481/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Εκδόθηκε η 1/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/4/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated481/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 481 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζηιωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΎΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΙΕΡΑΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ" που εδρεύει στο Μεσολόγγι και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Βλάχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Εκδόθηκε η 1/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/4/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-11-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τόκους υπερημερίας από την αναφερόμενη μεταξύ αυτών σύμβαση έργου. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).
Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007). Η αντιφατικότητα είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011), μπορεί, δε, να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994).
Στην παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2229/1994 και αναριθμήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2940/2001, και το οποίο εφαρμόζεται και επί των δημοτικών και κοινοτικών έργων, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5 του π.δ. 171/1987 "Όργανα που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν και ειδικές ρυθμίσεις σε θέματα έργων που εκτελούνται από τους Ο.Τ.Α.
και άλλες σχετικές διατάξεις", ορίζεται ότι: "Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών", ενώ με την παρ. 10 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλομένων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.
Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει, όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.
Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ίσος με το 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου". Εξάλλου, το άρθρο 52 του Ν.3669/2008 ("Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημόσιων έργων", η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο δεύτερο αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από την 18-6-2008), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την εν μέρει τροποποίησή του με το άρθρο 186 Ν.4070/10-4-2012, αναφέρεται, στις παραγράφους 1, 2, 3 και 5, στη διενέργεια και σύνταξη από τον ανάδοχο του έργου των επί μέρους επιμετρήσεων των εκτελούμενων εργασιών, και εκείνων των οποίων η επαλήθευση δεν θα είναι δυνατή στην τελική μορφή του έργου, τη λήψη των αναγκαίων για τη σύνταξή τους επιμετρητικών στοιχείων, την υποβολή των επιμετρήσεων στη διευθύνουσα υπηρεσία, τον έλεγχο, την τυχόν διόρθωση των επιμετρήσεων από τη διευθύνουσα υπηρεσία, την έγκριση αυτών και την κοινοποίησή τους στον ανάδοχο, τη σύνταξη της τελικής επιμέτρησης, τον έλεγχο αυτής από τη διευθύνουσα υπηρεσία μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της, καθώς και την άσκηση του δικαιώματος ένστασης από τον ανάδοχο.
Στην παράγραφο 7 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: "7. Μαζί με την τελική επιμέτρηση ο ανάδοχος μπορεί να υποβάλει και κάθε άλλο αίτημα του, που σχετίζεται με την εκτέλεση της σύμβασης, για το οποίο δεν έχει χάσει το σχετικό δικαίωμα από κάποια άλλη αιτία. Μετά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης, μόνο για οψιγενείς αιτίες μπορεί ο ανάδοχος να εγείρει σχετικές απαιτήσεις".
Με το άρθρο 53 του ιδίου ως άνω νόμου (ν.3669/2008), όπως και τούτο ίσχυε πριν από την εν μέρει τροποποίησή του με το άρθρο 186 ν.4070/10-4-2012 εισάγονται ρυθμίσεις όμοιες με αυτές των άρθρων 5 παρ.8, 9, 10 ν.1418/1984 ("Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων") και 40 π.δ.609/1985 ("Κατασκευή δημοσίων έργων"). Ειδικότερα, στις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 12, 13 του άρθρου τούτου ορίζονται τα εξής: "1.
Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά, με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών. Αν από τον ανάδοχο κατασκευασθούν εργασίες πέρα από τις προβλεπόμενες στο χρονοδιάγραμμα, ο κύριος του έργου έχει το δικαίωμα να αναβάλει την πληρωμή των επιπλέον εργασιών, ώστε να συμπέσει με τα προβλεπόμενα στο χρονοδιάγραμμα.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται όταν στη σύμβαση προβλέπεται πρόσθετη καταβολή (πριμ) στον ανάδοχο για τη γρηγορότερη περάτωση του έργου.2. Η πραγματοποίηση τόσο των τμηματικών πληρωμών όσο και της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθώς και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εργολαβική σύμβαση, γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις.3.
Μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλόμενων σε αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν. Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών και στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών.
Κατ' αρχήν απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί. Για τμήματα του έργου που, κατά την κρίση του επιβλέποντα μηχανικού, δεν ήταν δυνατή η σύνταξη επιμετρήσεων κατά διακριτά και αυτοτελώς επιμετρήσιμα τμήματα του έργου, επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες βάσει προσωρινών επιμετρήσεων, για τις οποίες όμως έχουν ληφθεί επιμετρητικά στοιχεία.
Η τελευταία αυτή εξαίρεση γίνεται μόνο για τον πρώτο μήνα, μετά την εκτέλεση της εργασίας. 4. Αν δεν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση, ημιτελείς εργασίες μπορεί να περιληφθούν στο λογαριασμό με έγκριση της υπηρεσίας, αν η φύση τους είναι τέτοια που, τυχόν διακοπή του έργου, δε θα κατέστρεφε την ημιτελή εργασία.
Οι εργασίες αυτές καταχωρούνται σε χωριστό μέρος του λογαριασμού και περιλαμβάνονται με προσωρινή τιμή μειωμένη, ώστε να είναι δυνατή η αυτοτελής αποπεράτωση της εργασίας με το υπόλοιπο της προβλεπόμενης τιμής.. 6. Στους λογαριασμούς περιλαμβάνονται επίσης η αναθεώρηση τιμών, αποζημιώσεις κάθε είδους που έχουν εγκριθεί, αντίτιμο απολογιστικών εργασιών που εκτελέσθηκαν μέσω της εργολαβίας και κάθε άλλη εγκεκριμένη δαπάνη που καταβάλλεται στον ανάδοχο.
Στο λογαριασμό περιλαμβάνεται ακόμη και το ποσοστό γενικών εξόδων και οφέλους του εργολάβου της παραγράφου 7 του άρθρου 17 του παρόντος, αν αυτό δεν περιλαμβάνεται στις συμβατικές τιμές, και το σύνολο μειώνεται κατά το ποσοστό έκπτωσης της δημοπρασίας, αν συντρέχει περίπτωση. Από τους λογαριασμούς αφαιρούνται όλες οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του εργοδότη και ιδίως ποινικές ρήτρες, περικοπές τιμών των άρθρων 60 και 73 του παρόντος, συμπληρωματική κράτηση εγγύησης, αν γι' αυτή δεν έχουν κατατεθεί εγγυητικές επιστολές, οπότε γίνεται σχετική μνεία, απόσβεση προκαταβολών, παρακράτηση αξίας τυχόν χορηγούμενων υλικών, πληρωμές που έγιναν σε βάρος και για λογαριασμό του αναδόχου και γενικά κάθε απαίτηση του εργοδότη που δεν έχει ικανοποιηθεί με άλλον τρόπο. 7.
Οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και για την πληρωμή συνοδεύονται μόνο από ανακεφαλαιωτικό συνοπτικό πίνακα των εργασιών που εκτελέσθηκαν από την αρχή του έργου, τα παραστατικά στοιχεία των τυχόν απολογιστικών εργασιών, το συνοπτικό πίνακα του υπολογισμού της αναθεώρησης και από τις αποφάσεις που αναγνωρίζουν αποζημιώσεις ή επιβάλλουν ποινικές ρήτρες ή περικοπές ή άλλες απαιτήσεις του εργοδότη.
Από κάθε νεότερο λογαριασμό αφαιρούνται τα ποσά που πληρώθηκαν με τους προηγούμενους λογαριασμούς. 8. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη, μέσα σε έναν (1) μήνα. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες, σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η διευθύνουσα υπηρεσία, με διαταγή της προς τον ανάδοχο, επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.
Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή, ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο έλεγχος του λογαριασμού μπορεί να γίνει από συνεργείο της υπηρεσίας, στο οποίο συμμετέχει ο επιβλέπων το έργο. Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό, βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών, που προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της σύμβασης.
Ο λογαριασμός, μετά τον έλεγχο, εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Η έγκριση του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντα. 12. Όλες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος που εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή. 13.
Μετά τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει "προτελικό λογαριασμό", με βάση τις ποσότητες που περιλαμβάνονται στο σχετικό πρωτόκολλο. Μετά τη διενέργεια της οριστικής παραλαβής και την έγκριση του πρωτοκόλλου ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει "τελικό λογαριασμό".
Για τον προτελικό και τελικό λογαριασμό εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ρητή εμπρόθεσμη (εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός) έγκριση των τμηματικών λογαριασμών - πιστοποιήσεων του έργου και των επιμετρητικών στοιχείων τα οποία τις συνοδεύουν αλλά και η αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση του λογαριασμού με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός, συνεπάγονται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο, χωρίς να μπορεί η διευθύνουσα υπηρεσία με μεταγενέστερη πράξη της να προβεί σε περικοπές και μειώσεις κονδυλίων εκτελεσθεισών εργασιών των πιστοποιήσεων (ΑΠ 1644/2008, ΑΠ 1026/2015).
Περαιτέρω, με το π.δ. 166/2003, το οποίο, καταργήθηκε μεν με την υποπαράγραφο Ζ 14 του ν. 4152/2013, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, (16.3.2013), ορίσθηκε όμως ότι οι διατάξεις αυτού (π.δ. 166/2003) παραμένουν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, στο άρθρο 9 αυτού, ορίζει ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του τις 5.6.2000, προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις της οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές", (ΕΕ L 200 της 8.8.2000).
Με το ως άνω προεδρικό διάταγμα ορίζονται τα εξής: "1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους:
α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας.
γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.
Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ["επιτόκιο αναφοράς"] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ["περιθώριο"], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.
Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5?." και στο άρθρο 8 ότι: "Στις περιπτώσεις που οι κοινές διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, ευνοϊκότερες για το δανειστή, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις".
Τέλος, με την παρ. 2 του άρθρου 137 του ν. 4070/2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 6 του άρθρου 75 του ν. 3669/2008 και ορίστηκε ότι "Η συντέλεση της οριστικής παραλαβής αποτελεί την αφετηρία της παραγραφής των απαιτήσεων του αναδόχου από την εργολαβική σύμβαση που δεν έχουν ήδη παραγραφεί, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος", ενώ με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου (137 ν. 4070/2012), προστέθηκε στο ν. 3669/2008, μετά το άρθρο 75 αυτού, άρθρο με αρίθμηση 75 Α, που έχει τίτλο "Απόσβεση δικαιωμάτων του αναδόχου" και ορίζει τα εξής: "Με την επιφύλαξη μικρότερων προθεσμιών που προβλέπονται στον παρόντα νόμο τα εν γένει δικαιώματα του αναδόχου από τη σύμβαση αποσβέννυνται και οποιαδήποτε αξίωση εξ αυτών παραγράφεται, εάν αυτά δεν ασκηθούν, με σχετική αίτησή του προς τη διευθύνουσα υπηρεσία, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την εμφάνιση της γενεσιουργού τους αιτίας".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: οι λογαριασμοί, οι οποίοι έχουν εγκριθεί από τη διευθύνουσα το έργο υπηρεσία, αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου για τις αντίστοιχες εργασίες που έχουν εκτελεστεί από αυτόν. Μετά την έγκριση αυτή ανακύπτει υποχρέωση του κυρίου του έργου προς πληρωμή τους.
Σ ε περίπτωση υποβολής λογαριασμού από τον ανάδοχο του έργου, η Διευθύνουσα Υπηρεσία υποχρεούται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή του να προβεί στον έλεγχο αυτού και είτε να τον εγκρίνει όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την έγκριση του, είτε να προβεί σε διόρθωση και στη συνέχεια έγκριση του ή, αν είναι δυσχερής η διόρθωση, να τον επιστρέψει στον ανάδοχο προς ανασύνταξη και επανυποβολή.
Αν η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, δηλαδή η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν προβεί σε καμία από τις ανωτέρω ενέργειες, ο λογαριασμός θεωρείται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, αυτοδικαίως εγκεκριμένος, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τροποποιήσει τον λογαριασμό αυτό (Α.Ε.Δ. 8/2004).
Σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται αυτοδικαίως τόκος υπερημερίας. Οι διατάξεις του π.δ.166/2003, οι οποίες εφαρμόζονται και στις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων, δεδομένου ότι, στην έννοια της εμπορικής συναλλαγής του άρθρου 3 αυτού εμπίπτει και η σχεδίαση και εκτέλεση δημοσίων έργων (ΟλΑΠ 10/2013), σ' αυτές, δε, περιλαμβάνονται και οι διοικητικές συμβάσεις εκτέλεσης έργων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως και η ένδικη σύμβαση, αποτελούν μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων της οδηγίας 2000/35/ΕΚ, που στοχεύει στην καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στην εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της, της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και των συνθηκών ανάπτυξης υγιούς ανταγωνισμού.
Συνεπώς, κατισχύουν, από την έναρξη της ισχύος τους, σύμφωνα με τα άρθρα 249 παρ. 1 και 3, (πρώην άρθρου 189), της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, (ήδη άρθρου 288 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και 28 του Συντάγματος, κάθε αντίθετης διάταξης της εσωτερικής νομοθεσίας.
επομένως και των διατάξεων της παρ.10 του άρθρου 5 του Ν.1418/1984 και του άρθρου 53 παρ. 9 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν.3669/2008, όσον αφορά την πρόβλεψη για προηγούμενη έγγραφη όχληση επί καθυστέρησης πληρωμής εγκριθέντος λογαριασμού, η οποία (έγγραφη όχληση) δεν απαιτείται πλέον για την έναρξη της τοκοφορίας του λογαριασμού.
Επίσης, κατισχύουν των διατάξεων εκείνων και ως προς το εφαρμοστέο επιτόκιο, με την επιφύλαξη όμως της ρύθμισης του άρθρου 8 του ανωτέρω π.δ., κατά την οποία στις περιπτώσεις που οι κοινές διατάξεις, ήτοι στην προκείμενη περίπτωση οι ανωτέρω διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων, είναι ευνοϊκότερες για το δανειστή, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις.
Όμως, η προαναφερθείσα διάταξη του π.δ. 166/2003 που προβλέπει ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων στις δημόσιες συμβάσεις αρχίζει μετά από εξήντα ημέρες σε κάθε περίπτωση, ήτοι και στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ.2 περ. β' του ως άνω π.δ. (κατά την οποία η τοκοφορία αρχίζει από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής και ελέγχου), δεν υπερισχύει των ανωτέρω διατάξεων της παρ.10 του άρθρου 5 του ν.1418/1984 και του άρθρου 53 παρ. 9 του Κώδικα της νομοθεσίας περί κατασκευής δημοσίων έργων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του π.δ.166/2003, διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις είναι ευνοϊκότερες για το δανειστή, αφού σύμφωνα με αυτές η υποχρέωση καταβολής τόκων για καθυστέρηση πληρωμής λογαριασμού αρχίζει ένα μήνα από τη λήξη της μηνιαίας προθεσμίας ελέγχου και διόρθωσης του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία.
Συνεπώς, τόκοι, σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την πληρωμή του λογαριασμού, οφείλονται είτε από τη ρητή εμπρόθεσμη έγκριση του λογαριασμού - πιστοποίησης, είτε από την αυτοδίκαιη έγκριση του λογαριασμού με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ελέγχου και διόρθωσης του ενός μηνός από την υποβολή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, εκτός των άλλων, ότι από την περιγραφόμενη σύμβαση έργου που καταρτίστηκε μεταξύ του αναρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης, την 12-2-2007, ο πρώτος εκτέλεσε το έργο που είχε αναλάβει ως ανάδοχος και παρέδωσε στη δεύτερη, η οποία το παρέλαβε οριστικά στις 4-11-2013.
Ότι ο αναιρεσείων τις αναφερόμενες ημερομηνίες είχε υποβάλει στην τεχνική υπηρεσία της αναιρεσίβλητης για έλεγχο και πληρωμή τους 1ο, 2ο, 4ο και 5ο λογαριασμούς οι οποίοι εγκρίθηκαν από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και προωθήθηκαν στην αναιρεσίβλητη για πληρωμή. Όμως, η τελευταία, κυρία του έργου, πλήρωσε εκπρόθεσμα τα ποσά των λογαριασμών αυτών και έγινε υπερήμερη, οφείλει δε από την αιτία αυτή τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με επιτόκιο κατά το π.δ. 166/2003, συνολικού ποσού 15.711.51 ευρώ, για το διάστημα καθυστέρησης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχεται ειδικότερα, αναφορικά με τον ενδιαφέροντα την υπόθεση λόγο αναίρεσης, τα ακόλουθα: "Ωστόσο, η άνω αξίωση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), σύμφωνα με όσα στην αρχή της παρούσας εκτίθενται, έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές ειδική παραγραφή (απόσβεση δικαιωμάτων), καθώς γενεσιουργός αιτία των απαιτήσεων του αυτών αποτελεί η εκπρόθεσμη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι η μη καταβολή του εντός διμήνου από της υποβολής ενός εκάστου λογαριασμού, σε κάθε δε περίπτωση η οριστική παραλαβή του έργου, η οποία συνομολογείται ότι έλαβε χώρα την 4-11-2013.
Έκτοτε δε άρχισε να τρέχει για τον ενάγοντα η τετράμηνη προθεσμία υποβολής προς τη διευθύνουσα υπηρεσία σχετικής πλήρους διαμορφωμένης νομικής αξίωσης - αίτησης, απόλυτα ορισμένης ως προς το αντικείμενό της. Συνομολογείται επίσης, αποδεικνύεται άλλωστε από την από 29-12-2014 αίτηση του ενάγοντος προς τη διευθύνουσα υπηρεσία, ότι ο ενάγων πρόβαλε τις εν λόγω απαιτήσεις του για πρώτη φορά μετά την παρέλευση τετραμήνου από την οριστική παράδοση του έργου με την με αριθμ.
πρωτ. 4438/29-12-2014 αίτησή του, ήτοι δέκα τέσσερις μήνες μετά και συνεπώς η επίδικη από τη σύμβαση αξίωση καταβολής τόκων έχει αποσβεσθεί". Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δεχόμενο την υποβληθείσα σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι είχε παραγραφεί η αξίωση του αναιρεσείοντος για τους τόκους του εργολαβικού ανταλλάγματος που ζητούσε και απέρριψε την αγωγή του.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, στις παραδοχές του διέλαβε τους χρόνους υποβολής των λογαριασμών, την έγκριση αυτών, το χρόνο οριστικής παραλαβής του έργου από την κυρία αυτού αναιρεσίβλητη, καθώς και ότι την αίτησή του προς τη διευθύνουσα υπηρεσία για την αξίωση καταβολής των τόκων υπέβαλε την αναφερόμενη ημερομηνία, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο των τεσσάρων μηνών από την οριστική παραλαβή, με συνέπεια την απόσβεση της αξίωσης.
Οι ως άνω διατάξεις περί υποβολής λογαριασμών, έγκρισης αυτών, πληρωμής από τον εργοδότη, υποβολής αίτησης στη διευθύνουσα υπηρεσία για τυχόν αξιώσεις, αφορούν όλες τις απαιτήσεις του εργολάβου που προκύπτουν με αφορμή τη σύμβαση και την εκτέλεσή της. Μέρος της σύμβασης αποτελεί και η πληρωμή των αξιώσεων αυτού για καταβολή τόκων λόγω της υπερημερίας του εργοδότη ως προς την πληρωμή του ανταλλάγματος.
Συνεπώς, σημασία έχει η αιτία από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση και όχι ο χρόνος που τυχόν προέκυψε ή εκείνος κατά τον οποίο ασκήθηκε αυτή. Εφαρμόζονται, συνεπώς, και αν ακόμη ασκήθηκε από τον εργοδότη μετά την οριστική παραλαβή του έργου, διότι σε διαφορετική περίπτωση, θα παρέχονταν η δυνατότητα του εργοδότη να αποτρέψει την εφαρμογή των διατάξεων υπό τις οποίες ρυθμίζεται η σύμβαση του δημόσιου έργου, με την καθυστερημένη άσκηση από αυτόν του ένδικου βοηθήματος για την απαίτησή του.
Τούτο σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις που προβλέπουν ότι ο ανάδοχος μαζί με την τελική επιμέτρηση υποβάλει και κάθε άλλο αίτημά του που σχετίζεται με την εκτέλεση της σύμβασης, ότι μετά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης μόνο για οψιγενείς αιτίες μπορεί να εγείρει σχετικές απαιτήσεις κα ότι με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης.
Ρητά, εξάλλου, ορίζεται στη σχετική διάταξη του άρθρου 75 Α παρ. 2 του ν. 3669/2008, ότι για την αξίωση καταβολής τόκων λόγω υπερημερίας του εργολάβου, ο ανάδοχος πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση στη διευθύνουσα υπηρεσία. Από την υποχρέωση αυτή δεν απαλλάσσεται επειδή την αξίωσή του θα ασκήσει μετά την οριστική παραλαβή του έργου, για τον ίδιο ως και ανωτέρω λόγο, επειδή θα μπορούσε να καθυστερήσει την άσκηση του δικαιώματος και να παρακάμψει τη διάταξη αυτή.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπεται μεν η εφαρμογή των ευνοϊκότερων διατάξεων του π.δ. 166/2003, αναφορικά με τα προσδιοριζόμενα ανωτέρω θέματα, αφού κατισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης της εσωτερικής νομοθεσίας, όμως, αυτές αφορούν τις προϋποθέσεις απαίτησης τόκων καθώς και του ποσοστού του επιτοκίου, όχι, όμως, και των ζητημάτων παραγραφής και απόσβεσης της αξίωσης που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 75 και 75 Α του ν. 3669/2008.
Έτσι, για τους τόκους που υποχρεούται ο εργολάβος λόγω της υπερημερίας του να καταβάλει στον ανάδοχο, έχουν εφαρμογή οι προαναφερόμενες διατάξεις, ως προς την έναρξη παραγραφής των απαιτήσεων του αναδόχου από την εργολαβική σύμβαση, αφετηρία της οποίας ορίζεται η συντέλεση της οριστικής παραλαβής και του χρόνου εντός του οποίου πρέπει να ασκηθεί, με σχετική αίτηση προς τη διευθύνουσα υπηρεσία, που ορίζεται σε δύο μήνες.
Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές και αφορούν τις συγκεκριμένες απαιτήσεις και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 250 ΑΚ, τις οποίες σωστά δεν εφάρμοσε το Εφετείο. Είναι γεγονός ότι μετά την εφαρμογή του π.δ. 166/2003, δεν απαιτείται για τη γένεση της απαίτησης τόκων λόγω υπερημερίας του εργολάβου, όχληση εκ μέρους του αναδόχου.
Όμως, το ότι μετά την υπερημερία του εργολάβου οφείλονται αυτοδικαίως τόκοι επί του οφειλόμενου ποσού ανταλλάγματος, δεν συνεπάγεται και ότι η αξίωση για τους τόκους δεν παραγράφεται ή ότι δεν εφαρμόζονται πλέον ως προς αυτήν οι ειδικές ως άνω διατάξεις, αλλά οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Επομένως, ο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα για απόσβεση της περί τόκων αξίωσης που ασκείται με την αγωγή.
Δεν αποτελεί αντίφαση το ότι δέχεται την οφειλή τόκων αυτοδίκαια, δηλαδή χωρίς να προηγηθεί όχληση του αναδόχου προς την αναιρεσίβλητη, με την παραδοχή της απόσβεσης της απαίτησης λόγω μη υποβολής σχετικής αίτησής του προς τη διευθύνουσα υπηρεσία. Τούτο διότι, δεν απαιτείται μεν όχληση της αναιρεσίβλητης για τη γένεση της αξίωσης τόκων και την έναρξη αυτών, όμως η αίτηση προς τη διευθύνουσα υπηρεσία αφορά την άσκηση της αξίωσης για καταβολή των τόκων.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28-4-2017 αίτηση για αναίρεση της 1/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2017 αίτηση αναίρεσης του Κ. Α. για αναίρεση της 1/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ