μέρος που αφορά στην επίδικη εδαφολωρίδα, αποτυπώνεται συρματόπλεγμα με σιδερένια και ξύλινα στηρίγματα, υποδηλώνοντας, με τον τρόπο αυτό, την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και διαχωρίζοντάς την από τα επίδικα τμήματα που είχαν αφεθεί στη δημόσια χρήση, όπως η επίδικη εδαφολωρίδα.

Επίσης στην ίδια ευθεία με τον πέτρινο τοίχο, υπάρχει ξύλινη πόρτα με πλέγμα, ώστε να καθίσταται δυνατή η άμεση έξοδος προς την επίδικη οδό από τη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου. Στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα, σε απόσταση 2,80 μ., απέναντι από τον ως άνω πέτρινο τοίχο, αποτυπώνεται έτερος πέτρινος τοίχος, προστατευτικός της ιδιοκτησίας του α' εναγομένου, ύψους 3-4 μ.

περίπου. Οι παραπάνω πέτρινοι τοίχοι μαρτυρούν όχι προσωρινή διαμόρφωση της περιοχής, ήτοι διαχωρισμό ιδιωτικής έκτασης από δημόσια, από την οποία μπορεί να διέρχεται αόριστος αριθμός ατόμων. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον από μηνός Μαίου 1989 χάρτη ορίων οικισμού Ε. της Διεύθυνσης Χωροταξίας του Υπουργείου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθώς και από το υπ' αριθμό 9510/3 φύλλο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, όπου διακρίνεται μία διάβαση με διακεκομμένη μαύρη γραμμή σε όλο το μήκος της νότιας και νοτιοδυτικής πλευράς του βραχώδους υψιπέδου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 17/1989 απόφαση , με την οποία ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χανίων, αναγνωρίζει την ύπαρξη δύο αγροτικών δρόμων, οι οποίοι ξεκινούν μαζί, ο ένας αποκλίνει και ο άλλος υπέρκειται του άλλου, και ο μεν πρώτος οδηγεί στη συνοικία Π., ο δε δεύτερος στην αγροτική περιοχή Σ., στη συμβολή δε αυτών με τον δρόμο Τ., ο νυν ενάγων και τότε καθ'ου, ξεκίνησε περίπου ένα έτος πριν τη συζήτηση της αίτησης να διαμορφώνει το γύρω χώρο, επεκτείνοντας τις εργασίες του και πέραν του τοιχίου και καταλαμβάνοντας αυθαίρετα τμήματα των κοινοτικών δρόμων που δεν ανήκουν στην ιδιοκτησία του, τα οποία συμπεριέλαβε στους διαμορφωμένους περίγυρους του σπιτιού του, εμποδίζοντας, έτσι, την ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της περιοχής στους προαναφερόμενους δρόμους.

Επίσης, με την απόφαση αυτή απαγορεύτηκαν οι διακατοχικές πράξεις επί της επίδικης έκτασης, μέχρι την επίλυση της διαφοράς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Παρόλα αυτά, μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, ο ενάγων συνέχισε τις εργασίες του και συγκεκριμένα κατέλαβε το επίδικο τμήμα, έβαλε πέτρινο τοιχίο, έκοψε το κυπαρίσσι που υπήρχε στο δρόμο και φύτεψε μουρνιές, προκειμένου να ενσωματώσει την επίδικη εδαφολωρίδα στην ιδιοκτησία του (βλ.

και τις από 10.3.11 και 8.4.11 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων .... ενώπιον της πταισματοδίκη Χανίων, οι οποίοι επιβεβαιώνουν την κατάληψη της επίδικης εδαφολωρίδας). Ακόμη, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντα, εκδόθηκε η υπ'αριθμό …/2003 απόφαση του Δήμου Γεωργιούπολης, με την οποία αποφασίστηκε η κατασκευή τοιχίου αντιστήριξης, όπως είχε αποφασιστεί και με την υπ' αριθμό …απόφαση του ίδιου Δήμου, με δαπάνες του Δήμου και με την προϋπόθεση να μην κλείσει καμία διάβαση από την κατασκευή αυτή.

Οι ενόρκως εξετασθέντες μάρτυρες απόδειξης, προσπαθούν να αποδώσουν στην υπό κρίση διαφορά πολιτική χροιά, ισχυριζόμενοι ότι, ο β' εναγόμενος είχε τη συμπαράσταση του θείου του και τότε δημάρχου Φ. Μ., πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αφ' ενός δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, αφ' ετέρου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση.

Ακόμη η κρίση ότι, η επίδικη εδαφολωρίδα ουδέποτε αποτελούσε ιδιωτικό μονοπάτι ενισχύεται και από την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του β' εναγομένου για αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος, κατ'άρθρο 23 παρ. 1 A.M. 1539 38 σύμφωνα με την οποία αποδόθηκε σε αυτήν κοινόχρηστος χαρακτήρας. Για την πράξη αυτή εν τέλει ο β' εναγόμενος αθωώθηκε δυνάμει της υπ'αριθμό 18712019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, όχι όμως λόγω του χαρακτήρα της επίδικης εδαφολωρίδας ως ιδιωτικής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων , αλλά λόγω μη κατάληψης αυτής από τον κατηγορούμενο - β' εναγόμενο.

Η κρίση αυτή εναρμονίζεται και από την από 1.12.14 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Κ., με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, σύμφωνα με την οποία ο παραπάνω μηχανικός, κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας, και αφού έλαβε υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, απόσπασμα χάρτη ορίων οικισμού Ε. και το υπ' αριθμό 95103 φύλλο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, διαπίστωσε ότι, στο συγκεκριμένο σημείο στη θέση "Σ.", υπήρχε και απεικονιζόταν ανέκαθεν δημόσια κοινόχρηστη διάβαση η οποία απλά με το πέρασμα των ετών και την αχρησία έχει καταστεί δύσβατη.

Και τούτο διότι, παρόλο που η επίδικη εδαφολωρίδα παρουσιάζει σημάδια εγκατάλειψης, κατά τόπους, εν τούτοις υπάρχουν εμφανέστατα παλιά όρια και σημάδια διέλευσης πεζών και όνων, αφού το έδαφος καθ' όλο το μήκος της διάβασης, παρατηρήθηκε συμπυκνωμένο και πατημένο, προφανώς λόγω έντονων διελεύσεων στο παρελθόν.

Επίσης, κατά την αυτοψία διαπιστώθηκαν ίχνη ξερολιθιάς κατά μήκος της εξωτερικής παρειάς της διάβασης, που την οριοθετούν από τις όμορες ιδιοκτησίες, η γεωμορφολογία δε του σημείου, μαρτυρά την ύπαρξη αγροτικής διάβασης, αφού κατά μήκος αυτής φύονται αλλεπάλληλοι ελαιώνες διαφορετικών ιδιοκτητών, επί το πλείστον εγκαταλελειμμένοι, ορισμένοι εκ των οποίων, όμως δεν έχουν πρόσβαση από άλλο δρόμο, παρά μόνο από το συγκεκριμένο.

Ακόμη στο από 10.6.11 σχέδιο αποτύπωσης διάβασης και περιβάλλοντος χώρου ιδιοκτησίας Μ. Α., που συνέταξε ο πολιτικός Μηχανικός Θ. Δ., το επίδικο τμήμα απεικονίζεται ως τμήμα κοινόχρηστου δρόμου, στο δε από 11.8.11 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου , αποτυπώνεται η ιδιοκτησία της Α. Δ., εξυπηρετούμενη από την επίδικη παλιά μη διαμορφωμένη διάβαση, πλάτους 2,50 - 3,00 μ., τμήμα της οποίας αποτελεί και η επίδικη εδαφολωρίδα .

Εξάλλου, στις από 2.6.89 και 19.6.89 ένορκες καταθέσεις τους ως μάρτυρες ενώπιον του Α. Σ. Γεωργιούπολης, τις οποίες ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει, οι Γ. Δ., Α. Π. και Κ.//νος Σ. επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της επίδικης εδαφολωρίδας. Ειδικότερα ο Γ. Δ. αναφέρει ότι, η επίδικη εδαφολωρίδα κάποτε αφέθηκε από την ίδια την ιδιοκτησία του ενάγοντα, προτού αυτός γίνει κύριος του ακινήτου, προς εξυπηρέτηση της Π.

προς Σ.. Την εδαφολωρίδα αυτήν, άλλωστε, χρησιμοποιούσε και ο ίδιος ο ενάγων, όπως προκύπτει από την αυτοψία του Κ./νου Μ. ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, βεβαιώνει ότι στο βορειοδυτικό άκρο του ακινήτου του ενάγοντα υπάρχει ένα πορτάκι. Το πορτάκι δε αυτό, κατά την κοινή πείρα και λογική, υπήρχε για την άμεση πρόσβαση του ενάγοντα στο δρόμο προς "Σ." και όχι για την οριοθέτηση των ζώων του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος.

Προς αντίκρουση της ύπαρξης της επίδικης διάβασης, ο ενάγων προσκομίζει σειρά συμβολαίων όμορων ακινήτων. Συγκεκριμένα, στα υπ' αριθμούς …/78 συμβόλαιο διανομής και …/87 συμβόλαιο γονικής παροχής των συμβολαιογράφων Χανίων Αλίκης Κοκολινάκη και Βάμου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη, ως όρια του ακινήτου Δ., που βρίσκεται στη θέση "Σ.", αναφέρονται ανατολικά η ιδιοκτησία Γ.

Μ., δυτικά η ιδιοκτησία κληρονόμων Ι Μ., βόρεια η ιδιοκτησία Ε. Σ. και νότια η ιδιοκτησία Ι. Λ.. Όμως, ο αγρός αυτός δεν εφάπτεται με το ακίνητο του ενάγοντα, αλλά ούτε και με την επίδικη εδαφολωρίδα, ώστε να αναφέρεται στους ως άνω τίτλους κτήσης, χρησιμοποιούνταν, όμως η επίδικη εδαφολωρίδα ανέκαθεν από την οικογένεια Δ., για μετάβαση στον ως άνω αγρό.

Το γεγονός δε ότι το μονοπάτι που συνέχιζε και έφτανε μέχρι το παραπάνω ακίνητο δεν είναι πια ορατό, οφείλεται στη διάνοιξη δρόμου προ 50ετίας τουλάχιστον από την ανατολική πλευρά του ακινήτου Ν., ο οποίος εξυπηρετεί το ακίνητο Δ.. Ομοίως τα με αριθμούς …//1935 και …/1938 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή και διανομής του Σ.

Ν., με τα οποία μεταβιβάστηκε και διανεμήθηκε το ακίνητο κληρονόμων Α. Μ., το οποίο συνορεύει με κτήματα Σ. Ξ., Ι. Ξ., Μ. Κ., Α.. Κ. και Α. Μ., δεν αναιρούν την κρίση περί ύπαρξης της επίδικης εδαφολωρίδας, καθόσον το ακίνητο αυτό δεν εφάπτεται με την ιδιοκτησία του ενάγοντα. Ακόμη, στο υπ αριθμό …/62 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Βάμου Αρτεμίου Κουκκλάκη, που αφορά το ακίνητο κληρονόμων Ε.

Φ., το οποίο κείται νοτιοδυτικά του ακινήτου του ενάγοντα, σε αρκετή απόσταση από αυτό, αναφέρεται ότι, το ακίνητο εξυπηρετείται από δρόμο κατά μήκος του ανατολικού ορίου της ιδιοκτησίας Μ και όχι από δρόμο ή δουλεία που διέρχεται βόρεια της εν λόγω ιδιοκτησίας. Ο δρόμος αυτός, που είχε ήδη διανοιχθεί, έκανε πολύ πιο εύκολη και σύντομη την πρόσβαση στο ως άνω ακίνητο, αφού αυτό απέχει πολύ από το ακίνητο του ενάγοντα και την επίδικη εδαφολωρίδα.

Παλαιότερα όμως, ήτοι πριν τη διάνοιξη του ως άνω δρόμου, η οποία δεν αμφισβητείται, η μετάβαση προς το ως άνω ακίνητο γινόταν από την προέκταση της επίδικης εδαφολωρίδας, η οποία, λόγω της αχρησίας, έχει λάβει μορφή όμοια με τους αγρούς της περιοχής. Όσον αφορά δε το υπ' αριθμό …/56 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του τέως συμβολαιογράφου Βάμου Σ.

Ν., το οποίο αφορά στο ακίνητο των κληρονόμων Ν., που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ακινήτου του ενάγοντα και εφάπτεται με αυτό, αναφέρεται ότι, το ακίνητο Ν. συνορεύει με κτήματα Ε. Ζ. (δικαιοπάροχο του ενάγοντα), κληρονόμων Π. Α., κληρονόμων Α. Μ., Ε. Π., κληρονόμων Ι. Ξ. και δημόσιο δρόμο εκ δύο μερών, χωρίς να αναφέρονται τα δύο αυτά μέρη.

Επομένως, η μία πλευρά από την οποία συνόρευε με δρόμο το ως άνω ακίνητο, πιθανό να ήταν η βόρεια πλευρά του , όπου βρίσκεται η συνέχεια της επίδικης εδαφολωρίδας (η οποία έχει πλέον χαθεί), αφού τότε δεν είχε ακόμα διανοιχθεί ο κοινοτικός δρόμος κατά μήκος της ανατολικής πλευράς αυτού. Οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες της περιοχής, δεν αναιρούν την παραπάνω κρίση, καθόσον αυτές αποδεικνύουν πράγματι την μεγάλη υψομετρική διαφορά μεταξύ του ακινήτου του και της επίδικης εδαφολωρίδας, στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι η λωρίδα αυτή ουδέποτε ανήκε στο ακίνητό του, ενώ οι γερμανικές γαλαρίες που φαίνονται στις φωτογραφίες, βρίσκονται σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την εδαφολωρίδα, επομένως δεν βοηθούν στη διακρίβωση της κατάστασης.

Και είναι αληθές, ότι, μετά τη διάνοιξη του ανατολικού κοινοτικού δρόμου, από την επίδικη εδαφολωρίδα εξυπηρετείται πλέον, μόνο η ιδιοκτησία του β'εναγομένου, το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτής ως κοινόχρηστης, αφού ακόμα και σήμερα η ιδιοκτησία αυτή δεν εξυπηρετείται από άλλο δρόμο, όπως ευκρινώς διακρίνεται στις φωτογραφίες της Google Earth.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι, η επίδικη οδός δεν ενώνεται με άλλο δίκτυο δρόμων, δεν έχει έννομη επιρροή δεδομένου, ότι, όλοι οι αγροτικοί δρόμοι που εξυπηρετούν την πρόσβαση σε αγροτικά ακίνητα δεν ενώνονται υποχρεωτικά με το οδικό δίκτυο, αλλά εξυπηρετούν τον παραπάνω σκοπό... Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι, η επίδικη εδαφολωρίδα αποτελούσε ανέκαθεν κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο, επί του οποίου ουδέποτε είχε δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας ο ενάγων, είτε με παράγωγο, είτε με πρωτότυπο τρόπο κτήσης, αφού ουδέποτε ασκούσε επ'αυτού πράξεις νομής και κατοχής.

Έλαβε δε το χαρακτήρα του κοινόχρηστου δρόμου με την από αμνημονεύτου χρόνου χρήση των κατοίκων του οικισμού της Ε., με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας...". Ειδικότερα, σύμφωνα με τα παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε : 1) ότι ο ενάγων - αναιρεσείων απέκτησε ακίνητο, που βρίσκεται στον οικισμό Ε.

του δ.δ. Κ. Α. του Δήμου Γεωργιούπολης Αποκορώνου Χανίων, στη θέση "Σ.", με το νόμιμα μεταγραμμένο …/14.9.81 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Χανίων Κωνσταντίνος Μετζιδάκη, από τον αληθή κύριο- δωρητή πατέρα του, στον οποίο είχε περιέλθει με το …/1959 συμβόλαιο πώλησης του τέως συμβολαιογράφου Βάμου Αρτεμίου Κουκλάκη, β) ότι σε αμφότερους τους ως άνω τίτλους το εμβαδόν του ακινήτου αυτού προσδιορίζονταν σε δύο (2) περίπου στρέμματα, ενώ γινόταν αναφορά ότι αυτό συνορεύει με κτήματα όμορων ιδιοκτητών και "με δρόμο από τις λοιπές πλευρές". 2) ότι στο από Απριλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Μ., η επίδικη εδαφολωρίδα, εμβαδού 337,81 τμ. ενσωματώνεται στο ακίνητο του ενάγοντος, το οποίο, ως εκ τούτου φέρεται να έχει συνολικό εμβαδό 2.700,11 τ.μ, ήτοι πολύ μεγαλύτερο από τα δύο περίπου στρέμματα του τίτλου κτήσης. 3), ότι οι "λοιπές πλευρές", με τις οποίες κατά τον τίτλο κτήσης το ως άνω ακίνητο συνορεύει με δρόμο, είναι η ανατολική και μέρος της βορειοδυτικής πλευράς αυτού και ότι σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του, το ακίνητο εφάπτεται με το δρόμο "Τ.", που διασταυρώνεται σε οξεία γωνία με την επίδικη εδαφολωρίδα, που έχει σχήμα καμπύλης, είναι επικλινής και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντα και βορειοανατολικά με δρόμο. 4) ότι στο σκαρίφημα που επισυνάπτεται στην 4271982 άδεια της Νομαρχίας Χανίων, που εκδόθηκε για την ανέγερση από τον αναιρεσείοντα διώροφης οικοδομής επί του ως άνω ακινήτου προκύπτει ότι η έκταση αυτού είναι 2.303,125 τ.μ., η οποία συνάδει με το εμβαδόν των "δύο στρεμμάτων περίπου", που αναφέρεται στον ως άνω τίτλο κτήσης, αλλά και ότι, η βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, συνορεύει με την επίδικη εδαφολωρίδα, η οποία αποτυπώνεται ως "αγροτική διάβαση", που τέμνεται με την κοινοτική οδό προς Γεωργιούπολη, ενώ και στο από 12.8.82 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα - μηχανικού Ζ.

Σ., που συντάχθηκε κατ'εντολή του ενάγοντα, απεικονίζεται αγροτική διάβαση στη βόρεια πλευρά του ακινήτου, η οποία συνεχίζει και βορειοδυτικά. 5) ότι σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το ακίνητο του ήδη αναιρεσείοντος στη βόρεια πλευρά του συνορεύει με ανώμαλο δρομάκι, που οδηγεί στην περιοχή "Σ.", το οποίο χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι ιδιοκτήτες των ευρισκόμενων στην περιοχή εκείνη αγροτικών ακινήτων και συγκεκριμένα οι οικογένειες Λ., Φ.

και Δ. προκειμένου να μεταβούν στα ακίνητά τους, στα οποία υπάρχουν ελιές 300 ετών, είτε πεζοί, είτε με ζώα, καθόσον δεν υπήρχε άλλος αγροτικός δρόμος, που να συνδέει τα ακίνητα των παραπάνω με τον κοινοτικό δρόμο "Τ.", που ξεκινάει από την πλατεία του οικισμού της Ε.. 6) ότι το παραπάνω μονοπάτι έλαβε τον χαρακτήρα του κοινόχρηστου διότι από αμνημονεύτων χρόνων, δηλαδή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 80 ετών πριν από τη εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946) αποτελούσε το μοναδικό τρόπο πρόσβασης στα παραπάνω ακίνητα. 7) ότι ο αναιρεσείων, την άνοιξη του έτους 1989, μετά την έκδοση της ως άνω οικοδομικής άδειας, στα πλαίσια της διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου και των ορίων του ακινήτου του, άρχισε να καταλαμβάνει τμήμα της κοινοτικής οδού "Τ." (κάθετης με την επίδικη), κατά μήκος του ακινήτου του, σε πλάτος 3 έως 4 μέτρων, κτίζοντας πέτρινο τοίχο, μέχρι τον αγροτικό δρόμο "Σ.", οπότε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε, εξαιτίας των ως άνω ενεργειών του αναιρεσείοντος, η τότε Κοινότητα Κ.

Α., ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων εκδόθηκε 17/1989 απόφαση, με την οποία ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χανίων αναγνώρισε την ύπαρξη δύο αγροτικών δρόμων, οι οποίοι ξεκινούν μαζί, ο ένας αποκλίνει και ο άλλος υπέρκειται του άλλου, και ο μεν πρώτος οδηγεί στη συνοικία Π., ο δε δεύτερος στην αγροτική περιοχή Σ., στη συμβολή δε αυτών με τον δρόμο Τ., καθώς και την αυθαίρετη κατάληψη από τον αναιρεσείοντα τμημάτων των κοινοτικών δρόμων που δεν ανήκουν στην ιδιοκτησία του, τα οποία συμπεριέλαβε στους διαμορφωμένους περίγυρους του σπιτιού του, εμποδίζοντας, έτσι, την ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της περιοχής στους προαναφερόμενους δρόμους. 8) ότι και στο από 23.5.1989 σχεδιάγραμμα του ανθυπαστυνόμου Κ.

Μ., κατά το μέρος που αφορά στην επίδικη εδαφολωρίδα, αποτυπώνεται συρματόπλεγμα με σιδερένια και ξύλινα στηρίγματα, πράγμα που υποδηλώνει, την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και την διαχωρίζει από τα επίδικα τμήματα που είχαν αφεθεί στη δημόσια χρήση, στα οποία ανήκει και η επίδικη εδαφολωρίδα, επί πλέον δε σε ευθεία με τον πέτρινο τοίχο , υπάρχει ξύλινη πόρτα με πλέγμα , ώστε να καθίσταται δυνατή η άμεση έξοδος προς την επίδικη οδό από τη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, και απέναντι από αυτόν αποτυπώνεται έτερος πέτρινος τοίχος προστατευτικός της ιδιοκτησίας του δεύτερου αναιρεσείοντος , ύψους 3-4 μ.

περίπου. Ακολούθως, το Εφετείο, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, διατύπωσε την κρίση ότι η ύπαρξη των παραπάνω πέτρινων τοίχων μαρτυρεί διαχωρισμό ιδιωτικής έκτασης από δημόσια, από την οποία μπορεί να διέρχεται αόριστος αριθμός ατόμων, δεχόμενο ότι η κρίση του αυτή επιβεβαιώνεται από :

α) τον από μηνός Μαΐου 1989 χάρτη ορίων οικισμού Ε. της Διεύθυνσης Χωροταξίας του Υπουργείου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος β) το με αριθμό 9510/3 φύλλο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, όπου διακρίνεται μία διάβαση με διακεκομμένη μαύρη γραμμή σε όλο το μήκος της νότιας και νοτιοδυτικής πλευράς του βραχώδους υψιπέδου γ) την από 1.12.14 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β.

Κ., με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, σύμφωνα με την οποία ο παραπάνω μηχανικός, κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας, και αφού έλαβε υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων και τα προαναφερόμενα έγγραφα διαπίστωσε ότι, στο συγκεκριμένο σημείο στη θέση "Σ.", υπήρχε και απεικονιζόταν ανέκαθεν δημόσια κοινόχρηστη διάβαση η οποία απλά με το πέρασμα των ετών και την αχρησία έχει καταστεί δύσβατη, δ) το από 10.6.11 σχέδιο αποτύπωσης διάβασης και περιβάλλοντος χώρου ιδιοκτησίας Μ.

Α., του πολιτικού μηχανικού Θ. Δ., όπου το επίδικο τμήμα απεικονίζεται ως τμήμα κοινόχρηστου δρόμου, ε) το από 11.8.11 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω πολιτικού μηχανικού, όπου αποτυπώνεται η ιδιοκτησία της Α. Δ., εξυπηρετούμενη από την επίδικη παλιά μη διαμορφωμένη διάβαση, πλάτους 2,50 - 3,00 μ., τμήμα της οποίας αποτελεί και η επίδικη εδαφολωρίδα.

Τέλος, δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, ότι παρόλο που η επίδικη εδαφολωρίδα παρουσιάζει σημάδια εγκατάλειψης, κατά τόπους, εν τούτοις υπάρχουν εμφανέστατα παλιά όρια και σημάδια διέλευσης πεζών και όνων, αφού το έδαφος καθ' όλο το μήκος της διάβασης, παρατηρήθηκε συμπυκνωμένο και πατημένο, προφανώς λόγω έντονων διελεύσεων στο παρελθόν, καθώς και ότι κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε από τον ως άνω πολιτικό μηχανικό διαπιστώθηκαν ίχνη ξερολιθιάς κατά μήκος της εξωτερικής παρειάς της διάβασης, που την οριοθετούν από τις όμορες ιδιοκτησίες, επί πλέον δε ότι η γεωμορφολογία του σημείου, μαρτυρά την ύπαρξη αγροτικής διάβασης, αφού κατά μήκος αυτής φύονται αλλεπάλληλοι ελαιώνες διαφορετικών ιδιοκτητών, επί το πλείστον εγκαταλελειμμένοι, ορισμένοι εκ των οποίων, όμως δεν έχουν πρόσβαση από άλλο δρόμο, παρά μόνο από το συγκεκριμένο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, αποφαινόμενο εν τέλει ότι η επίδικη εδαφολωρίδα αποτελούσε ανέκαθεν κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο, ο οποίος έλαβε τον χαρακτήρα αυτόν του κοινόχρηστου δρόμου με την από αμνημονεύτου χρόνου χρήση των κατοίκων του οικισμού της Ε., με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, και ότι επί αυτού ουδέποτε είχε δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας ο ενάγων, είτε με παράγωγο, είτε με πρωτότυπο τρόπο κτήσης, καθόσον ουδέποτε ασκούσε επί αυτής πράξεις νομής και κατοχής, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων ν.3.

Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8 , Πανδ 39, 3 , ν. 28 Πανδ. 22, 3, όπως ισχύουν σύμφωνα με την διατάξεις του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και στέρηση νόμιμης βάσης αυτής εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές , απαραίτητη προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί οδός ως κοινόχρηστη με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, ήτοι η χρήση της επί δύο γενεές , η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη μέχρι 23.2.1946, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας, από αόριστο αριθμό ατόμων, το Εφετείο κατά παραβίασή τους, δέχθηκε ότι από την επίδικη εδαφολωρίδα εξυπηρετούνταν όχι αόριστος αριθμός ατόμων, ως έδει, αλλά συγκριμένα οι τρεις οικογένειες, Λ., Φ.

και Δ.. Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, εφόσον από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ότι η επίδικη εδαφολωρίδα αποτελούσε ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο, ο οποίος έλαβε τον χαρακτήρα αυτόν του κοινόχρηστου δρόμου με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με την από αμνημόνευτο χρόνο χρήση των κατοίκων του οικισμού της Ε., ήτοι αναφέρθηκε στη χρήση αυτής, όχι μόνο από τις ως άνω τρεις οικογένειες, αλλά από όλους τους κατοίκους του προαναφερόμενου οικισμού.

Άλλωστε και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι από την επίδικη εδαφική λωρίδα εξυπηρετούνταν οι ως άνω τρεις (3) οικογένειες προσδιορίζουν επίσης τη χρήση της από αόριστο αριθμό ατόμων, εφόσον σε αυτές γίνεται σαφής μνεία ότι στην επίδικη εδαφική λωρίδα υφίστανται ελαιώνες διαφόρων ιδιοκτητών, με ορισμένα ελαιόδεντρα να φθάνουν την ηλικία των 300 ετών, με παρουσία έντονων διελεύσεων πεζών και ζώων από αυτήν για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα ογδόντα (80) έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, με την επί πλέον επισήμανση ότι ορισμένοι από τους ιδιοκτήτες των ελαιώνων, όπως είναι και τα άτομα των προαναφερόμενων οικογενειών, δεν έχουν πρόσβαση από άλλο δρόμο, παρά μόνο από την επίδικη εδαφική λωρίδα.

Η δε αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη της για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις που κρίθηκαν απαράδεκτες από την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από το λόγο ότι το Εφετείο δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εφόσον αυτό κατέληξε σε ασφαλές και χωρίς αντιφάσεις πόρισμα από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων με την τελεσίδικη απόφασή του, η οποία και μόνο προσβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου.

III. Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ που, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 534 ίδιου Κώδικα, απαγορεύει κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα απόφασης και συνεπώς απόφασης με δυσμενέστερο γι'αυτόν δεδικασμένο χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά.

Μόνο του το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εκτός αν το εντεύθεν παραγόμενο δεδικασμένο από τις "νέες" αιτιολογίες δεν έχει την ίδια έκταση, εκ τούτου δε επέρχεται βλάβη του διαδίκου που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναιρέσεως (ΑΠ 338/2023, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 226/2021, ΑΠ 470/2018).

Κατά συνέπεια δεν απαγορεύεται η έκδοση απόφασης (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης) με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη απόφαση δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 314/2014). Με το τελευταίο μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 534 και 536 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο που την εξέδωσε διέλαβε σε αυτήν αιτιολογίες που δεν υπήρχαν στην εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα αιτιολογίες που τον συκοφαντούν και τον θίγουν ηθικά, εμφανίζοντάς τον ως καταπατητή κατά συρροή κοινοχρήστων εκτάσεων και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο που γεννά περαιτέρω αξιώσεις εναντίον w / του, και έτσι κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλαβέστερη για τον ίδιο, ως εκκαλούντα, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση ή αντέφεση κατ' αυτής από τους εφεσίβλητους.

Ο λόγος αυτός (πέμπτος) αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του είναι πρωτίστως απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τον οποίο πλήττει με τις ως άνω αιτιάσεις του ο αναιρεσείων, ιδρύεται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 1001/2018), και όχι για την παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ1001/2018), όπως, προδήλως, είναι οι μνημονευθείσες ως άνω διατάξεις, που προσδιορίζουν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, την εξουσία You Εφετείου επί της αγωγής και την απαγόρευση της έκδοσης επιβλαβέστερης αποφάσεως για τον εκκαλούντα και διαγράφονται από τα άρθρα 522, 534, 535 και 536 ΚΠολΔ (ΑΠ 613/2016, ΑΠ 603/2016, ΑΠ 356/2013).

Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων δεν αφορούν σε αιτιολογία του Εφετείου διαφόρου νομικής φύσεως από εκείνη του Πρωτοδικείου, ούτε το Εφετείο κατέληξε σε δυσμενέστερο γι'αυτόν διατακτικό, αφού το δυσμενές για τον αναιρεσείοντα δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση, ήτοι και υπό τις δύο εκδοχές των αποφάσεων του πρωτοδικείου και του Εφετείου, ανεξαρτήτως της αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του καθενός .αποκλείεται η ευδοκίμηση της αγωγής του.

Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων, στο στάδιο της ανέγερσης οικοδομής επί του ακινήτου κυριότητάς του, κατάλαβε και την όμορη με αυτό επίδικη εδαφική λωρίδα, επιχειρώντας την ενσωμάτωσή της στην ιδιοκτησία του, ενεργώντας επί αυτής, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως αγροτικός κοινόχρηστος δρόμος τόσο από το πρωτοβάθμιο, όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τις προαναφερόμενες πράξεις, δεν αφορούν σε συκοφάντηση του προσώπου του, ούτε δημιουργούν δυσμενέστερο δεδικασμένο από εκείνο της απόρριψης της αγωγής του, με την οποία ο ίδιος επεδίωκε να αναγνωριστεί κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αλλά παραδεκτή συμπλήρωση των αιτιολογιών της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως, το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε και από αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, όπως, μεταξύ άλλων, και από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, η οποία μνημονεύει την αυθαίρετη κατάληψη από τον αναιρεσείοντα τμημάτων κοινοτικών δρόμων που δεν ανήκουν στην ιδιοκτησία του, τα οποία συμπεριέλαβε στους διαμορφωμένους περίγυρους του σπιτιού του, εμποδίζοντας, έτσι, την ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της περιοχής στους προαναφερόμενους δρόμους.

Κατά τα λοιπά, τόσο ο δεύτερος, όσο και ο πέμπτος λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι καθόσον ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβίασης αντίστοιχα των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι η επίδικη εδαφολωρίδα ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστη, και ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι είναι αγροτικός δρόμος πρόκειται περί ιδιωτικής οδού, στην πραγματικότητα πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από τον Άρειο Πάγο.

IV. Επιπροσθέτως, αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται :α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι απαράδεκτος μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.( ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 2068/2022, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Πράγματα αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 111996, ΑΠ 1505/2022, ΑΠ 602/2022, ΑΠ 385/2021), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.

Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια ή λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 10/2008, 625/2008).

β)από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως, της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ένδικου μέσου, όπως η έφεση , όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 820/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά πράγματα που δεν προτάθηκαν, επικουρικά δε για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε άφησε αίτηση αδίκαστη.

Στον λόγο αυτό αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αναφέρεται καταρχήν στο περιεχόμενο της αγωγής του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου τμήματος, εμβαδού 337,81 τ.μ., όπως αυτό προσδιορίζονταν κατά θέση, έκταση και όρια σε αυτήν και στο από 17.01.2018 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ι.

Μ., με τη μνεία ότι σε αυτό που προσκομίσθηκε μετ'επικλήσεως από τον ίδιο, αποτυπώνεται τόσο ολόκληρο το ακίνητο κυριότητάς του, όσο και η επίδικη εδαφολωρίδα, καθώς και στον δεύτερο λόγο της εφέσεως που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτού, με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, ότι η επίδικη εδαφολωρίδα έχει καταστεί κοινόχρηστη με τον τρόπο της αμνημονεύτου αρχαιότητας και ότι στα πλαίσια του λόγου της εφέσεώς του προκειμένου να αναδείξει την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενσωμάτωσε σε αυτήν και το ως άνω τοπογραφικό.

Ακολούθως ο αναιρεσείων παραθέτει στο αναιρετήριο, στον πρώτο ως άνω λόγο αναίρεσης αυτούσιες τις εξής παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "... κατά το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ... η επίδικη εδαφολωρίδα, εμβαδού 337,81 τμ. ενσωματώνεται στο ακίνητο του ενάγοντος, το οποίο, ως εκ τούτου φέρεται να έχει συνολικό εμβαδό 2.700,11 τ.μ...

σύμφωνα με αυτό το ακίνητο συνορεύει νότια και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ν., βορειοδυτικά σε πλευρά ΚΙ-ΛΙ-ΜΙ- ΝΙ-Α-Β-Γ-Δ μήκους (12,27 + 8,52 + 11,58 + 4,56 + 3,39 + 1,66 + 4,49 =) 46,47 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ. και σε πλευρά Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ μήκους (2,00 + 4,62 + 2,39 + 0,29 + 0,37 + 4,82 + 3,86 + 3,71 + 4,23 + 2,06 + 2,35=) 30,70 μ., με την επίδικη εδαφολωρίδα, εμβαδού 337,81 τ.μ.

Επομένως , οι "λοιπές πλευρές" , με τις οποίες κατά τον τίτλο κτήσης το ως άνω ακίνητο συνορεύει με δρόμο, είναι η ανατολική και μέρος της βορειοδυτικής πλευράς αυτού. Πράγματι, σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του, το ακίνητο εφάπτεται με το δρόμο "Τ.", που διασταυρώνεται σε οξεία γωνία με την επίδικη εδαφολωρίδα, που έχει σχήμα καμπύλης, είναι επικλινής και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντα και βορειοανατολικά με δρόμο..." Σχετικά δε με τις ως άνω παραδοχές ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο, δεν απεφάνθη επί της επίδικης εδαφολωρίδας , όπως αυτή περιγράφεται στο ως άνω τοπογραφικό, εμβαδού 337,81 τ.μ., αλλά εσφαλμένα θεώρησε ως επίδικη και απεφάνθη επί μη επιδίκου τμήματος και συγκεκριμένα επί του διανοιχθέντος δρόμου που οδηγεί προς "Π." όπως αυτός αποτυπώνεται στο εν λόγω τοπογραφικό εμβαδού 120 τ.μ.

Επίσης, αιτιάται ότι η "παραδρομή" αυτή του Εφετείου είχε ως αποτέλεσμα, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων να υπαχθεί εσφαλμένα στη μη επίδικη εδαφολωρίδα και να αποδοθούν σε αυτήν χαρακτηριστικά της επίδικης, όπως εμβαδόν 337,81 τ.μ., αντί του πραγματικού εμβαδού των 120,06 τ.μ. που αναφέρεται στο ως άνω τοπογραφικό, κατεύθυνση προς την θέση "Σ." που οδηγεί η επίδικη οδός και όχι στη θέση "Π." που οδηγεί η μη επίδικη, καθώς και αλλότριες πλευρές, όπως η πλευρά που αποτελεί το νότιο όριο της μη επίδικης εδαφολωρίδας με την ιδιοκτησία του.

Μετά από αυτά ο αναιρεσείων αναφέρεται στις παραδοχές της απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "...η βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, συνορεύει με την επίδικη εδαφολωρίδα, η οποία αποτυπώνεται ως "αγροτική διάβαση", που τέμνεται με την κοινοτική οδό προς Γεωργιούπολη..." και "... οι γερμανικές γαλαρίες, που φαίνονται στη φωτογραφία, βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από την εδαφολωρίδα και, υποστηρίζοντας, ότι αντιθέτως με παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, η επίδικη εδαφολωρίδα σε κανένα σημείο δεν τέμνεται με την κοινοτική οδό προς Γεωργιούπολη, άλλως δρόμο "Τ." και ότι οι γερμανικές γαλαρίες δεν βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από την εδαφολωρίδα, αλλά επί αυτής και στο δυτικό άκρο.

Τέλος ο αναιρεσείων αναφέρεται στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την οποία "... μετά τη διάνοιξη του ανατολικού κοινοτικού δρόμου, από την επίδικη εδαφολωρίδα εξυπηρετείται πλέον, μόνο η ιδιοκτησία του β εναγομένου, το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτής ως κοινόχρηστης, αφού ακόμα και σήμερα η ιδιοκτησία αυτή δεν εξυπηρετείται από άλλο δρόμο, όπως ευκρινώς διακρίνεται στις φωτογραφίες της Google Earth, αιτιώμενος ότι τα παραπάνω δεν είχαν προταθεί από κανένα διάδικο.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, τα όσα εκθέτει ο ίδιος σε αυτόν δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν με λόγο εφέσεως, αλλά σε αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, στην 427/ 1982 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Χανίων και στις προαναφερόμενες φωτογραφίες, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως αυτής λόγο.

Αναφέρεται δε ο αναιρεσείων σε εκτενή δικά του επιχειρήματα και απόψεις από την εν γένει εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, με την επίκληση ότι αν γίνονταν δεκτά αυτά το Εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα, πλήττοντας με τον τρόπο αυτό την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του που αφορά σε παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται επικουρικά ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, με την έννοια ότι δεν αποφάνθηκε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αλλά περί άλλης μη επίδικης, κατά τα προαναφερόμενα, είναι αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αβίαστα προκύπτει το πλήρες και σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο, η επίδικη εδαφική λωρίδα των 337,81 τ.μ., όπως αυτή προσδιορίζεται κατά συγκεκριμένη θέση, έκταση και όρια, χωρίς να προκαλείται οποιαδήποτε σύγχυσή της με άλλη δίοδο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος με οποιοδήποτε παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως του ίδιου και της απώτατης δικαιοπαρόχου του και αποτελεί κοινόχρηστη αγροτική οδό, που δημιουργήθηκε με τον τρόπο της αμνημόνευτης αρχαιότητας.

V. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (περ. β) ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου, η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 759/2018, ΑΠ 523/2018).

Η λήψη ή μη λήψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να διαμορφώνει το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. (ΑΠ 1476/2022, ΑΠ 1381/2019). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που νόμιμα προσκομίσθηκε μετ'επικλήσεως, το οποίο αν το είχε λάβει υπόψη θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό πόρισμα (ΑΠ 1476/2022, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 176/2017).

Αντιθέτως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίαση του ως άνω αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Εφετείο Κρήτης που την εξέδωσε, προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος "ότι ο αναιρεσείων, μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, κατέλαβε την επίδικη εδαφική λωρίδα και προέβη σε ενέργειες επί αυτού, προκειμένου να την ενσωματώσει στην ιδιοκτησία του", έλαβε υπόψη του :

α)τις από 10.3.2011 και 8.4.2011 ένορκες εξετάσεις κατονομαζόμενων μαρτύρων ενώπιον του Πταισματοδίκη Β και ενώπιον της Πταισματοδίκη Χ, οι οποίες προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, πλην όμως δεν έγινε επίκλησή τους με τις προτάσεις ούτε του ίδιου ούτε με εκείνες του δεύτερου αναιρεσίβλητου.

β) τα από 10.6.2011 και 11.8.2011 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Θ. Δ., που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί κοινοχρησίας της επίδικης εδαφολωρίδας, τα οποία χαρακτηρίζονται από τον αναιρεσείοντα ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα με την αιτίαση ότι αυτά δεν έχουν επισυναφθεί σε οποιοδήποτε συμβόλαιο, αλλά συντάχθηκαν καθ'υπόδειξη του ως άνω αναιρεσίβλητου για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη.

Όπως ήδη εκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ουσιώδεις για την επίδραση της δίκης ισχυρισμούς, ήτοι ότι η επίδικη εδαφολωρίδα αποτελούσε ανέκαθεν κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο, ο οποίος έλαβε τον χαρακτήρα αυτόν του κοινόχρηστου δρόμου με την από αμνημονεύτου χρόνου χρήση των κατοίκων του οικισμού της Ε., με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του βυζαντινορωμαΐκού δικαίου, ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, και ότι επί αυτού ουδέποτε είχε δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας ο αναιρεσείων, είτε με παράγωγο, είτε με πρωτότυπο τρόπο κτήσης, καθόσον ουδέποτε ασκούσε επί αυτής πράξεις νομής και κατοχής.

Για να καταλήξει στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του πλείστα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το εκτενές περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του. Με τη λήψη δε υπόψη από αυτό, των προσκομισθέντων χωρίς επίκλησή τους, ως άνω εξετάσεων των μαρτύρων ενώπιον των αρμοδίων Πταισματοδικών στα πλαίσια ποινικής δίκης, σχετικής με την επίδικη υπόθεση, οι οποίες αποτελούν δικαστικά τεκμήρια, που ο ίδιος ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως ήσσονος αποδεικτικής αξίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο δε, διότι, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αφορούσαν, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, συγκεκριμένες μόνο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες πλήττει ο αναιρεσείων και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής, στις οποίες εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων, μετά την έκδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων "συνέχισε της εργασίες του και συγκεκριμένα κατέλαβε το επίδικο τμήμα, έβαλε πέτρινο τοιχίο, έκοψε το κυπαρίσσι που υπήρχε στο δρόμο και φύτεψε μουρνιές, προκειμένου να ενσωματώσει την επίδικη εδαφολωρίδα στην ιδιοκτησία του".

Οι παραδοχές αυτές, δεν είχαν ουσιώδη επίδραση για τη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, ήτοι για την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος , με την έννοια ότι αυτό δεν θα ήταν διαφορετικό και χωρίς να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, τα ως άνω δικαστικά τεκμήρια. Επί πλέον, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα πληττόμενα τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Δ., καθόσον δεν πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, με την αιτίαση ότι αυτά δεν είναι έγγραφα, καθόσον τα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα που συντάσσονται με αιτήσεις των διαδίκων από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν σε εκκρεμή δίκη, περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στο άρθρο 390 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και είναι έγγραφα τα οποία εκτιμά ελευθέρως και ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 9612023, ΑΠ 1907/2017, ΑΠ 949/2015).

Συνεπώς ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Επίσης, με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα:

α) το 6° Πρακτικό της 21ης.08.1988 με την περιεχόμενη σε αυτό απόφαση της τότε Κοινότητας Κ. Α., στην οποία αναφέρεται ότι αυτή αποφάσισε "Την επανοριοθέτηση των δρόμων, δεδομένης και της απόφασης διάνοιξης και τσιμεντόστρωση του αγροτικού δρόμου και καλεί τον ιδιοκτήτη εμπεριεχομένου ακινήτου να συμμορφωθεί με τον επαναπροσδιορισμό των ορίων της περιουσίας του", β) τις με αριθμό πρωτοκόλλου ../10.09.2002 και …/8.08.2003 αιτήσεις του αναιρεσείοντος προς τον καθολικό διάδοχο της Κοινότητας Κ.

Α., πρώτο αναιρεσίβλητο, Δήμο Γεωργιουπόλεως, με τις οποίες τον καλούσε να προβεί στις τεχνικές εργασίες σχετικά με την κατασκευή από αυτόν άλλου μη επίδικου δρόμου προς "Π.", με την επίκληση ότι η κατασκευή του δρόμου αυτού γινόταν χωρίς μελέτη και επίβλεψη μηχανικού, ενώ τμήμα του έμπροσθεν της οικίας του αναιρεσείοντος αφέθηκε "σκοπίμως" ημιτελές .

γ) την …/2003 απόφαση του Δήμους Γεωργιούπολης, που περιλαμβάνεται στο με αριθμό ….08.2003 απόσπασμα πρακτικού συνεδριάσεως Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία αποφασίσθηκε η κατασκευή τοιχίου, που θα στήριζε τον δρόμο και θα απέτρεπε την είσοδο ομβρίων υδάτων στο ακίνητο του αναιρεσείοντος. Όπως εκτίθεται στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται οι παραδοχές ότι : "Οι ενόρκως καταθέσαντες μάρτυρες απόδειξης, προσπαθούν να αποδώσουν στην υπό κρίση διαφορά πολιτική χροιά, ισχυριζόμενοι ότι, ο β' εναγόμενος είχε τη συμπαράσταση του θείου του και τότε δημάρχου Φ.

Μ., πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αφ' ενός δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, αφ' ετέρου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση". Τις παραδοχές αυτές πλήττει με το ως άνω δεύτερο μέρος του τρίτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων, με τις αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση έγινε λόγος μόνο για τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ενώ ο ισχυρισμός του περί του ότι τα παραγωγικά αίτια της υπό κρίση διαφοράς εδράζονται σε προσωπική -πολιτικής φύσεως διένεξη μεταξύ του ίδιου και του αρχικώς Κοινοτάρχη της Κοινότητας Κ.

Α. και μετέπειτα δημοτικού συμβούλου και Δημάρχου του πρώτου αναιρεσίβλητου Δήμου Γεωργιουπόλεως, Φ. Μ., θείου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, προέκυπτε και από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, όπως υποστηρίζει, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης Γ.

Δ., Ζ. Μ. και Γ. Τ., που λήφθηκαν με τις νόμιμες διατυπώσεις και όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιον του είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι από Απριλίου 2015, Δεκεμβρίου 2016, Ιανουαρίου 2017 και Νοεμβρίου 2019 τεχνικές εκθέσεις των Γ. Β., Α. Τοπογράφου Μηχανικού, Ι.

Σ., Τοπογράφου Μηχανικού, Γ. Δ., Πολιτικού Μηχανικού και Χ. Α. Τοπογράφου Μηχανικού, την από 1.12.2014 τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Β. Κ.. Επί πλέον εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα ,τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους.

Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο που δημιουργήθηκε με τον τρόπο της αμνημονεύτου αρχαιότητας καθώς και ότι αυτή ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα του μείζονος ακινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, που να αποκτήθηκε από τον ίδιο με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από το αναιρεσείον έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο τους.

Σημειώνεται, άλλωστε, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλήφθηκε και η παραδοχή ότι ο ως άνω ισχυρισμός με τον οποίο αποδόθηκε πολιτική χροιά στην παρούσα υπόθεση, σε κάθε περίπτωση δεν είναι ουσιώδης, εφόσον δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβασή της. Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων εκφράζει τις δικές του απόψεις περί του ότι η εκτίμηση των επικαλούμενων ως άνω αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν , ήτοι στο ότι τα παραγωγικά αίτια της υπό κρίση διαφοράς εδράζονται σε προσωπική -πολιτικής φύσεως διένεξη μεταξύ του ίδιου και του αρχικώς Κοινοτάρχη της Κοινότητας Κ.

Α. και μετέπειτα δημοτικού συμβούλου και Δημάρχου του πρώτου αναιρεσίβλητου Δήμου Γεωργιουπόλεως, Φ. Μ., θείου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

VI. Επιπροσθέτως, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο. (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 174/2019).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα του έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του , αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός , την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη ,χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 445 Κ.Πολ.Δ. "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το ιδιωτικό έγγραφο του οποίου η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή, αμφισβητηθείσα αποδείχτηκε, αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σε αυτό προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 652/2020, ΑΠ 537/2012).

Συνεπώς ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα ιδιωτικά έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα , για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ .(ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών εγγράφων.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρεται: Α) στο με αριθμό πρωτοκόλλου ….04.2015 έγγραφο του πρώτου αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α. με τίτλο "Γνωμοδότηση για τη διάβαση στη θέση "«Σ. στην Ε Αποκορώνου - Αιτήσεις Α. Μ. και Γ. Μ., το οποίο φέρει την υπογραφή του Δημάρχου Χ. Κ. και έχει το εξής περιεχόμενο: "1. Ο κ. Α. Μ. του Ι. με την υπ'αριθμ.

πρωτ. …/18.12.2014 αίτησή του προς τον Δήμο ζητεί να χαρακτηρίσουμε εάν η διάβαση στην θέση "Σ." Εξωπόλεως είναι παλαιά δημόσια τοιαύτη, εννοώντας να βεβαιώσουμε τον κοινόχρηστο δημοτικό χαρακτήρα της, κατηγορώντας τον κ. Γ. Μ. ότι την έχει καταπατήσει. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος ήγειρε αναγνωριστική κυριότητος αγωγή κατά του πρώτου και καθ'ημών (του Δήμου), με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί κύριος της εν λόγω διαβάσεως και των παρακειμένων αυτής τμημάτων γης, μετά την εκδίκαση της οποίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων την 12.11.2015, θα λυθεί οριστικά το θέμα της κοινοχρησίας της εν λόγω διαβάσεως. 2.

Κατόπιν αυτοψίας μου, την οποία ζήτησε με την υπ'αριθμ. πρωτ. …/24.2.2015 αίτησή του ο κ. Μ., παρουσία και των δύο ενδιαφερομένων, διαπίστωσε ότι δεν έχει γίνει καμία καταπάτηση της επίδικης διαβάσεως από τον κ. Μ., ούτε έχει προβεί σε κάποια πράξη νομής επ'αυτής". Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ενώ το ανωτέρω δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε κατά τους νόμιμους τύπους και κατόπιν αυτοψίας από το αρμόδιο όργανο αποτελεί πλήρη απόδειξη του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν έχει προβεί σε καταπάτηση καθώς και σε κάποια διακατοχική πράξη επί της επίδικης λωρίδας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα αντίθετα, εκτιμώντας τις έχουσες αποδεικτική αξία ιδιωτικού εγγράφου από 10.3.2011 και 8.4.2011 εξετάσεις μαρτύρων ενώπιον των αρμοδίων πταισματοδικών, που λήφθηκαν στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης, και αποτελούν δικαστικά τεκμήρια, κατά τα προαναφερόμενα.

Β) σε σειρά φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπου, κατά τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, απεικονίζεται η ιδιοκτησία του και δη η επίδικη λωρίδα, οι γερμανικές γαλαρίες, το μονοπάτι προς "Π.", το παλαιό πέτρινο τοιχίο ύψους, που αποτελούσε σύνορο της ιδιοκτησίας του με αυτή της οικογένειας Μ., το αντιπλημμυρικό τοιχίο που κατασκεύασε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, καθώς και τοι διακατοχικές ενέργειες αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, για τη διάνοιξη του δρόμου προς "Π.", με αναλυτική παράθεσή τους στον λόγο αυτόν, με τη μνεία ότι έγιναν, κατά του ισχυρισμούς του ίδιου, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε βάρος της ιδιοκτησίας του.

Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ενώ από τις εν λόγω φωτογραφίες προέκυπταν τα αντίθετα από τα αναφερόμενα τις άνω ένορκες βεβαιώσεις σχετικά με την κατάληψη ή μη της επίδικης εδαφολωρίδας από αυτόν και, αντιθέτως, προέκυπταν διακατοχικές ενέργειες των αντιδίκων του - αναιρεσιβλήτων, που συνιστούν, ενδεικτικά τη διάνοιξη του δρόμου προς "Π.", την αποψίλωση της επίδικης λωρίδας κλπ, προς σχηματισμό "υποτιθέμενης" διάβασης, το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι οι ως άνω φωτογραφίες "αποδεικνύουν πράγματι την μεγάλη υψομετρική διαφορά μεταξύ του ακινήτου του και της επίδικης εδαφολωρίδας, στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι η λωρίδα αυτή ουδέποτε ανήκε στο ακίνητο του, ενώ οι γερμανικές γαλαρίες, που φαίνονται στις φωτογραφίες, βρίσκονται σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την εδαφολωρίδα, επομένως δεν βοηθούν στη διακρίβωση της κατάστασης", αποδίδοντας μεγαλύτερη αποδεικτική αξία στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις (δικαστικά τεκμήρια) από τις φωτογραφίες αυτές, που αποτελούν έγγραφα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων αναφέρει στον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ότι ενώ η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν μνημονεύεται με οποιονδήποτε τρόπο ούτε ως δουλεία, ούτε ως κοινόχρηστη σε κανένα τίτλο των όμορων και γειτονικών ακινήτων της θέσης "Σ.", συμπεριλαμβανομένου και αυτό της οικογένειας Δ., αλλά ούτε από τους τίτλους των οικογενειών Φ.

και Λ., το Εφετείο κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα ότι αυτή αποτελούσε ανέκαθεν κοινόχρηστη δίοδο, εκτιμώντας ελεύθερα τα …/1935 και …/1938 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή και διανομής του Σ. Ν., με τα οποία μεταβιβάστηκε και διανεμήθηκε το ακίνητο κληρονόμων Α. Μ., το …/62 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Βάμου Αρτεμίου Κουκκλάκη, που αφορά το ακίνητο κληρονόμων Ε.

Φ., το οποίο κείται νοτιοδυτικά του ακινήτου του ενάγοντα, σε αρκετή απόσταση από αυτό, το …/56 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του τέως συμβολαιογράφου Βάμου Σ. Ν., το οποίο αφορά στο ακίνητο των κληρονόμων Ν., που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ακινήτου του ενάγοντα και εφάπτεται με αυτό, εκ δύο μερών, ενώ αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη περί της μη ύπαρξης κοινόχρηστης οδού προς εξυπηρέτηση των ως άνω οικογενειών.

Τέλος, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο εξαίροντας την από 1.12.2014 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Κ., δέχθηκε ότι στο με αριθμό 9510/3 φύλλο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και σε συγκεκριμένο σημείο στη θέση "Σ.", υπήρχε και απεικονίζονταν ανέκαθεν δημόσια κοινόχρηστη διάβαση, ενώ από το περιεχόμενο των τεσσάρων, ίσης αποδεικτικής αξίας τεχνικών εκθέσεων, των τοπογράφων μηχανικών Γ.

Β., Ι. Σ., Α. Χ. και του πολιτικού μηχανικού Γ. Δ., που προσκόμισε ο ίδιος, προκύπτει ότι το εικονιζόμενο στον ως άνω φύλλο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού σημείο 5 του διάσπαρτου τμήματος του οικισμού είναι τελείως άσχετο με την ιδιοκτησία του, ευρισκόμενο 150 μ. μακριά από αυτήν. Όσον αφορά, στα παραπάνω επικαλούμενα έγγραφα, αυτά αποτελούν δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση.

Για το διαφιλονικούμενο όμως ζήτημα της κυριότητας ή μη της επίδικης εδαφικής έκτασης από τον αναιρεσείοντα, ή του κοινόχρηστου ή μη χαρακτήρα αυτής, ουδεμία γνώμη εκφράζεται από τα ως άνω πρόσωπα στα έγγραφα αυτά. Η δήλωση του Δημάρχου, Χ. Κ., στο ως άνω με αριθμό πρωτοκόλλου … 21.04.2015 έγγραφο του πρώτου αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α.

με τίτλο "Γνωμοδότηση για τη διάβαση στη θέση "«Σ. στην Ε Αποκορώνου - Αιτήσεις Α. Μ. και Γ. Μ., που αναφέρεται στην ενέργεια της αυτοψίας που πραγματοποίησε ο ίδιος ως Δήμαρχος στην επίδικη εδαφική έκταση , το χρονικό σημείο της οποίας, ας σημειωθεί, απέχει πολύ από τον χρόνο άσκησης της από 14.6.2010 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμούσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προσδιορισθείσα να δικασθεί αρχικά στις 24.05.2012, μετ'αναβολή στις 12.11.2015 και μετά από ματαίωση στις 18.1.2018, αποτελεί πλήρη απόδειξη, μόνο όμως ως προς το ζήτημα, ότι κατά τον χρόνο αυτόν που πραγματοποιήθηκε η αυτοψία δεν διαπιστώθηκε κατάληψη της επίδικης εδαφικής λωρίδας από τον αναιρεσείοντα, και όχι ως προς το ιδιοκτησιακό της καθεστώς, ή τον χαρακτηρισμού της ως κοινόχρηστης οδού.

Όσον αφορά στα ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα τοπογραφικά διαγράμματα, όπως εκτέθηκε στα πλαίσια της έρευνας του προηγούμενου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και οι φωτογραφίες, αυτά αποτελούν ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα και εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, κατά την ελεύθερη εκτίμησή τους, αποδίδοντας σε καθένα από αυτά, όπως και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν είτε ως άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μικρότερη ή μεγαλύτερη αξιοπιστία κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι αυτή παραβίασε σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων τους ορισμούς των άρθρων 432 και 438 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον, το Εφετείο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο.

VII. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων .

Επομένως δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των πιο πάνω άρθρων εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα πρακτικά που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν τον χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006). Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ενσωματωμένου, στην …/1982 άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Χανίων, σκαρίφημα αυτής της πολιτικού μηχανικού Ζ.

Σ., του 9510/3 φύλλου Χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και της 17/1989 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων. Σύμφωνα με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η επίδικη εδαφική έκταση είναι κοινόχρηστη αγροτική οδός, που δημιουργήθηκε με τον τρόπο της αμνημονεύτου αρχαιότητας και ότι ουδέποτε αυτή αποτέλεσε τμήμα της ιδιοκτησίας του ακινήτου του αναιρεσείοντος, αποκτηθέν είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο, ενώ αν δεχόταν τα περιστατικά που πράγματι προκύπτουν από τα προαναφερόμενα έγγραφα θα κατέληγε σε διαφορετικό, ορθό, για τον ίδιο συμπέρασμα .

Ο λόγος αυτός είναι αναιρέσεως, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τις αναλυτικά προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά αυτά συνεκτιμήθηκαν απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, στον οποίο ο αναιρεσείων περιλαμβάνει τοπογραφικά διαγράμματα, τεχνικές εκθέσεις τις οποίες συγκρίνει μεταξύ τους, αυτούσια την παραπάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και εκτιμήσεις του σχετικά με το κατ'αυτόν ορθό ή εσφαλμένο περιεχόμενό τους, στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, πρόκειται δηλαδή για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 05.08.2020 αίτηση του Γ. Μ., για αναίρεση της 84/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηπηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε και δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 34632006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α.Π.484/2022, ΑΠ 590/2021, ΑΠ 1019/2021), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05.08.2020 ένδικη αίτηση του Γ. Μ. για αναίρεση της 84/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ