481/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated481/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ετσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Full text
Απόφαση 481 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πολυξένη Μπαλτά και Στέργιο Λυμπερδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., και 2)Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 2/11/2017 αίτησή της και τους από 21/3/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 02.11.2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 213/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 63/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση της εναγόμενης και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα 22.655,02 ευρώ στη δεύτερη δε 20.559,08 ευρώ.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ) Kατά τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Ετσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στον χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλά απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 464/2014) Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 909/2017). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ(OλΑΠ 2/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 412/2019).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες με την από 27.12.2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικέιου Βόλου ισχυρίσθηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν κατά την 01.06.1989 η πρώτη και κατά την 15.11.1984 η δεύτερη από την εναγόμενη, που δραστηριοποιείται στην εκτύπωση ετικετών, κυτίων, εντύπων και περιοδικών, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους η πρώτη στο ατελιέ, στο στάδιο της προεκτύπωσης και η δεύτερη αρχικά στο φωτογραφείο και στη συνέχεια ως φωτομεταφορέας και στο ατελιέ.
Ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας της η πρώτη και για το χρονικό διάστημα από 1.6.2007 έως 31.12.2008, από 1.8.2009 μέχρι 31.12.2009 και από 1.6.2011 έως και την άσκηση της αγωγής η δεύτερη, απασχολήθηκαν στο ατελιέ, εκτελώντας καθήκοντα για την άσκηση των οποίων ήταν πρόδηλη η υπεροχή του διανοητικού-πνευματικού στοιχείου έναντι του χειρωνακτικού, με αποτέλεσμα να έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη.
Ότι επιπλέον, η δεύτερη εργάσθηκε στο στάδιο της προεκτύπωσης ως φωτομεταφορέας, στα καθήκοντα του οποίου υπάγεται η καλή και σωστή μεταφορά της μακέτας στους τσίγκους, η σωστή τοποθέτηση στο χαρτί ή χαρτόνια με τα σωστά περιθώρια, η ευθύνη για την επιλογή της σωστής καμπύλης και η ευθύνη και ο έλεγχος του εμφανιστηρίου CTP, ώστε να υπερισχύει το διανοητικό στοιχείο έναντι του χειρωνακτικού.
Ότι, αν και εκτελούσαν τις αναλυτικά περιγραφόμενες εργασίες αμείβονταν ως βοηθοί τεχνιτών και όχι ως τεχνίτες, κατά τα οριζόμενα στην εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στην εκτυπωτική βιομηχανία, στα λιθογραφεία, στα εργοστάσια και επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας.
Ενόψει αυτών ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί η υπαλληλική τους ιδιότητα βάσει των καθηκόντων τους, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και αμοιβής για υπερεργασιακή απασχόληση και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα ποσά των 22.491,42 ευρώ και 228,09 ευρώ στην πρώτη των εναγουσών για κάθε αιτία αντίστοιχα και τα ποσά των 20.999,48 ευρώ και 198,94 ευρώ στη δεύτερη εξ αυτών για κάθε αιτία αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και γ) μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε καθεμία ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης με την αιτιολογία ότι η μη πληρωμή οφειλόμενων νόμιμων αποδοχών δεν συνιστά αδικοπραξία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, ως κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην μεν πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.655,02 ευρώ, στη δε δεύτερη το ποσό των 20.599,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα σ' αυτή.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγόμενης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεκτη κρίση, τα ακολουθα: " Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποείται, μεταξύ των άλλων, και στον τομέα των πάσης φύσης εκτυπώσεων επί χάρτου, χαρτονιού ή άλλης πρώτης ύλης για ίδιο λογαριασμό τρίτων (φασόν), αυτός δε ο κλαδος αποσχίσθκε από την εταιρία με την επωνυμία " ..." με την υπ' αριθμό.
…46/31.12.2012 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Δ. Π., προκειμένου να συσταθεί η εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ..." που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 14941/2012 τ. Α.Ε και Ε.Π.Ε). Η τελευταία συστάθηκε ύστερα από τη μετατροπή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και απορρόφησε λόγω συγχώνευσης την εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε". Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ της τελευταίας και των εναγουσών, προσλήφθηκαν η μεν πρώτη εξ αυτών την 1.6.1989, προκειμένου να παρέχει την εργασία της στο ατελιέ, στο στάδιο της προεκτύπωσης, η δε δεύτερη στις 15.11.1984, προκειμένου να εργαστεί στο στάδιο της προεκτύπωσης (ατελιέ, φωτομεταφορεία), απασχολούμενες επί οκταώρου σε καθημερινή βάση, από Δευτέρα έως και Παρασκευή.
Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της, απασχολούνταν στο ατελιέ όπου παραλάμβανε τις παραγγελίες των πελατών σε ηλεκτρονική μορφή (μακέτες) και καταχωρούσε τα στοιχεία τους, δηλαδή την ονομασία του προϊόντος, τις διαστάσεις, το βάρος του χαρτιού ή του χαρτονιού, την ποιότητά του, τα χρώματα, τα βερνίκια που θα χρησιμοποιηθούν, τις μηχανές που θα χρησιμοποιούνταν κατά την παραγωγική διαδικασία και τυχόν παρατηρήσεις του πελάτη.
Στη συνέχεια, επεξεργαζόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή το αρχείο (τις μακέτες) με το αντίστοιχο πρόγραμμα και το προσάρμοζε, ώστε να αποδοθεί στην εκτύπωση και ενσωμάτωση των χρωμάτων και στην εμφάνιση του κειμένου σύμφωνα με την παραγγελία του πελάτη. Ακολούθως, γινόταν μια προεκτύπωση από το αρχικό αρχείο που είχαν παραλάβει και ένα φιλμ από το τελικό αρχείο, αυτό δηλαδή που είχε επεξεργαστεί και έλεγχε εάν το τελευταίο αρχείο ανταποκρίνεται στην παραγγελία του πελάτη, ώστε να γίνει το δοκίμιο, δηλαδή η έγχρωμη εκτύπωση σε ειδικό φωτογραφικό χαρτί, ώστε να ελεγχθούν τα χρώματα, οι σκιές, οι διαφάνειες και τα ντεγκραντέ.
Επιπλέον, εκτός της επεξεργασίας των μακετών, η πρώτη ενάγουσα απασχολούνταν και με τη μελέτη και τον υπολογισμό για νέες προσφορές, εργασία που απαιτεί καλή γνώση των υλικών και της ποιότητάς του, της αξίας τους και του χειρισμού των μηχανημάτων, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη εξοικονόμηση και η ποιοτικότερη απόδοση του παραγόμενου προϊόντος.
Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.5.2007 και από 1.1.2010 έως 31.5.2011 εργάσθηκε στο στάδιο της προεκτύπωσης που ακολουθεί την εργασία στο ατελιέ, ως φωτομεταφορέας, στο κομμάτι των τσίγκων και στο CTP, ενώ από τον Ιούνιο του 2011 μέχρι την άσκηση της αγωγής απασχολείτο στο ατελιέ, εκτελώντας όσες εργασίες προαναφέρθηκαν.
Ως φωτομεταφορέας ασχολούνταν στο μοντάζ που γίνεται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, δηλαδή στην τοποθέτηση του τελικού αρχείου που έχει δημιουργηθεί στο ατελιέ στο χαρτί ή χαρτόνι σε πολλές επαναλήψεις, προκειμένου να προχωρήσει στη συνέχεια η εκτύπωση. Ειδικότερα, στο μοντάζ απαιτείται, α) η σωστή τοποθέτηση των επαναλήψεων με τη σωστή φορά και τα σωστά περιθώρια στο χαρτί ή στο χαρτόνι λαμβάνοντας υπόψη την εκτυπωτική μηχανή που θα χρησιμοποιηθεί, ανάλογα με το αν πρόκειται για μοντάζ σε κουτιά ή σε περιοδικό, β) η επιλογή του κατάλληλου προγράμματος, της κατάλληλης καμπύλης, με την οποία θα γίνει η μεταφορά της μακέτας στους τσίγκους, δηλαδή στο καλούπι που αποτυπώνονται τα φιλμ, ώστε να αποδοθούν τα χρώματα σύμφωνα με τη μακέτα.
Η δεύτερη ενάγουσα κατά την εκτέλεση αυτής της εργασίας είχε την ευθύνη και τον έλεγχο του εμφανιστηρίου και τον έλεγχο των τσίγκων και σε περίπτωση που δεν είναι σωστά, προέβαινε σε διορθώσεις στην καμπύλη των τσίγκων ή τον χρόνο εμφάνισής τους. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στις πιο πάνω περιγραφόμενες επί μέρους εργασίες προέχει το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού.
Η εργασία των εναγουσών απαιτούσε εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση, ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθυνών, προσόντα που συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους και προσέδιδαν σε αυτές την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι εργάτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του ν. 2655/1953.
Το γεγονός ότι σε κάποια συγκεκριμένη επί μέρους εργασία (από το πλέγμα εργασιών που συνδέει το ατελιέ και το μοντάζ) υπήρχε και επίβλεψη άλλου προσώπου, το οποίο κατά περίπτωση έδινε εντολές και καθοδηγούσε τις ενάγουσες, δεν αναιρεί την παραπάνω υπαλληλική ιδιότητα των εναγουσών. Ειδικότερα, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι για την εκτέλεση των εργασιών αυτών απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και γνώση της λειτουργίας και δράσης των χρησιμοποιουμένων υλικών εκτύπωσης, ένταση της προσοχής και πρωτοβουλία για την εκτέλεση διορθωτικών παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης, καθώς και ιδιάζουσα ευθύνη για το έργο που τελικά παράγεται, απαιτουμένης προς επίτευξή τους της καταβολής πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας.
Ενισχυτικά της παραπάνω κρίσης είναι τα ακόλουθα έγγραφα:
α)το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εκτυπώσεων στο οποίο αναγράφεται ως υπεύθυνη ατελιέ η πρώτη ενάγουσα,
β)το οργανόγραμμα της εναγομένης εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο η πρώτη ενάγουσα φέρεται ως απασχολούμενη στην ομάδα ποιότητας και HACCP με υπεύθυνη διαχείρισης του συστήματος και συντονίστρια της ομάδας την Τ. Α., καθώς επίσης και ως απασχολούμενη στο τμήμα ατελιέ μαζί με τη Σ. Κ. και τη δεύτερη ενάγουσα, η οποία επίσης φέρεται ότι απασχολείται και στο τμήμα τσίγκων,
γ) την κατάσταση ΟΕΣ της εναγομένης του έτους 2005, σύμφωνα με την οποία η πρώτη ενάγουσα φέρεται ως χειρίστρια του BAR CODE READER και του Ντενσιτόμετρου,
δ) την από 20-4-2002 βεβαίωση του Προγράμματος Επιμόρφωσης Στελεχών Επιχειρήσεων, στην οποία αναγράφεται ότι η πρώτη ενάγουσα παρακολούθησε το σεμινάριο Management Εργοδηγών Παραγωγής και αποθήκης ως "στέλεχος" της επιχείρησης της εναγομένης,
ε) την από 16.10.2012 βεβαίωση της Ελευθερίας Παγούνη, Συμβούλου Επιχειρήσεων, στην οποία αναφέρεται ότι, μεταξύ και άλλων, η πρώτη ενάγουσα εκπαιδεύτηκε στις αρχές των προτύπων ISO 9001:2008 και ISO 22000:2005 στα πλαίσια της προετοιμασίας του συστήματος διαχείρισης ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων της εταιρίας για πιστοποίηση,
στ) το από 28.11.1990 πτυχίο της πρώτης ενάγουσας του ΤΕΙ Τμήματος Εμπορίας και Διαφήμισης,
ζ) φαξ και επιστολές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορικά με διάφορες παραγγελίες προς την εναγομένη που αποστέλλονταν από τις ενάγουσες, καθώς και δελτία εργασίας ατελιέ- τσίγκων,
η) πιστοποιητικό KeyCERT IT Initial που χορηγήθηκε στην δεύτερη ενάγουσα στις 7.5.2009 αναφορικά με την επεξεργασία κειμένου, υπολογιστικά φύλλα και υπηρεσίες διαδικτύου και
θ) το από 21.12.2005 έγγραφο της εταιρίας "...", από το οποίο προκύπτει ότι οι ενάγουσες αξιολογήθηκαν στη γνώση της αγγλικής γλώσσας. Περί των εργασιακών αυτών καθηκόντων των εναγουσών καταθέτουν με σαφήνεια τόσο ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εργαζόμενος στην εναγομένη, στο ατελιέ, με την ιδιότητα του εκτυπωτή, όσο και οι ενόρκως βεβαιούντες, επίσης εργαζόμενοι στην εναγομένη, οι οποίοι έχοντας προσωπική αντίληψη, λόγω της καθημερινής και σε μόνιμη βάση συνεργασίας τους με τις ενάγουσες, περιγράφουν λεπτομερώς τις προαναφερόμενες υπηρεσίες τους.
Αντιθέτως, η γνώση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος απασχολείται στην εναγομένη ως λογιστής, περιορίζεται στο χρόνο απασχόλησης και την ειδικότητα των εναγουσών, ενώ πηγή πληροφοριών του όσον αφορά στα ιδιαίτερα εργασιακά καθήκοντα των τελευταίων είναι τρίτα πρόσωπα, ο δε ενόρκως βεβαιών Γ.- Ε. Π., υπεύθυνος τμήματος παραγωγής, αρκείται στην αναφορά της ειδικότητας των εναγουσών ως βοηθών τεχνίτη, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των καθηκόντων τους και στο ότι τις θέσεις προϊσταμένης και υπεύθυνης του ατελιέ κατείχαν οι Σ.
Κ. και Θ. Α. αντίστοιχα. Η εναγομένη, με την προβληθείσα παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, την οποία επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, διατείνεται ότι οι ενάγουσες, ως εργαζόμενες στην επιχείρησή της για ικανό χρονικό διάστημα, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν και ως εκ τούτου δημιουργήθηκε σε αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχονταν να τους αποδίδεται η ειδικότητα του βοηθού τεχνίτη και να τους καταβάλλονται αποδοχές βάσει αυτής, με αποτέλεσμα η κρινόμενη αγωγή, ενόψει και των δυσμενών (οικονομικών) συνεπειών που θα επιφέρει σε αυτήν, να ασκείται καταχρηστικά, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης, συνακόλουθα δε και ο τέταρτος λόγος της έφεσης, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, διότι, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι πράγματι οι ενάγουσες απέφυγαν να διεκδικήσουν δικαστικά τις υπέρτερες αποδοχές που δικαιούνταν για την αντίστοιχη ειδικότητά τους, γεγονός όμως που οφείλεται αποκλειστικά στη διατήρηση της θέσης εργασίας τους, σκοπός ο οποίος τελικά δεν επιτεύχθηκε, αφού καταγγέλθηκαν με προειδοποίηση τεσσάρων μηνών οι συμβάσεις εργασίας τους, στις 23.4.2013 και 1.4.2013 αντίστοιχα και τέθηκαν προηγουμένως σε καθεστώς διαθεσιμότητας.
Όμως οι ίδιες με άλλους εργαζόμενους, στις 15.10.2012, προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενες για τη μη καταβολή των διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών τους (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση δελτίο εργατικής διαφοράς) και διαμαρτυρήθηκαν εξαιτίας του λόγου αυτού, όπως αποδεικνύεται από τις εξώδικες δηλώσεις που αντάλλαξαν οι διάδικοι με αφορμή τη μεταβολή του εργασιακού καθεστώτος αυτών στο πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου της διαθεσιμότητας.
Ενόψει τούτων η εναγόμενη όφειλε να τους καταβάλει αποδοχές τεχνίτη και όχι βοηθού τεχνίτη, σύμφωνα με την από 15.5.2007 σ.σ.ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην εκτυπωτική βιομηχανία στα λιθογραφεία, τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας, η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική με την Υ.Α. 12311/9.7.2007, την από 9.7.2008 σ.σ.ε.
για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην εκτυπωτική βιομηχανία στα λιθογραφεία, τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας, (Πράξη Κατάθεσης Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 62/10.7.2008) και την με αριθμό 33/2009 Διαιτητική Απόφαση για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην εκτυπωτική βιομηχανία στα λιθογραφεία, τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας, η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική με την Υ.Α. 4725/492/11.3.2010 από 5.8.2009 και εφαρμόζονται και στην επιχείρηση της εναγομένης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, με τις ίδιες παραπάνω παραδοχές, κατέληξε στην κρίση ότι οι ενάγουσες κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας τους στην επιχείρηση της εναγομένης είχαν την ιδιότητα της υπαλλήλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3514/1928, όπως ισχύει και οι αποδοχές τους πρέπει να υπολογισθούν με βάση την ιδιότητα τους αυτή (υπαλλήλου), ήτοι τεχνίτη και όχι βοηθού τεχνίτη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και στη συνέχεια βάσει αυτών επιδίκασε για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (μισθών, επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, υπερεργασιακής απασχόλησης), ως προς τον υπολογισμό των οποίων δεν βάλλεται η εκκαλουμένη με ειδικό λόγο έφεσης, στην μεν πρώτη των εναγουσών το ποσό των 22.655,02 ευρώ στη δε δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 20.599,08 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό..." Η αναιρεσείουσα προσάπτει:
α) με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης στην προσβαλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ δεδομένου οι ενάγουσες, ως εργαζόμενες στην επιχείρησή της για ικανό χρονικό διάστημα, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν και ως εκ τούτου δημιουργήθηκε σε αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχονταν να τους αποδίδεται η ειδικότητα του βοηθού τεχνίτη και να τους καταβάλλονται αποδοχές βάσει αυτής, με αποτέλεσμα η κρινόμενη αγωγή, ενόψει και των δυσμενών (οικονομικών) συνεπειών που θα επιφέρει σε αυτήν, να ασκείται καταχρηστικά.
β) με τον δεύτερο λόγο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως την μη καταχρηστικότητα των αξιώσεων των εναγουσών.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους των εναγουσών. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη καταχρηστικότητα των απαιτήσεων των εναγουσών.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι " οι ενάγουσες απέφυγαν να διεκδικήσουν δικαστικά τις υπέρτερες αποδοχές που δικαιούνταν για την αντίστοιχη ειδικότητά τους, γεγονός όμως που οφείλεται αποκλειστικά στη διατήρηση της θέσης εργασίας τους, σκοπός ο οποίος τελικά δεν επιτεύχθηκε, αφού καταγγέλθηκαν με προειδοποίηση τεσσάρων μηνών οι συμβάσεις εργασίας τους, στις 23.4.2013 και 1.4.2013 αντίστοιχα και τέθηκαν προηγουμένως σε καθεστώς διαθεσιμότητας.
Όμως οι ίδιες με άλλους εργαζόμενους, στις 15.10.2012, προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενες για τη μη καταβολή των διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών τους (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση δελτίο εργατικής διαφοράς) και διαμαρτυρήθηκαν εξαιτίας του λόγου αυτού, όπως αποδεικνύεται από τις εξώδικες δηλώσεις που αντάλλαξαν οι διάδικοι με αφορμή τη μεταβολή του εργασιακού καθεστώτος αυτών στο πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου της διαθεσιμότητας..".
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαλληλικής ιδιότητας των εναγουσών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την άσκηση υπαλληλικών καθηκόντων (ως τεχνιτών) εκ μέρους των εναγουσών.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι "η πρώτη ενάγουσα απασχολούνταν ..με τη μελέτη και τον υπολογισμό για νέες προσφορές, εργασία που απαιτεί καλή γνώση των υλικών και της ποιότητάς του, της αξίας τους και του χειρισμού των μηχανημάτων, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη εξοικονόμηση και η ποιοτικότερη απόδοση του παραγόμενου προϊόντος.
Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.5.2007 και από 1.1.2010 έως 31.5.2011 εργάσθηκε στο στάδιο της προεκτύπωσης που ακολουθεί την εργασία στο ατελιέ, ως φωτομεταφορέας, στο κομμάτι των τσίγκων και στο CTP, ενώ από τον Ιούνιο του 2011 μέχρι την άσκηση της αγωγής απασχολείτο στο ατελιέ, εκτελώντας όσες εργασίες προαναφέρθηκαν.
Ως φωτομεταφορέας ασχολούνταν στο μοντάζ που γίνεται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, δηλαδή στην τοποθέτηση του τελικού αρχείου που έχει δημιουργηθεί στο ατελιέ στο χαρτί ή χαρτόνι σε πολλές επαναλήψεις, προκειμένου να προχωρήσει στη συνέχεια η εκτύπωση. Ειδικότερα, στο μοντάζ απαιτείται, α) η σωστή τοποθέτηση των επαναλήψεων με τη σωστή φορά και τα σωστά περιθώρια στο χαρτί ή στο χαρτόνι λαμβάνοντας υπόψη την εκτυπωτική μηχανή που θα χρησιμοποιηθεί, ανάλογα με το αν πρόκειται για μοντάζ σε κουτιά ή σε περιοδικό, β) η επιλογή του κατάλληλου προγράμματος, της κατάλληλης καμπύλης, με την οποία θα γίνει η μεταφορά της μακέτας στους τσίγκους, δηλαδή στο καλούπι που αποτυπώνονται τα φιλμ, ώστε να αποδοθούν τα χρώματα σύμφωνα με τη μακέτα.
Η δεύτερη ενάγουσα κατά την εκτέλεση αυτής της εργασίας είχε την ευθύνη και τον έλεγχο του εμφανιστηρίου και τον έλεγχο των τσίγκων και σε περίπτωση που δεν είναι σωστά, προέβαινε σε διορθώσεις στην καμπύλη των τσίγκων ή τον χρόνο εμφάνισής τους. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στις πιο πάνω περιγραφόμενες επί μέρους εργασίες προέχει το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού.
Η εργασία των εναγουσών απαιτούσε εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση, ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθυνών, προσόντα που συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους και προσέδιδαν σε αυτές την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι εργάτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του ν. 2655/1953.
Το γεγονός ότι σε κάποια συγκεκριμένη επί μέρους εργασία (από το πλέγμα εργασιών που συνδέει το ατελιέ και το μοντάζ) υπήρχε και επίβλεψη άλλου προσώπου, το οποίο κατά περίπτωση έδινε εντολές και καθοδηγούσε τις ενάγουσες, δεν αναιρεί την παραπάνω υπαλληλική ιδιότητα των εναγουσών. Ειδικότερα, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι για την εκτέλεση των εργασιών αυτών απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και γνώση της λειτουργίας και δράσης των χρησιμοποιουμένων υλικών εκτύπωσης, ένταση της προσοχής και πρωτοβουλία για την εκτέλεση διορθωτικών παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης, καθώς και ιδιάζουσα ευθύνη για το έργο που τελικά παράγεται, απαιτουμένης προς επίτευξή τους της καταβολής πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας..." Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και με τον πρόσθετο αυτής λόγο επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά παραβίαση της από 15.05.2007 Σ.Σ.Ε, που έχει κηρυχθεί εκτελεστή με την ΥΑ 12311/9.7.2007 και την ΔΑ 33/2009 δέχθηκε ότι οι ενάγουσες λόγω της υπαλληλικής τους ιδιότητας απέκτησαν την ιδιότητα ως τεχνιτών. Ο λόγος αυτός πέραν της αοριστίας αφού δεν διαλαμβάνονται επαρκή πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη, λαμβανομένου μάλιστα ότι δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της απόφασης κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος γιατί από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι οι ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες ασκούσαν τα περιγραφόμενα αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση καθήκοντα, που προσιδιαζαν στα καθήκοντα του τεχνίτη κατά την ως άνω ΣΕ και ως άνω ΔΑ ( κατηγ.Εα /μοντερ, ρετουσερ, ένθεση, ηλεκτρονική ένθεση- σελιδοποίηση, γραφίστριες) και όχι ότι οι ενάγουσες λόγω της υπαλληλικής τους ιδιότητας υπήρξαν τεχνίτες. Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω τα ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.11.2017 αίτηση αναιρεσης και τον από 21.03.2018 πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ` αριθμ. 213/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 19 Απριλίου 2019
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 3 Μαΐου 2019
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ