Legislator Case Law & Legislation
481/2016 AI generated

481/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 481/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 481 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 481/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ ΤσαλαÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 481 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 481/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαΐου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σαμψών.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (καθολικής διαδόχου, κατά τη διάρκεια της δίκης, της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και αυτής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..."), εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Καλογήρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4502/2005 μη οριστική, 6544/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2846/2011 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1520/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2846/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2284/2015 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 20-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή, κατά ένα μέρος, των πέμπτου και όγδοου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιός της ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μόνο ως προς ορισμένα κεφάλαια, η εξέταση της υπόθεσης γίνεται μόνο ως προς τα εν λόγω κεφάλαια και τα τυχόν, συνεχόμενα με αυτά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις όμοιες των άρθρων 321,322, 324 και 106 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν γίνουν δεκτές αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και στη συνέχεια η απόφαση αναιρεθεί κατά παραδοχή ασκηθείσας αναίρεσης από έναν μόνο από τους αντιδίκους εκκαλούντες, η υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής θα εξεταστεί καθ’ ό μέρος ηττήθη ο αναιρεσείων με την απόρριψη της έφεσής του, αλλά και με την αποδοχή της έφεσης του αντιδίκου του από τον Αρειο Πάγο, εφόσον κατά τα λοιπά καλύπτεται από το δεδικασμένο της μη αναιρεθείσας απόφασης (ΑΠ 553/2008,1684/1981). Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) των σχετικών εγγράφων έχει ως εξής: Με την από 31-12-2002 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τραυματισμό της συνεπεία πτώσης στηθαίου οικοδομής, ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ζήτησε, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε εν μέρει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 75.465 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από τον ένδικο τραυματισμό της και για τα διαφυγόντα κέρδη της μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη εταιρία είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιπλέον και το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καθώς και το ποσό των 615.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται τα 2/3 των εισοδημάτων που θα απολέσει με βεβαιότητα στο μέλλον από τη μειωμένη κατά 50% απόδοση της στην εργασία της κατά το χρονικό διάστημα των 36 ετών και 8 μηνών που μεσολαβεί από την άσκηση της αγωγής μέχρι και τη συνταξιοδότηση της καταβλητέο σε εφάπαξ κεφάλαιο, άλλως το σύνολο των εισοδημάτων που θα απολέσει, δηλαδή το ποσό των 921.584 ευρώ, καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις την πρώτη ημέρα κάθε μήνα κατά τα περαιτέρω ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6544/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει ως αποζημίωση στην αναιρεσείουσα το ποσό των 26.013 ευρώ, ενώ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να της καταβάλει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης το ποσό των 80.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν ενώπιον του Εφετείου αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την 2846/2011 απόφασή του, δέχθηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας στην οποία επεδίκασε, (πλην άλλων που δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία) τα ακόλουθα ποσά : 1) για τις αναγκαίες μετακινήσεις της με ταξί, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 15-2-2000, το ποσό των 15.000 δραχμών (44,02ευρώ), 2) για την απώλεια των εισοδημάτων της, εξαιτίας της ολικής ανικανότητάς της προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-1999 μέχρι 6-3-2000 το ποσό των 3.000.000 δραχμών (8804,11ευρώ), 3) για την απώλεια των εισοδημάτων της στο μέλλον και μέχρι τη συνταξιοδότησή της ( για 36 έτη και 8 μήνες) μετά το 2002, εξαιτίας της μερικής μόνιμης αναπηρίας της, το ποσό των 5.000 ευρώ κατά παραδοχή εν μέρει σχετικών λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας και απόρριψη αυτών κατά τα επιπλέον αιτηθέντα με την αγωγή ποσά και 4) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ, μειώνοντας κατά 50.000 ευρώ το σχετικό κονδύλιο κατά παραδοχή λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης. Επίσης, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε στο σύνολό του το ποσό των 8.719.430 δραχμών (25.588,94 ευρώ) που της είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αφορούσε στα έξοδα μετάβασης της αναιρεσείουσας και του πατέρα της στις ΗΠΑ καθώς και τις δαπάνες νοσηλείας της εκεί. Κατά της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου, άσκησε αναίρεση μόνο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 1520/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η πιο πάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, ως προς τα κεφάλαιά της, 1) της απώλειας των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας, από την εργασία της, για το χρονικό διάστημα από τις 6-3-2000 και μέχρι τις 31-12-2002, 2) των εξόδων μετακινήσεών της με ταξί το ίδιο χρονικό διάστημα, 3) των εξόδων μετάβασης και επιστροφής αυτής και του πατέρα της στις ΗΠΑ, των εξόδων διαμονής τους εκεί, καθώς και των δαπανών νοσηλείας που υποβλήθηκε στην αλλοδαπή, 4) της μερικής απώλειας των εισοδημάτων της, εξαιτίας της μόνιμης μερικής αναπηρίας της, μετά τις 31-12-2002 και μέχρι τη συνταξιοδότησή της (για τα επόμενα 36 έτη και 8 μήνες) και 5) της αποκατάστασης της ηθικής της βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού της. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εξεταστέα ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, στα πλαίσια των ορίων της άνω αναιρετικής απόφασης, ήταν η υπόθεση κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα, ηττήθηκε δηλαδή τόσο κατά το μέρος που απορρίφθηκε η έφεσή της, όσο και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, η οποία και έπρεπε να επανεξεταστεί από το Εφετείο. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ομοίως και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 27-3-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης, σε σχέση με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της υπόθεσης, επαναφερθείσα προς συζήτηση με την από 7-11-2014 κλήση της, δεν υπέπεσε στην από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της έφεσης. Οι λόγοι αυτοί συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου, αναγόμενα είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ258/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανωτέρω έφεσης της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ζητούσε την απόρριψη ειδικότερα του επιδικασθέντος στην αναιρεσείουσα κονδυλίου της αγωγής της, που αφορούσε στην μετάβαση αυτής και του πατέρα της στις ΗΠΑ για την αποθεραπεία της, επικαλούμενη εσφαλμένη σχετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του ως προς την αναγκαιότητα διενέργειας της εν λόγω δαπάνης. Επομένως ορθά το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και ο περί του αντιθέτου έβδομος, κατά το οικείο μέρος του λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Αντίθετα, εξ αντιδιαστολής, δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, ούτε εκείνος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ’ αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην (ΑΠ166/2011). Επομένως οι δεύτερος και έβδομος κατά το οικείο μέρος του λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη διότι ήταν απαράδεκτες οι κατατεθείσες την προηγούμενη ημέρα της συζήτησης των εφέσεων, προτάσεις της αναιρεσίβλητης, οι οποίες έπρεπε να κατατεθούν προ είκοσι ημερών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 581παρ.2 ΚΠολΔ, με δικονομική συνέπεια την απαράδεκτη εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ αντιμωλία της αναιρεσίβλητης, αντί να θεωρηθεί αυτή ερήμην δικαζόμενη, είναι απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 581 παρ.2, 524 παρ.2 και 237 ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης και πριν την τροποποίηση τους με το ν.4335/2015), μετά την αναίρεση της υπόθεσης, μόνο εάν το δικαστήριο της παραπομπής είναι πρωτοβάθμιο τηρείται η προβλεπόμενη από το άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμία των είκοσι ημερών πριν την συζήτηση της υπόθεσης για τη κατάθεση των προτάσεων, ενώ, αντιθέτως, σε περίπτωση που αυτό είναι εφετείο, τότε (και εφόσον η δίκη στον πρώτο βαθμό είχε διεξαχθεί αντιμωλία των διαδίκων, όπως στην προκειμένη περίπτωση), οι προτάσεις κατατίθενται στην έδρα μέχρι την έναρξη της συζήτησης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.14ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτες τις ενώπιόν του εφετείου κατατεθείσες από την αναιρεσίβλητη προτάσεις της, πέραν της έβδομης σελίδας, στις οποίες είχε συρράψει τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (αλλά και του εφετείου των προηγηθεισών συζητήσεων) προτάσεις της, με αποτέλεσμα όλοι οι περιεχόμενοι σ’ αυτές ισχυρισμοί της τελευταίας να είναι απαράδεκτοι, εκτός του ότι με αυτές γινόταν αναφορά σε μη αναιρεθέντα κεφάλαια της υπόθεσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει συγκεκριμένο ισχυρισμό που περιέχονταν στις μετά την έβδομη σελίδα προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ο οποίος να λήφθηκε υπόψη απαραδέκτως από το Εφετείο και να διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, ενώ κατά τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ.2,19 και 18 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, διότι: α)οι δικαστές που την εξέδωσαν δεν εκτέλεσαν το εξυπακουόμενο έργο του δικαστή και αντέγραψαν την αιτιολογία και το διατακτικό της αναιρεθείσας απόφασης του Εφετείου Αθηνών, β) αυτό στερεί την προσβαλλόμενη από ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την κρίση άλλων δικαστών και γ) το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την 1520/2013 αναιρετική απόφαση, εφόσον εξέδωσε την ίδια κατά περιεχόμενο απόφαση με την αναιρεθείσα. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, οι υπό στοιχεία α και β ως απαράδεκτοι, εφόσον και αληθές υποτιθέμενο το περιεχόμενό τους, δεν ιδρύουν τις επικαλούμενες ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες και ο υπό στοιχείο γ ως αβάσιμος διότι, από την επισκόπηση της 1520/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο λόγος της μερικής αναίρεσης της 2846/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, από το άρθρο 559 αριθμ.11α ΚΠολΔ, συνίστατο στη λήψη υπόψη απ’ αυτό μη επιτρεπόμενης ένορκης βεβαίωσης, που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη. Επομένως ως προς αυτό και μόνο το δικονομικό ζήτημα έπρεπε να συμμορφωθεί το Εφετείο, ενώ η τυχόν ταύτισή του κατά τα λοιπά με την αναιρεθείσα απόφαση, δεν προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ7/2006). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού, δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι όμως και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006). Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 928, 929 και 930 παρ. 1 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας από την οποία προκαλείται βλάβη της υγείας ή του σώματος του παθόντος παρέχεται η δυνατότητα στον τελευταίο να ασκήσει αγωγή για την επιδίωξη αποκατάστασης και μελλοντικής ζημίας του, έστω και αν ακόμη δεν έχει επέλθει η τελευταία και δεν έχει πληρωθεί ο ένας από τους όρους του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αρκεί να έχει τεθεί το θεμέλιο και να μη εξαρτάται παρά μόνο από περιστάσεις που με βεβαιότητα θα προκύψουν στο μέλλον. Η ως άνω, αποζημίωση, όταν αφορά περιοδικές παροχές από την απώλεια εισοδημάτων, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν, όμως, συντρέχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να καταβληθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Τέτοιος σπουδαίος λόγος θεωρείται, ότι υπάρχει όταν η εφάπαξ καταβολή μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου (ΑΠ 2017/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 929 εδ α’ ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.ά) και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα και όχι μόνο την πραγματοποίηση της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία. Ειδικότερα, η ελεύθερη επιλογή θεραπευτικού ιδρύματος, θεράποντος ιατρού και θεραπευτικής μεθόδου, ανήκει στον ζημιωθέντα. Προϋπόθεση όμως για την αποκατάσταση της σχετικής δαπάνης είναι η αναγκαιότητα της πραγματοποίησής της για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της υγείας του ζημιωθέντος ή για την αποτροπή της επιδείνωσης αυτής, στοιχεία που πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ο ίδιος (ΑΠ 1935/2013,634/2010, 601/2009,2176/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: " Με την υπ’ αριθμ. 2846/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κρίθηκε τελεσιδίκως με το μη αναιρεθέν μέρος της ότι την 7η Σεπτεμβρίου 1999, περί ώρα 15.00, ενώ η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα και κινούνταν στην οδό ..., έλαβε χώρα σεισμός με ένταση 5,9 της κλίμακας Ρίχτερ με συνέπεια από την οικοδομή, κυριότητας της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), κτισμένης πριν από 80 χρόνια, και διατηρητέας, που κείται στον οικοδομικό αριθμό … της οδού ... να αποκολληθεί τμήμα του στηθαίου, μήκους 4 μέτρων και παρασύροντας τμήμα της υποκείμενης μαρκίζας να καταπέσει στο οδόστρωμα και να καταπλακωθεί από τα δομικά υλικά αυτού η ενάγουσα. Η τελευταία από το ως άνω συμβάν υπέστη πολλαπλά κατάγματα, κυρίως στην σπονδυλική στήλη ...Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι αμέσως μετά το ατύχημα η ενάγουσα μεταφέρθηκε στο τρίτο θεραπευτήριο του ΙΚΑ και κατόπιν στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, όπου και διαπιστώθηκε ότι αυτή υπέστη πολλαπλά κατάγματα στις εγκάρσιες αποφύσεις αμφοτερόπλευρα του 03, 04 και 05 σπονδυλικού σώματος, κάταγμα στην αριστερή εγκάρσια απόφυση του 02, στην ακανθώδη υπόφυση του ίδιου σπονδύλου και στη βάση της ακανθώδους απόφυσης του σπονδύλου Θ11, αποκόλληση της δεξιάς ακανθώδους απόφυσης του σώματος του 03 από τη βάση της, μικρό ενδαθρικό κάταγμα και πλάγιο υπεξάρθρημα, κάταγμα στο ιερό οστούν αμφοτερόπλευρα, διερχόμενο δια μέσου των II τρημάτων, μέχρι το ύψος των 12 καθώς και από την πλάγια επιφάνεια αυτού αριστερά και γραμμοειδές κάταγμα στο ελεύθερο χείλος της δεξιάς 11 ης πλευράς, εκτεταμένο αιμάτωμα οπισθοπεριτοναϊκού χώρου με διόγκωση και ανομοιογένεια των λαγονοψοϊτών μυών, κατερχόμενη ενδοπυελικά στον προιερό χώρο και πέριξ του ορθού, με συνύπαρξη συλλογής στο περιορθικό λίπος και πάχυνση περιορθικής περιτονίας, ελάχιστη ποσότητα υγρού στους οπίσθιους παρανεφρικούς χώρους κυρίως δεξιά και παρακολικά, πάρεση του λεπτού και παχέος εντέρου με μικρού βαθμού διάταση αυτού, υποδόριο αιμάτωμα στην ανώτερη οσφυϊκή χώρα, κεντρικά οπίσθια, εκτεινόμενον από το ύψος του Θ12 σπονδύλου μέχρι και τον 04, ανοιχτό κάταγμα του 3ου μεταταρσίου. Η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το κάταγμα του Δ άκρου ποδός και εξήλθε την 1-10-1999, με τη διάγνωση ότι συνεχίζει να πάσχει από οσφυαλγία μετά τον τραυματισμό της στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και άλγος κατά τη βάδιση και οίδημα στο δεξιό άκρο πόδα, με τη σύσταση αποχής από την εργασία της για τρεις μήνες. Η ίδια διάγνωση έγινε κατά την επανεξέτασή της στο νοσοκομείο 251 ΓΝΑ, στις 5-1-2000 και της συστήθηκε αποχή από την εργασία της για 60 ημέρες, ήτοι μέχρι και 6-3-2000. Έκτοτε, η ενάγουσα εμφάνισε εύκολη κόπωση στην παρατεταμένη βάδιση και ορθοστασία με εμφάνιση άλγους στην κατώτερη ΟΜΣΣ με αντανάκλαση έως τους γλουτούς και αντιρροπιστική κυφωτική στάση και της συστήθηκε φυσιοθεραπεία εκ περιτροπής ανά εξάμηνο. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι απείχε για περαιτέρω χρονικό διάστημα από την εργασία της καθόσον σχετική ιατρική βεβαίωση που να έχει εκδοθεί για το χρονικό διάστημα, μετά την 6-3-2000, δεν προσκομίζεται. Η εκτιμητική κρίση του διορισθέντος πραγματογνώμονος νευροχειρουργού ότι η ενάγουσα αδυνατούσε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2000 να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του δικηγόρου, λόγω της γενικότητας της διατύπωσής της και λαμβανομένου υπόψη του μεσολαβήσαντος μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθεση ασφαλή κρίση το Δικαστήριο ως προς την αποχή της για το χρονικό διάστημα από τις 6-3-2000 και μεταγενέστερα. Εξαιτίας του τραυματισμού της από το ατύχημα η ενάγουσα υποβλήθηκε σε δαπάνες για τις μετακινήσεις, κατά το χρονικό διάστημα της αποχής από την εργασία της. Επειδή ήταν αναγκαία η μετάβασή της στο Νοσοκομείο 251 ΓΝΑ, για επανεξέταση και έκδοση πιστοποιητικών την 25-10-1999, 7-12-1999, 4-1-2000, 5-1-2000 και 15-2-2000 δαπάνησε προς εκμίσθωση δημοσίας χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου (ταξί) το ποσό των 3.000 δραχμών ανά διαδρομή με επιστροφή και συνολικά 15.000 δραχμές. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος που της είχε συστηθεί αποχή από την εργασία της υπήρξε ανάγκη να μετακινείται με ταξί για τις μεταβάσεις σε νοσοκομεία, εργαστήριο φυσιοθεραπείας κλπ. Έτσι, η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωσης ποσού 15.000 δραχμών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε συνολικά το κονδύλιο αυτό έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός πρώτος λόγος της από 10-3-2009 έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Απρίλιο 2001 η ενάγουσα μετέβη στο εξωτερικό (ΗΠΑ) και επισκέφθηκε το Ιατρικό Κέντρο ... του Ρότσεστερ της Πολιτείας Μινεσότα, με αναφερόμενη πάθηση "πόνος στη σπονδυλική στήλη". Επισκέφθηκε ορθοπεδικό ιατρό και υποβλήθηκε σε διαγνωστικές εξετάσεις, χωρίς να νοσηλευθεί. Διέμεινε σε ξενοδοχείο για το χρονικό διάστημα από 8-4-2001 έως 25- 5-2001 μαζί με το συνοδό πατέρα της. Η μετάβαση της ενάγουσας στην αλλοδαπή δεν έγινε κατόπιν ιατρικής σύστασης και δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αναγκαία και ότι δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθεί στην Ελλάδα η ως άνω πάθηση.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωσης για τις δαπάνες μετάβασης αυτής και του συνοδού της (πατέρα αυτής) στις ΗΠΑ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμο το σχετικό κονδύλιο, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός πέμπτος λόγος της από 7-11-2004 έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να απορριφθεί ο σχετικός δεύτερος λόγος της από 10-3-2009 αντίθετης έφεσης της ενάγουσας ως ουσία αβάσιμος. Αποδείχθηκε, εξ άλλου, ότι η ενάγουσα από τις 27-4-1999 ασκούσε το λειτούργημα της δικηγόρου στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιά, διατηρώντας επαγγελματικό γραφείο στην Αθήνα και στις 5-5-1999, είχε συνάψει με την ετερόρρυθμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "... Γ. Σ., Κ. Χ., Π. Π….." διετή σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενη από την εντολέα της με πάγια αντιμισθία, ανερχόμενη σε 350.000 δραχμές μηνιαίως. Ενώ από την εργασία της, ως δικηγόρος, απολάμβανε μηνιαίο εισόδημα 150.000 δραχμών. Λόγω του τραυματισμού της, στις 7-9-1999, δεν εργάσθηκε και απείχε από την εργασία της μέχρι 6-3-2000 (κατά την προαναφερόμενη σύσταση των ιατρών), ώστε απώλεσε εισόδημα 500.000 δραχμών μηνιαίως, και συνολικά 3.000.000 δραχμών, για το οποίο πρέπει να αποζημιωθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ως άνω κονδύλιο έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός τέταρτος λόγος της από 10-3-2009 έφεσης της ενάγουσας .... Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα των σωματικών βλαβών που υπέστη η ενάγουσα, προκλήθηκε παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης λόγω πόρωσης του κατάγματος του ιερού οστού σε θέση κάμψης (κύφωση). Για να αντιρροπεί την κύφωση η ενάγουσα προσπαθεί να υπερεκτείνει τους ραχιαίους μύες και το γεγονός αυτό σε ένα βαθμό της δημιουργεί κόπωση στην πολύωρη καταπόνηση της σπονδυλικής στήλης με τη ορθοστασία ή την καθιστική στάση. Η σπονδυλόλυση του 05 σπονδύλου επιβάλλει αποφυγή καταπόνησης της σπονδυλικής στήλης με κάθε τρόπο, όπως είναι η ανύψωση βάρους, η έντονη γυμναστική, η ορθοστασία. Επίσης, εμφανίζεται μια δυσλειτουργία της ποδοκνημικής άρθρωσης, σε πολύ ακραίες κινήσεις, καθώς και του τρόπου που το πέλμα εφάπτεται με το έδαφος, χωρίς να διαπιστώνεται χωλότητα στη βάδιση .... Τέλος, εξαιτίας του τραυματισμού της η ενάγουσα εμφανίζει διαταραχή stress μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία σε συνδυασμό με υπολειμματική χρονίσασα καταθλιπτικόμορφη διαταραχή .... Από την παραπάνω κατάσταση της υγείας της διαπιστώνεται μερική μόνιμη αναπηρία και παραμόρφωση της σωματικής εμφάνισης της ενάγουσας, που επιδρά στο μέλλον της, διότι προκαλεί μείωση της δυνατότητας της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτής, με συνακόλουθη μελλοντική ζημία για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συνταξιοδότησή της, από 5.000 ευρώ, κατά το οποίο πρέπει να αποζημιωθεί, ώστε το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο αυτό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός πέμπτος λόγος της από 10-3-2009 έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος... Τέλος, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη εξαιτίας του τραυματισμού της και προς αποκατάσταση δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους του τραυματισμού της ενάγουσας και του αποτελέσματος στη σωματική και ψυχική της υγεία, της ηλικίας της, της κοινωνικής θέσης αυτής και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ορίζεται σε 30.000 ευρώ. Η εκκαλουμένη, που επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 80.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε ο σχετικός έκτος λόγος της από 27-3-2009 έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός έκτος λόγος της από 10-3-2009 έφεσης της ενάγουσας. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι ως άνω εφέσεις, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλα τα κονδύλια που έγιναν δεκτά, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης περί δικαστικής δαπάνης, που θα ορισθεί εκ νέου, ώστε ο σχετικός έβδομος λόγος της από 10-3-2009 έφεσης της ενάγουσας παρέλκει να εξετασθεί, και αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 9.418,93 ευρώ, και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της πάθησης της αναιρεσείουσας η μετάβαση της στην αλλοδαπή, ούτε ότι αυτή δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα", δικαιολογεί την απόρριψη του σχετικού κονδυλίου που αφορούσε στην δαπάνη για την μετάβαση της αναιρεσείουσας με τη συνοδεία του πατέρα της σε κλινική των Η.Π.Α., είναι δε σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 929 εδ.α ΑΚ, την οποία δεν παρεβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος υπό στοιχείο α λόγος, της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση του υπό στοιχείο δ έβδομου αναιρετικού λόγου με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.14 και 19ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλειψε να της επιδικάσει το κατά την κρίση της μέρος του κεφαλαίου μετάβασης και νοσηλείας της στις ΗΠΑ, με το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει στην ημεδαπή την αποθεραπεία της, ανεξαρτήτως από την μη υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους της, είναι απαράδεκτη. Κι αυτό γιατί, η άνευ αγωγικού αιτήματος, μη επιδίκαση νοσηλειών δεν ιδρύει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους. Εξάλλου, το ανωτέρω σχετικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου διαμορφώθηκε με βάση τον προαναφερθέντα λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και όχι με ισχυρισμούς (όπως αορίστως επικαλείται η αναιρεσείουσα) που περιέχονται στο απαράδεκτο κατ’ αυτήν μέρος των ενώπιον του άνω Δικαστηρίου προτάσεων της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς η επικαλούμενη πλημμέλεια κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και όχι 14 ΚΠολΔ, με ειδικότερη αιτίαση, υπό στοιχείο ε, του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμη. Η περιλαμβανόμενη στον έβδομο λόγο αναίρεσης υπό στοιχείο II επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ, λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσής της που αναφερόταν σε εκ προφανούς παραδρομής παράλειψη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου να της επιδικάσει ένα μέρος των κονδυλίων που αφορούν στη μετάβαση της στις ΗΠΑ, είναι αβάσιμη, διότι η απόρριψη στο σύνολό του, του εν λόγω κονδυλίου, κατ’ αποδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, καθιστούσε αβάσιμη, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία, την έφεση της αναιρεσείουσας που αφορούσε τμήμα του κονδυλίου αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις υπό στοιχεία β και γ αιτιάσεις του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.11 γ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, απορριπτικού της επιδίκασης αποζημίωσης λόγω της ανάγκης μετάβασης και νοσηλείας της σε κλινική των ΗΠΑ, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτή νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα 1) το με αριθμ.πρωτοκ.6029/21-9-2004 έγγραφο της Πρωτοβάθμιας Υγιειονομικής Επιτροπής του Δημοσίου, που της ανεγνώριζε αναπηρία 50%, 2) το άρθρο της εφημερίδας "το …" της 14-10-2003, με τίτλο "Οι χρόνιοι πόνοι εξωθούν σε αυτοκτονία", 3)το από 11-5-2001 αντίγραφο εγγράφου της ..., που περιέχει το ιστορικό της κατάστασής της και των επιβαλλόμενων θεραπευτικών ενεργειών και 4)την από 24-5-2001 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του άνω Ιατρικού Κέντρου, στο οποίο αναφέρονται οι πραγματοποιηθείσες εκεί θεραπείες. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως" και το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.

Περαιτέρω όμως, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης αναφορικά με τα κεφάλαια, α) της απώλειας των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας από την εργασία της, για το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 μέχρι τις 31-12-2002 και β) της μερικής απώλειας των εισοδημάτων της, εξαιτίας της μόνιμης μερικής αναπηρίας της, μετά την 31-12-2002, ήτοι από 1-1-2003 και μέχρι τη συνταξιοδότησή της, ήτοι για 36 έτη και 8 μήνες, και ειδικότερα λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 298, 929 και 930 παρ.ΙΑΚ.. Συγκεκριμένα, ενώ το Εφετείο απορρίπτει το αιτούμενο από την αναιρεσείουσα κονδύλιο λόγω απωλείας των εισοδημάτων της από την εργασία της, κατά το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 και μέχρι 31-12-2002, με την παραδοχή ότι η αδυναμία της προς εργασία λόγω του τραυματισμού της που έλαβε χώρα στις 7-9-1999 και της συνεπεία αυτού κατάστασης της υγείας της, διήρκεσε μέχρι 6-3-2000 και ότι έκτοτε δεν αποδείχθηκε σχετική της αδυναμία να εργαστεί ως δικηγόρος (αυτή είναι η έννοια της σχετικής παραδοχή, ότι "...δεν αποδείχθηκε ότι απείχε για περαιτέρω χρονικό διάστημα από την εργασία της καθόσον σχετική ιατρική βεβαίωση που να έχει εκδοθεί για το χρονικό διάστημα μετά την 6-3-2000 δεν προσκομίζεται. Η εκτιμητική κρίση του διορισθέντος πραγματογνώμονος νευροχειρουργού, ότι η ενάγουσα αδυνατούσε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2000 να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του δικηγόρου....δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη ασφαλή κρίση το Δικαστήριο ως προς την αποχή της για το χρονικό διάστημα από τις 6-3-2000 και μεταγενέστερα"), στη συνέχεια, αντιφατικά δέχεται, ότι συνεπεία του τραυματισμού της και των ψυχοσωματικών συνεπειών του "διαπιστώνεται μερική μόνιμη αναπηρία και παραμόρφωση της σωματικής εμφάνισης της ενάγουσας, που επιδρά στο μέλλον της, διότι προκαλεί μείωση της δυνατότητας της επαγγελματικής της δραστηριότητας, με συνακόλουθη μελλοντική ζημία για χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συνταξιοδότησή της, από 5000 ευρώ, κατά το οποίο πρέπει να αποζημιωθεί" και κάνει εν μέρει δεκτό το αιτούμενο με το με στοιχ.β κεφάλαιο της αγωγής κονδύλιο. Κατ’ αυτό τον τρόπο είναι ασαφές και αντιφατικό το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της επιδίκασης των αιτούμενων απωλεσθέντων παρόντων (μέχρι την άσκηση της αγωγής) και μελλοντικών εισοδημάτων της αναιρεσείουσας, της κατάστασης της υγείας της λόγω του τραυματισμού της, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα και της συνεπεία αυτής ικανότητάς της προς άσκηση του επαγγέλματός της ως δικηγόρου κατά το ίδιο διάστημα και σε ποιο ποσοστό. Επιπλέον, ως προς την παραδοχή του Εφετείου για την επιδίκαση του ποσού των 5.000 ευρώ, υφίσταται παντελής έλλειψη αιτιολογίας, αφού δεν εκτίθενται ποια ήταν τα μετά πιθανότητας προσδοκώμενα εισοδήματα της αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα των 36 ετών και 8 μηνών, από την άσκηση του επαγγέλματός της, αν δεν είχε υποστεί τον περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τραυματισμό και ποια θα ήταν αυτά μετά τον τραυματισμό της και την συνακόλουθη αναπηρία της, έτσι ώστε από την σύγκριση των μεγεθών αυτών να συνάγεται ότι το ανωτέρω εφάπαξ επιδικασθέν ποσό (για την απώλεια των εισοδημάτων της επί τριάντα έξι έτη και οκτώ μήνες) βρίσκεται σε λογική ακολουθία και με τις λοιπές παραδοχές της, πως επίσης και ποιος είναι ο σπουδαίος λόγος για την εφάπαξ επιδίκασή του, με αποτέλεσμα και για το λόγο αυτό να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής από το Εφετείο των προαναφερθεισών διατάξεων.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι πέμπτος και όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ.Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ως άνω κεφάλαια, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν τα κεφάλαια αυτά. Επισημαίνεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς τα πληττόμενα με τους ένατο και έκτο αντίστοιχα λόγους αναίρεσης (ανεξαρτήτως της βασιμότητας αυτών) κεφάλαια, της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας και των εξόδων μετακίνησης αυτής με ταξί για το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 μέχρι 31-12-2002,διότι οι σχετικές με την κατάσταση της υγείας της αναιρεσείουσας και του χρονικού διαστήματος της συνεπεία αυτής αδυναμίας της προς άσκηση του επαγγέλματός της, παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, θα επιδράσουν πρόδηλα τόσο στο ύψος της τελικώς επιδικασθησομένης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης, ως μία παράμετρος αυτής, όσο και στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπήρξε αναγκαία η χρησιμοποίηση εκ μέρους της ταξί (εφόσον ο λόγος απόρριψης του σχετικού κονδυλίου για περαιτέρω χρονικό διάστημα, με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι ότι "δεν υπήρξε ανάγκη",με την έννοια ότι η κατάσταση της υγείας της δεν το απαιτούσε, να μετακινείται με χρησιμοποίηση ταξί). Εξάλλου, όταν κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης αναιρείται έστω και εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναίρεση περιλαμβάνει και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων στο σύνολό τους, λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού αυτών για όλα τα κεφάλαια της απόφασης (ΑΠ1520/2013). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της μερικής αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται χωρίς αντικείμενο η έρευνα του δέκατου λόγου της αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι της επεδίκασε μικρότερο από το οφειλόμενο ποσό για τα δικαστικά της έξοδα. Κατ’ ακολουθία, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια που αναιρούνται, προκειμένου να δικασθεί στην ουσία (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013), σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα της επιμελέστερης των διαδίκων, ώστε κατ’ αυτή οι διάδικοι, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (ΑΠ 1725/2014). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 17 παρ. 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2284/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαιά της: 1) της απώλειας των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας, από την εργασία της για το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 μέχρι 31-12-2002, 2) των εξόδων μετακινήσεών της με ταξί κατά το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, 3) της μερικής απώλειας των εισοδημάτων της, εξαιτίας της μόνιμης μερικής αναπηρίας της, από 1-1-2003 και μέχρι την συνταξιοδότησή της, ήτοι για τα επόμενα τριάντα έξι έτη και οκτώ μήνες και 4) της αποκατάστασης της συνεπεία του τραυματισμού της ηθικής της βλάβης.

Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά.

Αναβάλλει αντίστοιχα την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια που αναιρέθηκε σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση της επιμελέστερης των διαδίκων.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ