481/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο- Εισηγητή και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated481/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, οι οποίες αφορούν αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής η γέννηση κάθε αξιώσεως.
Full text
Απόφαση 481 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 481/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο- Εισηγητή και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καθού η κλήση - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ασημίνα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 9/11/2020 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης: Σ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, η οποία ανακάλεσε την από 9/11/2020 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1998 αγωγή της Σ. Ζ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 4665/2001 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 295/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 5401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/6/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1160/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε καθ'ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση. Η υπόθεση επαναφέρθηκε με την 15/1/2020 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίσθηκε δε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Αθανασόπουλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 1160/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναιρέθηκε η 5401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Το παρόν Δικαστήριο εφόσον, αναίρεσε απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής εκδοθείσα μετ' αναίρεση αποφάνθηκε ότι πρέπει κατ' άρθρο 580 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, αναβάλλοντας την έκδοση αποφάσεως προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της σε νέα δικάσιμο του ίδιου τμήματος με επιμέλεια των διαδίκων.
Με την από 15/1/2020 κλήση της αναιρεσίβλητης Σ. Ζ. παραδεκτά και νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της υπό το παρόν τμήμα του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995 αντιστοίχως ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" και "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Με την πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, οι οποίες αφορούν αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής η γέννηση κάθε αξιώσεως.
Η πιο πάνω διάταξη είναι ειδική και ως εκ τούτου κατισχύει της διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από του τέλους του οικονομικού έτους εντός του οποίου εγεννήθη η αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Από την διάταξη του άρθρου μόνου της υπ' αρ. 2010481/1172/0022/10 Μαΐου 1996 Αποφάσεως Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 387), η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 93 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικος, κωδικοποιηθέντος εις ενιαίο κείμενο δια του Π.Δ. 611/1977 (Φ.Ε.Κ. Α'198), κατά την οποία, "Εγκρίνουμε την καταβολή κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου, των αποδοχών του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, όλων των κλάδων, μονίμων και επί συμβάσει, που υπηρετούν στην αλλοδαπή, με έκδοση τακτικών χρηματικών ενταλμάτων πληρωτέων σε συνάλλαγμα", προκύπτει ότι το χρονικό σημείο της γενέσεως των σχετικών προς αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές απαιτήσεων των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών των υπηρετούντων στην αλλοδαπή είναι η αρχή του διμήνου το οποίο αφορά τις εν λόγω απολαβές.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' του Ν. 2362/1995 η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη Σ. Ζ. άσκησε κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 21/12/1998 αγωγή με την οποία επικαλούμενη ότι διετέλεσε υπάλληλος του Ελληνικού Γενικού Προξενείου του ...
με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε την επιδίκαση διαφοράς του επιδόματος αλλοδαπής εξαιτίας εσφαλμένου υπολογισμού των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών και συνθηκών στεγάσεως.
Εκδόθηκε η 1046/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη ως προς τις προσαυξήσεις λόγω συνθηκών στεγάσεως, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τις προσαυξήσεις λόγω τέκνων. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως η Σ. Ζ. και το Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν τις από 26ης/6/2000 και 27ης /6/2000 αντιστοίχως εφέσεις μετά από συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η 4665/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκε η έφεση της Σ.
Ζ. και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή. Ακολούθως η Σ. Ζ. άσκησε κατά της πιο πάνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών την από 29/10/2002 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με την 295/2004 απόφαση του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών συγκροτουμένου από άλλους δικαστές.
Κατά τη νέα συζήτηση της εφέσεως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αντέφεση, και προσθέτους λόγους δια των προτάσεων. Μετά τη συνεκδίκαση της εφέσεως της αντεφέσεως και των προσθέτων λόγων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η 5401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές η έφεση και η αντέφεση και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.
Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 18/6/2008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η 1160/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το σκέλος της που αφορά παραγεγραμμένες αγωγικές αξιώσεις της Σ. Ζ. του έτους 1996. Ακολούθως και σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ αναβλήθηκε η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της σε νέα δικάσιμο του Β2 Πολιτικού Τμήματος.
Σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και συγκεκριμένα της 5401/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μη αναιρεθέν αυτής μέρος, η ενάγουσα Σ. Ζ. δυνάμει της από 15/12/1988 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας προσελήφθη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αρχικώς για οκτώ μήνες, ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο ...
και στη συνέχεια με την από 1/6/1998 σύμβαση η σχέση εργασίας της, στην ίδια πιο πάνω θέση μετατράπηκε σε αορίστου διαρκείας. Αυτή είναι έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων, που γεννήθηκαν στις 10/7/1995 το πρώτο και στις 30/10/1997 το δεύτερο. Με την τελευταία σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε η ενάγουσα να λαμβάνει, ως μηνιαίες αποδοχές τον εκάστοτε μηνιαίο μισθό του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας και το παρεχόμενο στο βοηθητικό προσωπικό επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή.
Το πιο πάνω επίδομα χορηγείται για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης στη Χώρα τέκνων και στέγασης αλλά για τον προσδιορισμό του και μόνο και τις τυχόν αναπροσαρμογές του λαμβάνονται υπόψη τα οικογενειακά βάρη κάθε συγκεκριμένου υπαλλήλου και οι συνθήκες στέγασης στη Χώρα που υπηρετεί και με βάση αυτά προσαυξάνεται κατά ορισμένα ποσοστά το συγκεκριμένο επίδομα.
Τις προσαυξήσεις αυτές που καθορίζονται κάθε φορά με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή κατ' εξουσιοδότηση αυτού με αποφάσεις των αρμοδίων Υπουργών, ως εκ του σκοπού χορήγησής του δικαιούνται και οι ανήκοντες στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργού Εξωτερικών σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους 419/1976 και 2594/1998.
Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Οικονομικών και Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής από 1/1/1993 ασκήθηκε κατά το ποσοστό 6% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών ενώ με την ΣΤ1/Μ/ΦΟ83-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών το επίδομα στέγασης και για τους υπαλλήλους του κλάδου βοηθητικού προσωπικού, που υπηρετούν σε αρχές του Εξωτερικού ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο με την 2020006/1998/022/24-4-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Εξωτερικών για το βαθμό του Προϊσταμένου Πρέσβη, καθορίστηκε στο ποσό των 5.700 ECU.
Επομένως τα πιο πάνω επιδόματα προσαυξήσεις τέκνων και στέγασης δικαιούται και η συνδεόμενη με το εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ενάγουσα, ως ανήκουσα στο βοηθητικό προσωπικό και απασχολούμενη σε αρχή του Εξωτερικού. Επομένως και σύμφωνα με τους υπολογισμούς της 5401/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, οι οποίοι δεν έχουν προσβληθεί με αναίρεση, η ενάγουσα δικαιούται α) για επίδομα τέκνων 1) από 1-1-1997/29-10-1997 3.349€ (5.600€ Χ 6% = 336 Χ 299/30), 2) 30-10-1997/31-12-1997, το ποσό των 1366€ (5.600€ Χ 12% = 672 χ 61/30), 3) από 1-1-1998/31-5-1998 το ποσό των 3.420€ (5.700€ Χ 12% = 684 χ 5 μήνες), 4) από 1-6-1998/31-12-1998 το ποσό των 4.872€ (5.800€ Χ 12% = 696 χ 7 μήνες) και β) για επίδομα κατοικίας 1) από 1-1-1997/31-12-1997 το ποσό των 6.720€ (5.600€ Χ 10% = 560 χ 12 μήνες), 2) από 1-1-1998/31-5-1998 το ποσό των 2.850€ (5.700€ Χ 10% = 570 χ 5 μήνες), 3) από 1-6-1998/31-12-1998 το ποσό των 4.060€ (5.800€ Χ 10% = 580 Χ 7 μήνες).
Πέραν τούτου όμως και σύμφωνα με τους υπολογισμούς της 5401/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών επιδικάσθηκαν υπέρ της ενάγουσας αγωγικές αξιώσεις: α) για επίδομα τέκνων και β) για επίδομα κατοικίας, για το χρονικό διάστημα από την 1-1-1996 έως 31-12-1996. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση εφόσον έπρεπε να δεχθεί ότι η προβλεπόμενη διετής παραγραφή αρχίζει από την γένεση κάθε αξιώσεως την πρώτη ημέρα του αντιστοιχούντος διμήνου και επομένως οι αξιώσεις του έτους 1996 είχαν παραγραφεί, αφού η αγωγή είχε επιδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο στις 24-12-1998, ενώ η παραγραφή της τελευταίας των επιμέρους αξιώσεων του έτους 1996 είχε ήδη συμπληρωθεί την 1-11-1998 (βλ.
Ολ. ΑΠ 29/2006). Για την ενότητα όμως της καταψηφιστικής διάταξης, που θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση θα πρέπει να γίνει νέα άθροιση των επιδκαζομένων ποσών ενώ κατά τα λοιπά κεφάλαια η εν λόγω απόφαση δεν έχει προσβληθεί. Κατά συνέπεια για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν πρέπει να επιδικασθεί συνολικώς στην Σ.
Ζ. το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής ποσό των 26.637 ECU (3.349 + 1.366 + 3.420 + 4.872 + 6.720 + 2.850 + 4.060), με το νόμιμο τόκο σύμφωνα με τις διακρίσεις της πιο πάνω αποφάσεως, η οποία δεν έχει προσβληθεί. Η Σ. Ζ. που ηττάται πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την δια των προτάσεων ασκηθείσα από 4/2/2005 αντέφεση του Ελληνικού Δημοσίου.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στη Σ. Ζ. την τρέχουσα αξία σε ευρώ, κατά το χρόνο εξοφλήσεως του ποσού των εικοσιέξι χιλιάδων εξακοσίων τριάντα επτά (26.637) ECU με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τη Σ. Ζ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ