481/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 481 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2018
Legislator headnote
AI generated481/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 481 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2018
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 481 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Δ.- Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Α.Ε." (ΕΥΑΘ ΑΕ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστρατίου Δοξάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4691/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 184/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης …/30-1-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 30-1-2017 (αριθμός κατάθεσης …/30-1-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 184/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 4691/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 10-1-2011 (αριθμός κατάθεσης …/13-1-2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349-351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι ο εργοδότης, με επιφύλαξη των τυχόν αντιθέτων όρων της σύμβασης εργασίας, έχει δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του εργαζομένου και να καθορίζει, μονομερώς και με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού, για αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης και επίτευξη των στόχων της (ΟλΑΠ 25/2003). Κατά την ενάσκηση, όμως, του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος δεν του επιτρέπεται να προκαλεί υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, με παράβαση διάταξης νόμου ή όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας ή με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Σε μια τέτοια περίπτωση επέρχεται μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία παρέχει στο μισθωτό, που δεν την αποδέχεται, την ευχέρεια είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή, καθιστώντας αυτόν, αν δεν συμμορφωθεί, υπερήμερο (ΑΠ 700/2015). Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 251/2008). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, καθίσταται σαφές ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς την συγκατάθεση του μισθωτού, τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, ενώ βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με την ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης, που συνεπάγονται δυσμενείς, ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του, συνέπειες. Βλαπτική, όμως, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν υφίσταται, όταν ο εργοδότης στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος τοποθετεί τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα, τμήμα ή θέση της επιχείρησης και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης, αν τούτο επιβάλλει το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης για την αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία της, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και δεν συνεπάγονται γι' αυτόν δυσμενείς υλικές ή ηθικές συνέπειες ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του (ΑΠ 132/2016). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/ 2013).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη 184/2015 απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, στην 1/2003 προκήρυξη πλήρωσης οργανικών θέσεων της εναγομένης "ΕΥΑΘ ΑΕ", μέσω ΑΣΕΠ, συμπεριλήφθηκε, μεταξύ άλλων, μία θέση μηχανικού οχημάτων κατηγορίας τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΤΕ) και μία θέση μηχανοτεχνίτη κατηγορίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ). Ότι βάσει της προκήρυξης αυτής, μεταξύ των προσόντων που έπρεπε να διαθέτει ο υποψήφιος για την πρόσληψη στη θέση του μηχανοτεχνίτη ΔΕ, ήταν η άδεια άσκησης επαγγέλματος αντίστοιχης ειδικότητας και τίτλος ΙΕΚ ή απολυτήριος τίτλος σχολικών μονάδων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισότιμος τίτλος σχολικής μονάδας της αλλοδαπής, βάσει του οποίου χορηγείται η παραπάνω άδεια άσκησης επαγγέλματος. Ότι, μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού, τη θέση του μηχανοτεχνίτη ΔΕ κατέλαβε ο ενάγων, ο οποίος την …-7-2006 συνήψε με την εναγομένη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος του κλάδου ΔΕ τεχνικού, ειδικότητας μηχανοτεχνίτη και με εισαγωγικό βαθμό Δ', θέση στην οποία και τοποθετήθηκε αυθημερόν. Ότι η εναγομένη, την …-7-2006, ανήγγειλε στον ΟΑΕΔ την πρόσληψή του με την ως άνω ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη. Ότι με τη σύμβαση εργασίας συνομολογήθηκε ότι ο ενάγων θα έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από τον Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης, θα υπόκειται σ' αυτόν και θα αμείβεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες για το προσωπικό της εταιρίας Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις ή Διαιτητικές Αποφάσεις. Ότι, σε εκτέλεση της ανωτέρω ατομικής σύμβασης εργασίας, ο ενάγων αρχικά τοποθετήθηκε στο Τμήμα Λειτουργίας, Συντήρησης Αντλιοστασίων Αποχέτευσης, με αντικείμενο εργασίας τη συντήρηση των μηχανών των αντλιοστασίων αποχέτευσης. Ότι μετά ταύτα ζήτησε να τοποθετηθεί στο Τμήμα Επισκευής και Συντήρησης Αυτοκινήτων, αλλά η εναγομένη δεν του απάντησε, απορρίπτοντας σιωπηρά το αίτημά του. Ότι στη συνέχεια, με την …-1-2007 απόφαση του Διευθυντή Εγκαταστάσεων, μετακινήθηκε από το πιο πάνω Τμήμα στο Γενικό Συνεργείο Κατασκευών και Επισκευών Μηχανολογικών Εγκαταστάσεων και Οχημάτων του Τμήματος Λειτουργίας, Συντήρησης και Επισκευής Αντλιοστασίων Ύδρευσης, με αντικείμενο εργασίας την επισκευή βυτιοφόρων οχημάτων και μηχανημάτων έργου. Ότι, μετά από αίτησή του, τοποθετήθηκε στο συνεργείο αυτοκινήτων (εγκαταστάσεις περιοχής …), όπου παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την …-3-2010, οπότε, σε εκτέλεση της …-2-2010 απόφασης της Διεύθυνσης Εγκαταστάσεων, μετακινήθηκε για τρεις (3) μήνες στο Συνεργείο Λειτουργίας Εγκαταστάσεων Αυτοματισμού και SCADA (Τμήμα Λειτουργίας, Συντήρησης και Επισκευής Αντλιοστασίων Ύδρευσης). Ότι ο ενάγων προέβαλε έγγραφες αντιρρήσεις για τη μετακίνησή του αυτή (αρ. πρωτ. …-2-2010), ζητώντας, μεταξύ άλλων, να προσδιορισθούν επακριβώς τα καθήκοντα που πρέπει να ασκεί ως μηχανοτεχνίτης αυτοκινήτων στην εναγομένη εταιρία, με βάση την κατεχόμενη από αυτόν άδεια άσκησης επαγγέλματος και του τίτλου σπουδών που κατέθεσε κατά την πρόσληψή του. Ότι με την ΔΔΑ …-12-2010 απόφαση των Διευθύνσεων Δικτύου Ύδρευσης και Δικτύου Αποχέτευσης, μετακινήθηκε ο τακτικός υπάλληλος του κλάδου ΔΕ Τεχνικού, ειδικότητας μηχανοτεχνίτη, Ν. Π. από τη Διεύθυνση Δικτύου Αποχέτευσης στη Διεύθυνση Δικτύου Ύδρευσης, με ταυτόχρονη μετακίνηση του ενάγοντος, της αυτής ειδικότητας, από τη Διεύθυνση Δικτύου Ύδρευσης στη Διεύθυνση Δικτύου Αποχέτευσης, ο οποίος την …-1-2011 ανέλαβε καθήκοντα μηχανοτεχνίτη σε συντηρήσεις και επιβλέψεις μηχανολογικού εξοπλισμού, τα οποία και ασκεί έκτοτε.
4. Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι η εναγομένη, βάσει των τυπικών του προσόντων, όφειλε να τον τοποθετήσει σε θέση μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων, ώστε να εκτελεί μόνο τις εργασίες που ορίζει το άρθρο 5 παρ.1α' του ν. 1575/1985, που ρυθμίζει τις "προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος τεχνίτη αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων και τους όρους λειτουργίας των συνεργείων των οχημάτων αυτών", αφού ως προσόν για την πρόσληψή του προσκόμισε άδεια επαγγέλματος μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων και ότι η ανάθεση καθηκόντων άλλου κλάδου παραβιάζει τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της εναγόμενης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι στην ως άνω 1/2003 προκήρυξη της εναγομένης τα προσόντα της ειδικότητας μηχανοτεχνίτη είχαν προσδιοριστεί εσφαλμένα, όπως προκύπτει από την …-7-2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, που προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο των πινάκων προτεραιότητας των υποψηφίων για την πλήρωση θέσεων του διαγωνισμού και ερεύνησε τις υποβληθείσες ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή του ενάγοντος (ο οποίος αρχικά είχε περιληφθεί στον πίνακα απορριπτέων, με την αιτιολογία ότι δεν κατέθεσε τίτλο σπουδών και άδεια άσκησης επαγγέλματος, που απαιτούνταν κατά την προκήρυξη). Ότι, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του ΑΣΕΠ, "Στην ειδικότητα μηχανοτεχνίτη ΔΕ ορίζεται ως προσόν ''η άδεια άσκησης επαγγέλματος μηχανοτεχνίτη'', η οποία δεν υφίσταται. Υφίσταται μόνο άδεια άσκησης επαγγέλματος μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Οι πτυχιούχοι μέσων σχολών του μηχανολογικού τομέα, γράφονται σε βιβλία αποφοίτων μέσων τεχνικών σχολών ειδικότητας μηχανολόγων και η εγγραφή τους αυτή επέχει θέση άδειας. Από τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΕΥΑΘ προκύπτει ότι υπάρχουν θέσεις για αποφοίτους διαφόρων ειδικοτήτων σχολών του μηχανολογικού τομέα και ότι δεν απαιτείται ρητώς κάποια άδεια. Ως εκ τούτου, γίνονται δεκτοί οι υποψήφιοι είτε είναι γραμμένοι σε βιβλία αποφοίτων μέσων τεχνικών σχολών ειδικότητας μηχανολόγων, είτε υποβάλλουν άδεια μηχανοτεχνίτη". Ότι ο ενάγων, για την πρόσληψή του, υπέβαλε ως δικαιολογητικά φωτοαντίγραφα της από …-6-1996 άδειας μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων και μοτοποδηλάτων και πτυχίου ΤΕΣ, ειδικότητας μηχανών αυτοκινήτων, του τμήματος μηχανολογικών ειδικοτήτων, τα οποία κρίθηκαν επαρκή για την κάλυψη της εν λόγω θέσης. Ότι, από την ανωτέρω απόφαση του ΑΣΕΠ, ουδόλως συνάγεται ότι η προκήρυξη της εναγομένης αφορούσε πλήρωση θέσης μόνο μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων του άρθρου 5 παρ.1α' του ν. 1575/1985 και ότι ο ενάγων προσλήφθηκε να εργασθεί ειδικά ως μηχανοτεχνίτης αυτοκινήτων και όχι ως μηχανοτεχνίτης, όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίζεται. Ότι η αληθινή βούληση της εναγομένης δεν ήταν να προσλάβει μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων ΔΕ, αλλά μηχανοτεχνίτη ΔΕ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα προαναφερόμενα έγγραφά της και δη: 1) στην ίδια την προκήρυξη, με την οποία προκηρύχθηκε ξεχωριστά η θέση μηχανικού οχημάτων (ΤΕ) από τη θέση μηχανοτεχνίτη (ΔΕ), 2) στην από …-7-2006 σύμβαση εργασίας που συνήψε με τον ενάγοντα, από την οποία ουδόλως πηγάζει η υποχρέωση της εναγομένης να τον απασχολεί ως μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων, 3) στη θέση στην οποία τοποθέτησε τον ενάγοντα αμέσως μετά την πρόσληψή του, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, η οποία ήταν στη συντήρηση αντλιοστασίων και όχι στο συνεργείο αυτοκινήτων και 4) στην αναγγελία της πρόσληψής του προς τον ΟΑΕΔ. Ότι η κρίση περί του ότι ο ενάγων δεν προσλήφθηκε στη θέση μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων και η σύμβαση εργασίας του δεν αφορούσε ειδικά τη θέση αυτή, προκύπτει και από τον ίδιο τον κανονισμό εργασίας της εναγομένης, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε ειδικότητα μηχανοτεχνίτη και ξεχωριστά σε ειδικότητα μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων. Ότι υπέρ των ανωτέρω συνηγορεί το γεγονός ότι οι συνυποψήφιοι του ενάγοντος για την ίδια θέση του μηχανοτεχνίτη, οι οποίοι κατετάγησαν στον πίνακα προτεραιότητας των υποψηφίων, δεν προσκόμισαν ως δικαιολογητικό των προσόντων τους άδεια άσκησης επαγγέλματος μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων του ν. 1575/1985, όπως θα έπρεπε, εάν η θέση, στην οποία επρόκειτο να προσληφθούν, ήταν μόνο αυτή του μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων. Ότι ειδικότερα, ο υποψήφιος Β. Β. προσκόμισε πτυχίο μέσης τεχνικής σχολής τμήματος εργοδηγών μηχανολόγων, ο υποψήφιος Α. Ρ. προσκόμισε πτυχίο ΤΕΛ, τμήματος βιομηχανικών εγκαταστάσεων και παραγωγής, ο υποψήφιος Γ. Δ. προσκόμισε πτυχίο μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων και μοτοποδηλάτων, καθώς και πτυχίο μέσης τεχνικής σχολής τμήματος εργοδηγών μηχανολόγων, ο υποψήφιος Τ. Σ. προσκόμισε πτυχίο ΤΕΕ, ειδικότητας εργαλειομηχανών CNC του τομέα μηχανολογικών ειδικοτήτων και ο υποψήφιος Χ. Σ. προσκόμισε πτυχίο ειδικότητας μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων. Ότι μόνο το γεγονός ότι ο ενάγων διαθέτει πτυχίο μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων, δεν μπορεί να αναιρέσει τη συμφωνία των μερών ως προς το είδος της εργασίας, για την οποία προσλήφθηκε και ορίσθηκε να παρέχει αυτός, ούτε το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης να συγκεκριμενοποιήσει το είδος της εργασίας, το οποίο δεν επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του ότι αυτή άσκησε καταχρηστικά. Ότι, βάσει των ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση του άρθρου 10 του Κανονισμού Λειτουργίας της εναγομένης, το οποίο ρυθμίζει την ανάθεση καθηκόντων άλλου κλάδου ή άλλης ειδικότητας, που είναι επιτρεπτή μόνο σε περίπτωση έκτακτης υπηρεσιακής ανάγκης, διότι η εναγομένη δεν ανέθεσε στον ενάγοντα καθήκοντα άλλου κλάδου, παρά αυτά του μηχανοτεχνίτη ΔΕ, τα οποία ασκεί από την έναρξη της εργασίας του. Ότι καθήκοντα μηχανοτεχνίτη σε συντηρήσεις και επιβλέψεις μηχανολογικού εξοπλισμού ασκεί ο ενάγων και στην τελευταία θέση, στην οποία τοποθετήθηκε από …-1-2011, όπως προκύπτει από την …-8-2014 βεβαίωση της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού της εναγομένης, η οποία αναιρεί τον ισχυρισμό αυτού ότι στη νέα θέση του όλες οι εργασίες που εκτελεί είναι εκτός καθηκόντων μηχανοτεχνίτη ΔΕ. Ότι, και αν ακόμη του ανατίθενται εργασίες συναφείς και παρεμφερείς με το κύριο αντικείμενο του μηχανοτεχνίτη, είναι υποχρεωμένος να τις εκτελεί κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η δε εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να τον απασχολεί ως μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων. Ότι η νέα θέση, όπου μετακινήθηκε ο ενάγων, ανήκει στον ίδιο κλάδο εργασίας, δεν είναι υποδεέστερη από την προηγούμενη (γεγονός που δεν επικαλείται ούτε ο ίδιος), δεν μεταβάλλει μισθολογικά ή συνταξιοδοτικά δικαιώματά του, ούτε θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, όπως ο ίδιος αναπόδεικτα ισχυρίζεται. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι στην περίπτωση του ενάγοντος δεν στοιχειοθετείται ούτε μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας ούτε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, οπότε απέρριψε τους λόγους της έφεσης αυτού, με τους οποίους παραπονιόταν κατά της τότε εκκαλουμένης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στη θέση τακτικού υπαλλήλου της ΔΕ Τεχνικού, ειδικότητας μηχανοτεχνίτη (αυτοκινήτων), να παραλείπει στο μέλλον την όποια μετακίνησή του σε θέση διάφορη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του από αυτή για την οποία προσελήφθη, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε γενόμενη μετακίνηση και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, με βάση της παραδοχές της, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1, 2α' και 4α', 5 παρ.1α' και 11 παρ.1α' και 2 του ν. 1575/1985 "Τεχνίτες αυτοκινήτων κλπ- άδεια επαγγέλματος", εντούτοις δεν τις εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε τελείως εσφαλμένο υπαγωγικό πόρισμα και διατακτικό, είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών παραδοχών, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με τη μη εφαρμογή τους, καθόσον έγινε δεκτό ότι ο ενάγων προσλήφθηκε να εργασθεί ως μηχανοτεχνίτης στις εγκαταστάσεις των αντλιοστασίων της εναγομένης και όχι ως μηχανοτεχνίτης των οχημάτων της.
5. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω διατάξεων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1098/2011). Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται για την ερμηνεία δικαιοπραξιών και όχι για την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου και, συνεπώς, η μη προσφυγή στους κανόνες αυτούς προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 599/2004). 6.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, διαπιστώνοντας εμμέσως την ύπαρξη κενού και εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την κατανόηση της έννοιας της ειδικότητας του μηχανοτεχνίτη στην κρίσιμη διάταξη της δικαιοπραξίας [1/15-7-2003 προκήρυξη της ΕΥΑΘ, ΦΕΚ 207/15-7-2013, σελ. 2171, αρ.5, υπό τον τίτλο: "κλάδος/ ειδικότητα: μηχανοτεχνίτης (ΔΕ), θέση 1"], αναζητώντας επιχειρήματα από στοιχεία εκτός του κειμένου της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας, παραβίασε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173 και 200), αφού δεν συνέτρεχε λόγος για την ερμηνευτική αυτή ενέργεια, διότι η κρίσιμη διάταξη της επίμαχης δικαιοπραξίας είναι σαφής και τελεί σε πλήρη αντιστοιχία με τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 2, 5 και 11 του ν. 1575/1985, αλλά και με τις προϊσχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 3100/1954. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, προεχόντως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, με βάση τις παραδοχές που αναφέρονται ανωτέρω (αρ.4), το Εφετείο δεν δέχθηκε, ούτε έμμεσα ούτε σιωπηρά, ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων αναφορικά με την ειδικότητα πρόσληψης του ενάγοντος, ώστε να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να ερμηνεύσει το σαφές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιεχόμενο της δήλωσης της εναγομένης στην προκήρυξη ή των δηλώσεων των διαδίκων στη σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, ερμηνεύοντας, στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, τις διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω (αρ.2), δέχθηκε ότι η συγκεκριμενοποίηση του είδους της οφειλόμενης εργασίας του μισθωτού γίνεται από τον εργοδότη, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, το οποίο οριοθετείται από τις σχετικές προβλέψεις της ατομικής σύμβασης εργασίας και από τους τυχόν σχετικούς νομοθετικούς περιορισμούς, ότι, έτσι, ο εργοδότης δικαιούται να εξειδικεύει την υποχρέωση του εργαζομένου, αναθέτοντάς του συγκεκριμένα καθήκοντα και υπηρεσίες, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις εύλογες ανάγκες της επιχείρησης, αλλά και τις ικανότητες, πείρα και γνώσεις του εργαζομένου και ότι "Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές ''σιωπές'' της σύμβασης εργασίας επί του περιεχομένου της υποχρέωσης του εργαζομένου θα πρέπει να ερμηνεύονται από το δικαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών" (σελίδα 8η της εφετειακής απόφασης). Όμως, στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού του, δεν περιέχονται παραδοχές περί διάγνωσης ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βούλησης των συμβληθέντων ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, αλλά ούτε και προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης εργασίας ή της 1/2003 προκήρυξης της εναγομένης. Η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "η αληθινή βούληση της εναγομένης δεν ήταν να προσλάβει μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων ΔΕ, αλλά μηχανοτεχνίτη ΔΕ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα προαναφερόμενα έγγραφά της" [ήτοι στην ίδια την προκήρυξη, με την οποία προκηρύχθηκε ξεχωριστά θέση μηχανικού οχημάτων (ΤΕ) και θέση μηχανοτεχνίτη (ΔΕ), στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και στην αναγγελία της πρόσληψης], δεν έχει την έννοια της ερμηνείας της δικαιοπρακτικής δήλωσης της εναγομένης στην προκήρυξη ή των δηλώσεων των διαδίκων στη σύμβαση εργασίας, αφού γίνεται ρητή αναφορά ότι η βούληση της εναγομένης για την πρόσληψη του ενάγοντος ως μηχανοτεχνίτη ΔΕ "αποτυπώθηκε στα έγγραφά της", τα δε αναφερόμενα στην απόφαση επιχειρήματα ουδόλως αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δήλωσης βούλησης της εναγομένης. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι αβάσιμος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης …/30-1-2017 αίτηση για αναίρεση της 184/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά της έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ