481/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕλληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις,
Legislator headnote
AI generated481/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, η οποία εδρεύει στην Πεντέλη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Full text
Απόφαση 481 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Α. χήρας Θ. Μ., το γένος Λ. και Ε. Σ.,
2) Λ. Μ. του Θ. και της Α., κατοίκων ... Αττικής,
3) Μ. Μ. του Θ. και της Α., κατοίκου ... Αττικής,
4) Κ. Μ. του Θ. και της Α.,
5) Ε. Μ. του Θ. και της Α., κατοίκων ... Γαλλίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Δασκαλάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις,
2) Της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, η οποία εδρεύει στην Πεντέλη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-05-2012 αγωγή και την από 25-06-2012 ανακοίνωση δίκης των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και την από 31-08-2012 πρόσθετη παρέμβαση του β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1459/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Όπως προκύπτει απ'την .../28-3-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αλεξάνδρας Λάμπρου, που με επίκληση προσκομίζεται, η δεύτερη αναιρεσίβλητη απολειπόμενη Ι.Κ.Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης (ΝΠΔΔ) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 05-02-2020, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε (από το πινάκιο) για τη δικάσιμο που αναγράφεται παραπάνω. Γι'αυτό, (κατ'άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ), η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί, να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή, τα συμπεράσματα, που μπορεί να συνάγει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (336 παρ.3 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ.3), σε συνδ. με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων, φωτογραφίες, οι οποίες, κατά το άρθρο 444γ ΚΠολΔ θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση η επιτρεπτώς επισκοπούμενη - προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ως εξής:
«| Στην κρινόμενη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και (α) Οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ (1) από 29-03-2006 τεχνική έκθεση του δασολόγου Α. Ρ., (2) από 24-10-2016 τεχνική έκθεση του Λ. Μ. τοπογράφου μηχανικού και (3) από 07-05-1980 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. και (β) οι .../20-11-2008 και .../25-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λουίζας Βαγιάτη - Γεωργοπούλου, που δόθηκαν στα ... άλλων δικών της προσθέτως παρεμβάσας Μονής Πεντέλης με άλλους αντιδίκους της και όχι για να χρησιμοποιηθούν και στην παρούσα δίκη, θα ληφθούν δε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και από την .../20-5-2013 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρος ενώπιον της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου, η οποία προσκομίζεται με επίκληση από τους εφεσιβλήτους και λήφθηκε με επιμέλεια της ανωτέρω Μονής, αφού προηγήθηκε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
"Με το .../7-8-1959 "Συμβιβαστικόν Πωλήσεως Αγροτεμαχίου" του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, η προσθέτως παρεμβάσα Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Ν. Α. δύο ακίνητα στη θέση "..." Νέας Πεντέλης εμβαδού 4.000 και 890 τ.μ. αντιστοίχως, τα οποία στο συμβόλαιο αυτό χαρακτηρίζονται ως αγροτεμάχια.
Στο συμβόλαιο αυτό ενσωματώνεται το από 14-07-1959 απόσπασμα μεγαλυτέρου σχεδιαγράμματος του τοπογράφου Γρηγ. Καμπούρογλου. Το πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα εμβαδού 4.000 τ.μ., που είναι και το επίδικο ακίνητο, περιγράφεται στο συμβόλαιο ως το ακίνητο που περιλαμβάνει μαζί τα με αριθμούς 1, 2, 3 και 4 αγροτεμάχια του 36 τετραγώνου και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 100 μέτρων με τα 5 και 6 αγροτεμάχια του ιδίου τετραγώνου, δυτικά σε πλευρά μήκους 100 μέτρων με αγροτική οδό, βόρεια με αγροτική οδό μήκους 40 μέτρων και νότια με αγροτική οδό επίσης μήκους 40 μέτρων.
Στο συμβόλαιο επίσης αναφέρεται ότι η πώληση επετράπη στην πωλήτρια Μονή με την Ε43064/16-1-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ότι ο αγοραστής είχε καταλάβει το ακίνητο, που αγόρασε, πριν την σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου και ότι με την πώληση λύθηκε συμβιβαστικά η μεταξύ τους διαφορά. Με την ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" την 28-01-1954 άρθηκε η εκ του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 3250/1924 απαγόρευση και επετράπη στην ανωτέρω Μονή να μεταβιβάσει 482 ακίνητα, επί των οποίων αξιώνει δικαιώματα κυριότητας.
Τα ακίνητα περιγράφονται μόνο με την θέση στην οποία ευρίσκονται και το εμβαδόν τους, μεταξύ δε αυτών υπάρχει στον αριθμό 76 και ακίνητο 4.000 τ.μ. στην θέση "..." Νέας Πεντέλης. Στην απόφαση ρητά ορίστηκε ότι αν πρόκειται να κατατμηθεί δάσος ή δασική έκταση η δικαιοπραξία θα είναι άκυρη, αν δεν εκδοθεί η απαιτούμενη από τον Δασικό Κώδικα άδεια.
Με βάση την απόφαση αυτή η Μονή εκποίησε τα ανωτέρω ακίνητα σε αγοραστές όπως ο ανωτέρω Ν. Α., τους οποίους στα πανομοιότυπα σχετικά πωλητήρια συμβόλαια που συνετάγησαν, τους εμφάνιζε ως καταπατητές της ιδιοκτησίας της, με τους οποίους συμβιβαζόταν, ενώ η πραγματικότητα ήταν ότι επρόκειτο για κατάτμηση και πώληση ως οικοπέδων των πωληθέντων ακινήτων, όπως τούτο ιδίως αποδεικνύεται και από την αποτύπωση τους σε τοπογραφικό διάγραμμα ευρύτερης περιοχής, με τετραγωνισμένα τα πωλούμενα ακίνητα (το ανωτέρω επίδικο ακίνητο έχει σχήμα ορθογώνιου παραλληλογράμμου με διαστάσεις 100 Χ 40 μέτρα) και την άφεση τμημάτων εδάφους μεταξύ τους, τα οποία δεν μεταβιβάζονται και χαρακτηρίζονται ως οδοί, που όμως δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα.
Στην συνέχεια με το .../21-2-1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βλάχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ανωτέρω Ν. Α. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Θ. Μ. του Κ. τα ανωτέρω δύο ακίνητα, που και πάλι χαρακτηρίζονται στο συμβόλαιο ως αγροτεμάχια. Εκεί το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται κατά ακριβέστερη καταμέτρηση να έχει εμβαδόν 4.097 τ.μ.
Με την .../8-9- 1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ .../17-9-1997 κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και η περιοχή που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του τότε ... Αττικής, όπου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο. Στην διαδικασία έλαβε μέρος ο Θ. Μ. ο οποίος υπέβαλε σχετική δήλωση για το ανωτέρω ακίνητο με αποτέλεσμα κατά τις αναρτήσεις των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων της περιοχής να αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ακινήτου, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ..., με εμβαδόν 3.991 τ.μ. .
Ακολούθως το εκκαλούν υπέβαλε νόμιμα ένσταση κατά των αναρτηθέντων στοιχείων κτηματογράφησης της δεύτερης ανάρτησης του ... Αττικής για 1.496 ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο, ισχυριζόμενο ότι αυτά είναι δάση ή δασικές εκτάσεις, για τις οποίες ισχύει το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.
Με την .../2η/24/25/3-7-2003 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής, που εξέτασε την ένσταση, έγινε δεκτή αυτή με την αιτιολογία ότι τα στοιχεία που προσεκόμισε ο Θ. Μ. δεν κρίθηκαν επαρκή για να ανατρέψουν το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί δασών, ή δασικών εκτάσεων, και έτσι κύριο του ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής, όπου υπάγεται το ακίνητο αναγράφηκε το εκκαλούν.
Με την .../20-10-2004 απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Β' .../3-11-2014, διαπιστώθηκε ότι στις 20-10-2004 περατώθηκε η διαδικασία κτηματογράφησης των ακινήτων της περιοχής του ... Αττικής.
Ακολούθως στις 28-06-2005 απεβίωσε στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Θ. Μ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του πέντε πρώτους εφεσιβλήτους και συγκεκριμένα από την πρώτη εφεσίβλητη σύζυγο του κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και από τους δεύτερο έως πέμπτη εφεσιβλήτους - νόμιμα τέκνα του κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου από κάθε ένα.
Οι ανωτέρω με την .../20-4-2011 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, την οποία δεν έχουν μεταγράψει ακόμη, αναμένοντας την έκβαση της παρούσας δίκης, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Θ. Μ. στο ανωτέρω ακίνητο, το οποίο το εμφανίζουν με εμβαδόν 4.009,23 τ.μ. αναφέροντας και τα ακόλουθα για τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε το ακίνητο στην απώτερη δικαιοπάροχο τους Μονή Πεντέλης: "Το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου κτήματος, που ονομάζεται "..." ή "...", το οποίο ανήκε κατά πλήρη, αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή στην Ιερά Μονή Πεντέλης, εκτάσεως πολλών δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων και περιελάμβανε δάση, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες και συνορευόταν παλαιότερα, Ανατολικά με θάλασσα από τη ...
μέχρι το χωριό ... στη θέση ... ή ..., Βόρεια με την κορυφογραμμή του Πεντελικού όρους, από την θέση ... μέχρι την ψηλότερη κορυφή και από εκεί μέχρι την θάλασσα στη θέση ... ή ..., κοντά στον συνοικισμό ..., της νοητής αυτής γραμμής διερχόμενης από τις θέσεις "..." και "...", Νότια με τις θέσεις και τα χωριά "...", "...", "...", "..." και "..." και με την οδό ...
μέχρι «...» και Δυτικά με τα όρια της ιδιοκτησίας της Μονής Πετράκη στις τοποθεσίες ... και ... (...) και με το δρόμο από το ... προς ..., συμπεριλαμβανομένων των θέσεων ..., ..., ... και ...".
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και εντός ΖΟΕ Αττικής και είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Αυτό στις αεροφωτογραφίες της περιοχής του έτους 1945 εμφανίζεται ως πυκνό δάσος ... Πεύκης, τμήμα του ευρύτερου δάσους της περιοχής και γι' αυτό η Δ/νση Δασών Ανατολικής Αττικής, μετά και από αυτοψία που διενήργησε υπέβαλε στο Κτηματολογικό Γραφείο ...
την .../16-9-2002 δήλωση της για τον δασικό χαρακτήρα ευρύτερης έκτασης 79.388,60 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ενώ το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται και στην έκταση εμβαδού 9.408 στρεμμάτων, η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα με την .../2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, έπειτα από την πυρκαϊά της 16-08-2007.
Το ίδιο ακίνητο και μετά την εκχέρσωσή του, που έγινε μετά το 1945, εμφανίζεται με δασική μορφή και στην αεροφωτογραφία του έτους 1998, που προσκομίζει το εκκαλούν. Η δασική μορφή του επιδίκου εμμέσως συνάγεται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος - συγγενούς των πέντε πρώτων εφεσίβλητων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία την μόνη πράξη νομής του δικαιοπαρόχου των πέντε πρώτων εκκαλούντων, που αναφέρει, είναι ο καθαρισμός του ακινήτου γιατί, όπως λέει "[...] ήταν λόγγος [...] είχε θάμνους, σκίνα, βάτα [...]", τα οποία αποτελούσαν την υπώροφη βλάστηση κάτω από τα πεύκα.
Επίσης η αμιγώς δασική μορφή του επιδίκου, που ευρίσκεται σε ύψωμα εμμέσως αποδεικνύεται και από την μη συμπερίληψή του στο σχέδιο πόλεως ... αντίθετα προς γειτονικές ιδιοκτησίες. Εξάλλου ιδίως από την θέση του επιδίκου ακινήτου πάνω στο Πεντελικό όρος, από την αποδεδειγμένη μορφή του ως πυκνού δάσους ...
με συγκόμωση άνω του 80% το 1945 ως μέρος μεγαλύτερου δάσους εμβαδού 79.388,60 τ.μ. της περιοχής και από το γεγονός ότι όλες οι αποψιλώσεις δημοσίων δασών στην ευρύτερη περιοχή για οικιστικούς λόγους έγιναν μετά την απότομη οικιστική ανάπτυξη περιοχών της Αττικής, που άρχισε μετά το έτος 1950, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δάσος και πριν την έναρξη της επαναστάσεως του 1821 αλλά και κατά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, αφού καλύπτετο από άγρια ξυλώδη φυτά (πεύκα), που αποτελούσαν λόγω της μεταξύ τους απόστασης και αλληλεπλιδρασης οργανική ενότητα, η οποία μπορεί να προσφέρει προϊόντα από τα φυτά αυτά, να συμβάλει στην διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι, οι οποίοι έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και η προσθέτως παρεμβάσα υπέρ τους Μονή δεν συνεισέφεραν αποδεικτικά στοιχεία ικανά να ανατρέψουν την ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως δάσους, την οποία προβάλλει με νόμιμη ένστασή του το εκκαλούν, κατά τους ανωτέρω χρόνους, αντίθετα δε ομολογούν ότι εντός του ευρύτερου, κατ' αυτούς, ακινήτου της Μονής με την ονομασία "..." υπήρχαν και δάση και δασικές εκτάσεις.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ούτε η Μονή Πεντέλης ούτε άλλος ιδιώτης υπέβαλαν τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώριση της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο εντός της ετήσιας προθεσμίας από την δημοσίευση του ανωτέρω Β.Δ. την 16-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" και έτσι με την πάροδο της προθεσμίας αυτής το 1837 το εκκαλούν, όπως βάσιμα προβάλλει, έγινε κύριο του ευρύτερου ακινήτου εμβαδού 79.388,60 τ.μ.
και συνεπώς και του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα του. Η Μονή γνώριζε την υποχρέωση αυτή, την οποία δεν τήρησε, γιατί δεν είχε τίτλους ιδιοκτησίας να υποβάλει, ο δε ισχυρισμός τόσον αυτής όσο και των πέντε πρώτων εφεσιβλήτων ότι το ευρύτερο ακίνητο που ονομάζεται "..." ή "...", όπως περιγράφηκε στην ανωτέρω .../2011 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, το είχε αγοράσει το 1608 από έναν Οθωμανό από την Κάρυστο ονόματι Καγκάδη και ότι ο τίτλος καταστράφηκε από τον Ομέρ Βρυώνη κατά την επανάσταση του 1821 δεν αποδεικνύεται.
Η Μονή τα έτη 1836 και 1837 συνέταξε δύο κώδικες, στους οποίους αποτύπωσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, που κατά την άποψή της είχε. Οι Κώδικες αυτοί, οι οποίοι υπέστησαν και μεταγενέστερες επεμβάσεις για να ισχυροποιήσουν τα δικαιώματα της Μονής, όπως τούτο ιδίως αποδεικνύεται από την ανωτέρω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Χ.
Τ., που εντόπισε μια τέτοια προσθήκη, στα πλαίσια ασκηθείσας ποινικής δίωξης για πλαστογραφία, περιλαμβάνουν και κατάλογο των ακινήτων της Μονής. Στον κατάλογο αυτό με τον αριθμό 6 αναφέρεται ακίνητο με το όνομα "...", το οποίο κατά τον Κώδικα είναι "μετόχιον, τα ζευγαρόσπιτα του οποίου εισίν κατερειπωμένα, ζευγάρια δύο σφαλιστά, υπάρχουν πέριξ του μετοχίου τούτου ελαιόδενδρα μισόξερα 190".
Η περιγραφή αυτή αντιστοιχεί σε περιγραφή χωριού με τις γύρω από αυτό γεωργικές εκτάσεις και όχι δάσους. Τέτοιο χωριό υπήρχε πραγματικά στην ευρύτερη περιοχή ... Αττικής, αφού το 1928 αποτυπώνεται οικισμός με το ανωτέρω όνομα και 28 κατοίκους. Μετά την σύνταξη των ανωτέρω Κωδίκων η Μονή άρχισε να διεκδικεί μια τεράστια έκταση στην ευρύτερη περιοχή του ..., η οποία περιλαμβάνει και δάση και δασικές εκτάσεις.
Οι εκτάσεις αυτές στους πίνακες υλοτομίας που συντάχθηκαν από το εκκαλούν χαρακτηρίζονται τα έτη 1842-1844 ως διαφιλονικούμενα δάση, το 1866 ως δάση με επιφύλαξη και τα έτη 1875, 1882 και 1833 ως εθνικά δάση. Το 1884 με απόφαση του τότε Βασιλέως Γεωργίου - Α' εγκρίθηκε δωρεά της Μονής προς το Ελληνικό Δημόσιο 1.337,325 στρεμμάτων προς ίδρυση "λωβοκομείου" από το κτήμα της Μονής στο ..., υπό την επωνυμία "...", όπως αναφέρεται στην απόφαση.
Η δωρεά αυτή ήταν άκυρη γιατί δεν έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και η Μονή με αγωγή, που άσκησε κατά του εκκαλούντος, πέτυχε να αναγνωρισθεί με την καταστάσα τελεσίδικη 4033/1898 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών ότι είναι κυρία του ακινήτου αυτού, το οποίο το εκκαλούν υποχρεώθηκε να της το αποδώσει και το οποίο κατά την ίδια την κριθείσα αγωγή της Μονής ευρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ....
Στη συνέχεια η Μονή άρχισε να επεκτείνει τις διεκδικήσεις της σε όλες τις δασικές εκτάσεις που ευρίσκονται μεταξύ του Αμαρουσίου Αττικής και του νότιου Ευβοϊκού Κόλπου τις οποίες ονομάζει πλέον με το τοπωνύμιον "...".
Το εκκαλούν αντέδρασε και το 1902 το Υπουργείο Οικονομικών διέταξε τα αρμόδια όργανά του να διαχειρίζονται όλο το δάσος ως "εθνικό" δηλαδή δημόσιο. Ακολούθως με το 25/1933 Π.Δ. έγινε διαχωρισμός της διατηρητέας και της εκποιητέας περιουσίας των Ιερών Μονών στα πλαίσια του οποίου η Μονή Πεντέλης δήλωσε ως ιδιόκτητο αυτής και δάσος στη θέση "..." κατά σχεδιάγραμμα και χωρίς εμβαδόν.
Το 1938 από τον μηχανικό Δ. συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα με κλίμακα 1 προς 20.000 για την ιδιοκτησία της Μονής, που φέρει τον τίτλο "Διαχειριστικός Χάρτης της επί του Πεντελικού όρους ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης". Στο διάγραμμα αυτό εμφανίζονται με την ονομασία τους 18 ακίνητα ως ανήκοντα στην Μονή Πεντέλης.
Μεταξύ των ακινήτων αυτών στο ανατολικότερο άκρο του σχεδιαγράμματος με τον αριθμό 16 εμφανίζεται ακίνητο με το όνομα "...", το οποίο ευρίσκεται στην περιοχή ... και απέχει από την Νέα Πεντέλη 50 εκατοστά επί του σχεδιαγράμματος, που με βάση την κλίμακα αυτού αντιστοιχεί σε (20.000 Χ 50 =) 1.000.000 εκατοστά δηλαδή 10.000 μέτρα.
Αποδεικνύεται επομένως ότι ακόμα και κατά το έτος 1938 κατά τις απόψεις της ίδιας της Μονής, που υπέδειξε στον μηχανικό Δ. τα ακίνητά της, δεν υπήρχε το επικαλούμενο με την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση ακίνητο με όνομα "..." που εκτείνετο από το ... και την Κηφισιά και μέχρι τον Ευβοϊκό κόλπο, αφού το ακίνητο με το όνομα αυτό, η ίδια η Μονή εξακολουθούσε να το εμφανίζει στην ευρύτερη περιοχή του ..., όπως αναφέρεται και στους Κώδικες της Μονής.
Η εμφάνιση ακινήτου με το ανωτέρω όνομα και για περιοχές πέραν του Μαραθώνος αποτελεί όψιμο εφεύρημα της Μονής και των αγοραστών ακινήτων από αυτήν, για να ενισχύσουν τα επιχειρήματά τους. Επομένως των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται πράξη νομής της Μονής στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου μέχρι τις 11-09-1915, παρέλκει δε η εξέταση του στοιχείου της καλής πίστεως της Μονής σε ενδεχόμενη νομή της, το οποίο προβάλλει με λόγο έφεσης το εκκαλούν, αφού δεν αποδεικνύεται τέτοια νομή, ενόψει και του ότι όλα τα επικαλούμενα προ του 1915 μισθωτήρια της Μονής σε ιδιώτες του δικαιώματος ρητινοσυλλογής ή βόσκησης ή υλοτομίας δασών ιδιοκτησίας της (κατά δήλωση της) αφορούν ακίνητα που ευρίσκονται μακριά από το επίδικο.
Συνεπώς η κυριότητα του εκκαλούντος, που αποκτήθηκε όπως προαναφέρθηκε δεν καταλύθηκε ούτε δε και μπορεί να καταλυθεί μετά την ανωτέρω ημερομηνία, όπως αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ακόμα κι αν η Μονή και οι ανωτέρω διάδοχοι της νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο μετά τις 11-09-1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εκμεταλλευόμενοι την παράνομη συνέργεια αρμοδίων οργάνων του εκκαλούντος, τα οποία επέτρεψαν στην Μονή να οικοπεδοποιήσει και μεταβιβάσει σε ιδιώτες μεγάλου συνολικού εμβαδού εκτάσεις στο Πεντελικό όρος. Η παροχή το 1954 άδειας στην Μονή να εκποιήσει και το επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν δημόσιο δάσος, ήταν μια τέτοια παράνομη ενέργεια που έγινε με βάση νόμο που αναφερόταν σε "αγροτικές" εκτάσεις και καμία μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου δεν επέφερε, αφού μάλιστα στην ίδια την απόφαση αυτή ρητά ορίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι αν η έκταση είναι δάσος (όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση), η δικαιοπραξία θα είναι άκυρη αν δεν προηγηθεί άδεια κατά το άρθρο 216 του τότε ισχύοντος Δασικού Κώδικα, η οποία και δεν δόθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι πέντε πρώτοι εκκαλούντες παραπονούνται για την παραδοχή της ένστασης του εκκαλούντος από την αρμόδια επιτροπή του Εθνικού Κτηματολογίου στην δική τους περίπτωση και την απόρριψη αυτής για γειτονικά ακίνητα, τα οποία έτσι καταχωρήθηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου ως ανήκοντα σε ιδιώτες και όχι στο εκκαλούν.
Πραγματικά με αντίστοιχες αποφάσεις της επιτροπής απορρίφθηκαν σχετικές ενστάσεις του εκκαλούντος για ακίνητα γειτονικά του επιδίκου, όμως η απόρριψη έγινε με την αιτιολογία ότι για τα ακίνητα αυτά τεκμηριώνεται 30ετής νομή του αντιστοίχου ιδιώτη και συνεπώς εφαρμόζεται το άρθρο 4 παρ. 1β Ν. 3127/2003. Η αιτιολογία αυτή και η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη, η οποία εισάγει εξαίρεση στην προαναφερθείσα απαγόρευση κτήσεως κυριότητας σε ακίνητο του Δημοσίου μετά την 11-09-15, εφ' όσον (κατά την παρ. 1β) ο επικαλούμενος κυριότητα νεμήθηκε για τριάντα χρόνια πριν τις 19-09-2003, που άρχισε να ισχύει ο νόμος (εκτός αν ήταν κακόπιστος κατά την κτήση της νομής) και το ακίνητο του δημοσίου έχει εμβαδόν μέχρι 2.000 τ.μ.
και ευρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, δεν ισχύει προφανώς για το επίδικο ακίνητο, το οποίο ευρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οποιουδήποτε οικισμού και έχει εμβαδόν 4.000 τ.μ. και γι' αυτό στην περίπτωση του επιδίκου ακινήτου δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η ανωτέρω διάταξη, με την οποία καταλύεται η κυριότητα του εκκαλούντος.
Επομένως όλων των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε διαφορετικά και έκανε έτσι δεκτή την αγωγή, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις, που είχαν προσκομισθεί και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός τελευταίος λόγος της έφεσης όπως και η έφεση στο σύνολο της, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δίκασε την αγωγή των πέντε πρώτων εφεσιβλήτων και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να εξετασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή αυτή. Η αγωγή με το περιεχόμενο, που προαναφέρθηκε, ασκήθηκε αρμόδια και παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, 14 παρ. 2, 29 ΚΠολΔ) είναι νόμιμη αφού στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 2 Ν. 2664/1998, 513, 1033, 1192, 1198, 974, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ, 51, 64, 65 ΕισΝΑΚ και τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυσε πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν, αφού καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής (βλ. το .../30-5-2012 σχετικό πιστοποιητικό) και καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις.
Το εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά την συζήτηση της υποθέσεως, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, προέβαλε μεταξύ άλλων ισχυρισμών και την παραδεκτή και νόμιμη, όπως προαναφέρθηκε ένσταση, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν δάσος, το οποίο του ανήκει γιατί κανείς ιδιώτης δεν υπέβαλε τίτλους ιδιοκτησίας γι' αυτό εντός της ετήσιας προθεσμίας του Β.Δ.
από 16-11-1836. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται, όπως αναφέρθηκε κατά την εξέταση της έφεσης, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν δάσος για το οποίο δεν υποβλήθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας εντός της ετήσιας προθεσμίας του ανωτέρω Β.Δ. και συνεπώς αυτό περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου, ότι η κυριότητα αυτή δεν καταλύθηκε από την Μονή Πεντέλης μέχρι τις 11-09-1915, αφού το επίδικο ακίνητο δεν το νεμήθηκε ποτέ μέχρι τότε η Μονή δια των αρμοδίων οργάνων της ενόψει ιδίως του ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στο επικαλούμενο ευρύτερο ακίνητο της με τον τίτλο ...
ή ... και ότι μεταγενέστερα η κυριότητα αυτή δεν είναι νομικά δυνατόν να καταλυθεί με χρησικτησία από την Μονή και τους μετά το έτος 1959 διαδόχους αυτής. Έτσι η Μονή, όταν μεταβίβασε το ακίνητο στον Ν. Α., το 1959, δεν ήταν κυρία αυτού, ούτε ήταν κύριος ο Ν. Α., όταν μεταβίβασε αυτό το 1969 στον Θ. Μ., ο δε τελευταίος δεν ήταν κύριος κατά την έναρξη του κτηματολογίου ούτε, παραγώγως, αφού απέκτησε παρά μη κυρίου, ούτε πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού μέχρι τις 11-09-1915 δεν είχε αποκτηθεί κυριότητα από την απώτερη δικαιοπάροχο του Μονή μετά δε τις 11-09-1915 δεν ήταν νομικά δυνατόν να αποκτηθεί.
Επομένως κατά παραδοχήν κατ' ουσίαν της ανωτέρω ένστασης του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί η αγωγή |».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε (και) στην ουσία την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και, αφού εξαφάνισε την 82/14 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε, συνεκδικάσει:
α) την αναγνωριστική κυριότητας και διορθωτική της 1ης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή των αναιρεσειόντων,
β) την ανακοίνωση αυτών της δίκης προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι.Μονή και
γ) την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας και είχε δεχθεί την αγωγή και την (υπέρ των εναγόντων) παρέμβαση, στη συνέχεια δίκασε κατ' ουσία και απέρριψε την αγωγή αυτή.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη υπέπεσε στην κατ' αρθρ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι κατ' αυτούς προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους (ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν ως μέρος στο όλο - μεγαλύτερο - κτήμα, γνωστό ως "..." ή "..." στα ... Αττικής, το οποίο, ανήκε στην κυριότητα της απώτατης δικαιοπαρόχου τους Ι.Κ.Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης και το οποίο αυτή είχε πουλήσει το 1959 στο απώτερο δικαιοπάροχό τους Ν.Α. και αυτός στη συνέχεια, είχε πουλήσει στο άμεσο δικαιοπάροχό τους Θ. Μ.), δεν έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και δη:
-Το από 14-07-1959 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Γ.Κ.,
-τα από Οκτωβρίου 1999 και Μαϊου 2011 τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Μ.Μ. (αρχ/νος) και Γ.Λ. (τοπογράφου) αντίστοιχα,
-τα μισθωτήρια συμβόλαια με εκμισθώτρια την ανωτέρω Ι.Κ.Μονή, .../1909, .../1920 και .../1929 των συμ/φων Γ.Μ., Α.Ζ. και Π.Κ. αντίστοιχα,
-την 471/1903 απόφαση των εν Αθήναις Εφετών που είχε δεχθεί αγωγή της Μονής κατά του Α.Σ.,
-το από 25-01-1903 ΠΔ (ΦΕΚ 39/14-2-1903) που ορίστηκε ως διατηρητέα περιουσία της Μονής (και) το τμήμα του δάσους "..." και ως εκποιητέα (και, μεταξύ άλλων το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου δάσους,
-τα συμβόλαια …/26-11-1886 (συμ/φου Δ.Β.), .../1876, συμ/φου Η.Γ., .../1918 συμ/φου Α.Ζ., .../1924 συμ/φου Ν.Κ., .../1867, συμ/φου Α.Π., .../1873 συμ/φου Γ.Α., .../1876 συμ/φου Η.Γ., .../1876 ιδίου συμ/φου και το .../1878 του ως άνω συμ/φου περί ενοικίασης της βοσκής στο κτήμα ..., το .../1879 συμ/φου Δ.Κ., τα ενοικιαστήρια συμβόλαια του ίδιου συμ/φου .../1896, .../1898, την .../1919 Έκθεση πλειοδοτικής δημοπρασίας του συμ/φου Α.Ζ.,
-τα μισθωτήρια .../1938 και .../1942, συμ/φων Ν.Γ. και Κ.Σ. αντίστοιχα παραχώρησης δικαιώματος κοπής ξύλων και ρητινοσυλλογής αντίστοιχα,
-την .../21-2-1877 διακήρυξη του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας, το .../19-9-1884 έγγραφο του Νομάρχη Αττικοβοιωτίας,
-το …/22-7-1916 έγγραφο του Δασαρχείου Αττικής,
-την από 06-06-1938 Έκθεση περί προσωρινής διαχειρίσεως του δάσους Αγ.Τριάς - .......,
-το 45/3-2-1884 ΦΕΚ,
-τον από 3-6-1960 διαχειριστικό χάρτη της διατηρητέας επί του Πεντελικού ιδιοκτησίας της άνω Μονής,
-τον από 21-04-1852 πίνακα που υπογράφεται από τον γραμματέα της επιτροπής επί των διαφιλονικουμένων δασών
-τις αποφάσεις 307/2011 και 309/2011 του Α.Τ.,
-το .../1900 (συμβόλαιο) του συμ/φου Α.Μ. και το .../1881 συμβόλαιο, στο οποίο γίνεται αναφορά της θέσης "βρύσεως του ...", όπου βρίσκεται και το επίδικο.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα εκεί αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, όπως αυτό προεκτέθηκε, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα, έστω και αν δεν γίνεται ρητή μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους.
[ΙΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των πιο πάνω άρθρων, εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγμ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδρίασης που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδότησης (390 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην κατ'αρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των .../2η/24/26/3-7-2003, .../2η/24/22/3-7-2003, .../2η/24/24/3-7-2003 και .../2η/24/29/3-7-2003 αποφάσεων της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Εθνικού Κτηματολογίου, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, ο οποίος συνίστατο στο ότι για γειτονικά ακίνητα με το ίδιο ακριβώς ιστορικό, όπως και το επίδικο (για τα οποία δικαιοπάροχος ήταν η Ι.Μ.Πεντέλης), είχαν εκδοθεί αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας που επέτρεπαν την εκποίησή τους, ενώ στη δική τους περίπτωση έγινε δεκτή η ένσταση (ιδίας κυριότητας) του Ελληνικού Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι δήθεν δεν προσκομίστηκαν επαρκή στοιχεία για να ανατρέψουν το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Όμως, αν το Εφετείο έκρινε ορθά το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, θα δεχόταν τον πιο πάνω ισχυρισμό τους και θα έκανε δεκτή την αγωγή τους.
Ακόμη, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραμόρφωσε, εφόσον ήθελε κριθεί ότι τα έλαβε υπόψη, τα παραπάνω μισθωτήρια .../1900, .../1876, .../1876, .../1878, 18881/1879 και .../..., δεχόμενη ότι αφορούσαν σε ακίνητα που βρίσκονται μακριά από το επίδικο, ενώ αυτά ήταν κοντά σε αυτό με αποτέλεσμα ν' απορριφθεί ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός τους περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προσέτι, οι αναιρεσείοντες αιτούνται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο Κωδικών που η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι.Μονή, είχε συντάξει τα έτη 1836 και 1837, στους οποίους είχε αποτυπώσει τα κτήματά της, καθώς δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στους Κωδικούς αυτούς, αναφορικά με το μείζον κτήμα αυτής (Μονής) με την πιο πάνω ονομασία.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης καταδεικνύεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαμόρφωσε τη δικανική του πεποίθηση και κρίση, ως προς τη μη απόδειξη της κτήσης κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο, στηριζόμενο όχι αποκλειστικά στα πιο πάνω (φερόμενα ως παραμορφωθέντα) έγγραφα, αλλά με αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εκατέρωθεν επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
[IV] Κατά την έννοια της διάταξης του αρ.19 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), η απόφασή στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο παραπάνω (απ' τον αρ.19) λόγος είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, (αλλά) να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[V] Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.19 του άνω άρθρου, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και, δη, ενώ δέχεται ότι (κατά την προσβαλλομένη) το επίδικο είναι αμιγώς δάσος σε άλλο σημείο δέχεται ότι δεν εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως των Μελισσίων "αντίθετα προς γειτονικές ιδιοκτησίες".
Η αιτιολογία αυτή, κατά τους αναιρεσείοντες, είναι αντιφατική με την επόμενη ότι όσα ακίνητα ήταν τμήμα του όρους Πεντελικού και της έκτασης των 79.388,60 τ.μ., στην οποία αφορούσε η ένσταση του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο Κτηματολόγιο, ήταν δασικά και πριν την έναρξη της επανάστασης του 1821 και ότι ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (1ο αναιρεσίβλητο).
Και αυτό, διότι και τα γειτονικά του επιδίκου ακίνητα (με αριθμούς ΚΑΕΚ ....../0, ....../0/0, ....../0/0, ....../0/0) συμπεριλαμβάνονταν στην ευρύτερη έκταση των 79.388,60 τ.μ., που το (πρώτο) αναιρεσίβλητο ισχυριζόταν ψευδώς ότι είναι δασική έκταση και για τα οποία είχε ομοίως υποβάλει ενστάσεις στο Κτηματολόγιο, αλλά και σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης αυτών, ήταν τμήματα, και αυτά του μείζονος κτήματος "..." που, ομοίως, το (1ο) αναιρεσίβλητο επικαλείτο ως δασικό.
Η δε αναιρεσιβαλλομένη, κατά τους αναιρεσείοντες δέχθηκε ότι τόσο το μείζον κτήμα ..., όσο και η έκταση των 79.388,60 τ.μ. ήταν δασικά και ότι, συνακόλουθα, όλα τα ακίνητα που εμπεριέχονταν σ'αυτήν ήταν κι αυτά δασικά. Επομένως, όπως περαιτέρω ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, η προσβαλλομένη υπέπεσε σε αντίφαση, εφόσον δέχθηκε ότι τα γειτονικά του επιδίκου ακίνητα που βρίσκονταν στην ευρύτερη έκταση των 79.388,60 τ.μ.
δεν ήταν δάση, ενώ αντίθετα δέχθηκε ότι το επίδικο, που κι αυτό ήταν εντός της έκτασης των 79.388,60 τ.μ. ήταν δάσος.
Έτι περαιτέρω οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι η προσβαλλομένη είναι αναιτιολόγητη, άλλως εμπεριέχει ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον αφορά στην παραδοχή ότι το επίδικο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα προ του έτους 1836 ήταν δάσος. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, για το κρίσιμο αυτό θέμα, καθόσον αφορά στην περιοχή του επιδίκου, είχε ως μόνα αποδεικτικά μέσα αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1998, από τις οποίες κατά την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι κατά τα έτη αυτά το επίδικο ήταν δάσος, καθώς και την .../07 απόφαση του Γ.Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία η περιοχή των 9.408 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, κρίθηκε αναδασωτέα, με αποτέλεσμα να προβεί σε λογικό άλμα και να δεχθεί τη δασική μορφή του επιδίκου, κατά το έτος 1836, αλλά και πριν από την επανάσταση του 1821.
Ωσαύτως, κατ' αυτούς ενέχει αντίφαση η παραδοχή της δασικής μορφής του επιδίκου κατά τα έτη 1945 και 1998, με βάση τις άνω αεροφωτογραφίες, σε σχέση με τις παραδοχές ότι μετά το 1945 έγινε εκχέρσωση αυτού και το 1998 είχε πάλι δασική μορφή. Επίσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι παρά την επ'ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης ότι το επίδικο δεν έχει την όψη δάσους και ότι έχει μόνο σκίνα και βάτα, η προσβαλλομένη δέχθηκε αναιτιολόγητα ότι το επίδικο είναι δασικό.
Με όλες δε τις παραπάνω ανύπαρκτες, ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ 17/29-11-1836, καθώς και του άρθρου 62 παρ.1 του ν.998/1979. Επίσης, οι αναιρεσείοντες, καταλογίζουν αντίφαση και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, σε σχέση με την κτήση κυριότητας στην έκταση του μείζονος κτήματος "..." και συνακόλουθα, στο εμπεριεχόμενο σ'αυτό επίδικο ακίνητο από την απώτατη και απώτερους δικαιοπαρόχους τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Προσέτι αυτοί βάλλουν κατά της αντιφατικής όπως επικαλούνται, παραδοχής της απόφασης ότι το 1884 υπήρξε διαμάχη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, καθώς η Ι.Μονή δώρισε στο πρώτο αναιρεσίβλητο κτήμα υπό την επωνυμία "...", 1.337,325 στρεμμάτων, δωρεά που ακυρώθηκε με την 4033/1898 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίζοντας την κυριότητα της Ι.Μονής, ενώ προκύπτει ότι υφίστατο τμήμα του κτήματος με την άνω ονομασία (ή "...") και όχι "..." με 28 κατοίκους όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη (κατά τους αναιρεσείοντες) και που ανήκε στην κυριότητα της Ι.Μονής.
Τέλος, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την απώτατη δικαιοπάροχό τους Ιερά Μονή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ πριν από το έτος 1915, και στη συνέχεια από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους και από τους ίδιους με τα προσόντα που προβλέπονται από τον ΑΚ υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχτεί ότι μετά τη σύνταξη των Κωδίκων η Ι.Μονή άρχισε να διεκδικεί τεράστια έκταση στην ευρύτερη περιοχή του ..., η οποία περιλαμβάνει δάση και δασικές εκτάσεις, οι οποίες στους πίνακες υλοτομίας που συντάχθηκαν από το πρώτο αναιρεσίβλητο χαρακτηρίζονται άλλοτε ως διαφιλονικούμενα δάση και άλλοτε ως δάση με επιφύλαξη, ότι μετά την έκδοση της 4033/1898 απόφασης του Πρ.Αθηνών, η Ι.Μονή άρχισε να επεκτείνει τις διεκδικήσεις της σε όλες τις δασικές εκτάσεις μεταξύ Αμαρουσίου Αττικής και Ν.Ευβοϊκού που τις ονομάζει με το τοπωνύμιο "..." ότι το 1ο αναιρεσίβλητο το 1902 δια του Υπουργείου Οικονομικών διέταξε τη διαχείριση ως "εθνικού" δάσους, ότι το ακίνητο "..." που περιγράφεται στην αγωγή συνέπιπτε με χωριό μικρής έκτασης που περιγράφεται στους Κώδικες με τον αρ.6 και εμφαίνεται με τον αρ.16 στον άνω διαχειριστικό χάρτη του Κ.Δαμιανού και (σε περίπτωση που κριθεί ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα ή δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, ανακύπτει ζήτημα ανεπαρκούς αιτιολογίας σε σχέση με την παραδοχή), ότι δεν αποδείχθηκε καμία πράξη νομής της Ιεράς Μονής στο επίδικο προ του 1915, καθώς, όλα τα επικαλούμενα από αυτούς (αναιρεσείοντες) μισθωτήρια προ του έτους εκείνου της Ι.Μονής προς ιδιώτες για δικαιώματα βοσκής ή ρητινοσυλλογής ή υλοτομίας δασών ιδιοκτησίας της (Ι.Μονής) αφορούν σε ακίνητα, μακριά από το επίδικο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
[VI] Κατά το αρθ.559 αρ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω δε, κατά τον αριθμό 11β του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται ποιες είναι οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και δεν προσκομίστηκαν, ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω αποδείξεις. Εξάλλου, αν ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφα για απόδειξη απαράδεκτων ισχυρισμών, πρέπει να αναφέρονται ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί αυτοί και αν τίθεται το αναιρετικό παράπονο ότι, το δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη έγγραφα, πρέπει να γίνεται μνεία των εγγράφων αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ψέγουν το Εφετείο, ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ.10 και 11β του άνω άρθρου, διότι δέχθηκε ότι το επίδικο κατά το έτος 1945, αλλά και προ του έτους 1836 είχε δασικό χαρακτήρα και, συνακόλουθα, ότι είναι δημόσιο δασικό, βάσει των διατάξεων του ΒΔ 17/29-11-1836 (άρθρα 1, 2, 3) καθώς και κατά την ελληνική επανάσταση του 1821.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι για την επί του ουσιώδους ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως προς το δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, (που θα επιδρούσε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής τους), κρίση της η προσβαλλομένη στηρίχθηκε αποκλειστικά, σε κάποιες επικαλούμενες αεροφωτογραφίες της περιοχής του έτους 1945, που, όπως προέκυπτε από τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν προσκόμισε (το πρώτο αναιρεσίβλητο).
Έτι περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τους αναιρεσείοντες, αναπόδεικτα δέχτηκε, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της έκτασης του μείζονος κτήματος "...", ότι τέτοιο χωριό υπήρχε στην περιοχή του ... Αττικής, όπου το 1928 αποτυπώνεται οικισμός με 28 κατοίκους. Ήτοι, η αναιρεσιβαλλομένη οδηγήθηκε στην πιο πάνω κρίση, χωρίς να έχει στηριχθεί σε καμία απόδειξη, (όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες) ότι η έκταση που ανέφεραν αυτοί στην αγωγή τους ως κτήμα "..." δεν υφίστατο ποτέ και ότι, αντιθέτως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι.Μονή επιχείρησε να επεκτείνει τα όρια του ομώνυμου "οικισμού" του ..., για να διεκδικήσει εκτάσεις που δεν της ανήκαν, ως τμήματα του κτήματος "...".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του συνεκτίμησε τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ένορκη βεβαίωση, δικαστικά τεκμήρια), και αυτά αποτέλεσαν τη βάση της δικανικής του κρίσης, η οποία εδράζεται, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και στα έγγραφα, όπως είναι και η από 29-03-2006 Τεχνική Έκθεση (με όλα τα αναλυόμενα σε αυτήν υποστηρικτικά στοιχεία) του δασολόγου Α. Ρ. (του Δασαρχείου Πεντέλης). Επίσης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ως προς το δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, δεν στηρίχθηκε, κυρίως ή αποκλειστικά στην αεροφωτογραφία του έτους 1945, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, έστω και αν δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση αυτής, αλλά στο σύνολο των λοιπών πιο πάνω αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ 1042, 1043/2013). Επομένως, κατά τα ως άνω, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλημμέλειες από τους αριθ.10 και 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
[VII] Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικό χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το όρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29-11-1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Οι από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.
Ωσαύτως, κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για την υποστήριξη της αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεώς του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει, με απόφαση του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 141 του ν.2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αρ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του βάρους απόδειξης ως προς τον προταθέντα από το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμό περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από το ίδιο, κατά τις διατάξεις του από 17-29/11/1836 ΒΔ.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτοί έφεραν το βάρος απόδειξης για το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί, ότι το σχετικό βάρος για το δασικό ή μη χαρακτήρα αυτού, κατά το χρόνο δημοσίευσης του πιο πάνω ΒΔ, έφερε το πρώτο αναιρεσίβλητο και ν'απορρίψει την προαναφερόμενη ένστασή του, αφού τα μοναδικά αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε ήταν μια αεροφωτογραφία του έτους 1998 και μια απόφαση που εκδόθηκε από τα όργανα του το έτος 2007, με την οποία το επίδικο εντάχθηκε σε αναδασωτέα έκταση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης της πιο πάνω ένστασης, το οποίο δεν εφαρμόζεται στη προκείμενη περίπτωση, διότι δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση επί της ένδικης αγωγής. Σε κάθε όμως περίπτωση, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην παραβίαση του νόμου ως προς την κατανομή του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, αυτός είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο απέδειξε την προταθείσα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ένσταση ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο ως δάσος, κατά τις διατάξεις του προαναφερόμενου ΒΔ, ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανταπέδειξαν τον ισχυρισμό τους για το μη δασικό χαρακτήρα του εν λόγω ακινήτου και ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της πρώτης (ως ανακριβούς) κτηματολογικής εγγραφής αγωγή τους είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει ν'απορριφθεί, κατά παραδοχή της πιο πάνω ένστασης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον η ανωτέρω ένσταση ιδίας κυριότητας έγινε δεκτή όχι εξαιτίας μη (αντ)απόδειξης του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, αλλά επειδή κρίθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από το πρώτο αναιρεσίβλητο σχετικές αποδείξεις (βλ.
σχετ.ΑΠ 319/2009).
[VIII] Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες κατ'επίκληση παραβίασης των αρ.10, 11α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο μέρος του λόγου αυτού, των αριθ.11α, 12 και 20 του ίδιου άρθρου, κατά το δεύτερο μέρος αυτού και των αρ.8 και 19 του ίδιου άρθρου, κατά το τρίτο μέρος αυτού, προσάπτουν στο Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους ότι εντός των ορίων του κτήματος "..." περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο, καθώς και ότι δεν ευσταθούν οι αναφορές που περιέχονται στην από 07-05-1980 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., που συντάχθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, περί νόθευσης των Κωδικών που συνέταξε η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή τα έτη 1836 και 1837, στους οποίους αποτύπωσε τα, κατά την άποψή της, περιουσιακά στοιχεία της, περιλαμβάνοντας σ'αυτούς και το πιο πάνω κτήμα, τις εξής πλημμέλειες:
α) Ότι έλαβε υπόψη, χωρίς επαρκή αιτιολογία, την από 23-09-2006 τεχνική έκθεση του δασολόγου Α. Ρ., τεχνικού συμβούλου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αποτελεί ανεπίτρεπτο κατά το νόμο και χωρίς αποδεικτική δύναμη, αποδεικτικό μέσο,
β) έλαβε υπόψη την από 07-05-1980 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Χ. Τ., η οποία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, παραμορφώνοντας το περιεχόμενό της και παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον η καταγγελία για τη νόθευση των προαναφερομένων κωδίκων, με αφορμή την οποία διατάχθηκε η πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη και συντάχθηκε η σχετική έκθεση τέθηκε στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα και
γ) απέρριψε σιγή, χωρίς καμία αιτιολογία, τις αναγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση και στο αναιρετήριο τρείς ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών με το Ελληνικό Δημόσιο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, αναφορικά με όλες τις αποδιδόμενες πλημμέλειες, διότι δεν πλήττουν επιτυχώς τις αναιρετικά ανέλεγκτες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της, σχετικά με την απόδειξη του δασικού χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου και τη μη απόδειξη πράξεων νομής της δεύτερης αναιρεσίβλητης (απώτατης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων) σε αυτό, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου μέχρι τις 11-09-1915, με αποτέλεσμα, αφενός τη μη κατάλυση της κυριότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και αφετέρου, τη μη κτήση κυριότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, των λοιπών (απώτερων και άμεσων) δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων στο πιο πάνω ακίνητο.
[ΙΧ] Κατά συνέπεια, πρέπει, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2018 αίτηση των Α. χας Θ.Μ., Λ. Μ., Μ. Μ., Κ. Μ. και Ε. Μ., για αναίρεση της 1459/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ