481/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 481 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2012
Legislator headnote
AI generated481/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 481 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2012
Full text
Απόφαση 481 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Β. του Κ., συζ. Σ. Μ. και 2. Μ. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούτα.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φυτίλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34235/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1177/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17.1.2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ` αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ` εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης και αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις (βλ. άρθρα 224, 227 Κ.Πολ.Δ.), τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της, Η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1119/2011, ΑΠ 339/2010). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Ετέρωθεν, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημιάς αυτής αλλά και όταν γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται την δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημιάς είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Στην περίπτωση δε της από κοινού τελούμενης απάτης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 45 Π.Κ., αντικειμενικά μεν απαιτείται σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως της απάτης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, με αριθμό εκθέσεως δικογράφου 37924/2004 αγωγή, που υπόκειται σε επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορεί τα εξής: Ότι τον Απρίλιο του 2004 συμφώνησε με τους εναγόμενους (ήδη αναιρεσείοντες) να πωλήσει στο δεύτερο από αυτούς, γιο της πρώτης, το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της, εμβαδού 50,22 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της κείμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... πολυκατοικίας, αγοραίας αξίας 110.000 έως 120.000 ευρώ, αντί τιμήματος 100.000 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου από δάνειο ύψους 50.000 ευρώ που θα ελάμβανε ο δεύτερος εναγόμενος από την Τράπεζα Πειραιώς και 50.000 ευρώ που θα της κατέβαλε σε μετρητά εξ ιδίων. Ότι επειδή η έκδοση του δανείου απαιτούσε πολύ χρόνο και η ενάγουσα, μόνιμος κάτοικος Γερμανίας από 35ετίας, αδυνατούσε να παραμείνει επί μακρόν στην Ελλάδα, οι εναγόμενοι την έπεισαν με δόλια και απατηλά μέσα, να χορηγήσει στην πρώτη εναγομένη, την οποία εμπιστευόταν λόγω συγγενικής τους σχέσης, πληρεξούσιο πώλησης του εν λόγω διαμερίσματος (υπ' αριθ. .../27-4-2004 της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Συλλαίου), προκειμένου η τελευταία να συγκεντρώσει όλα τα απαιτούμενα για την υπογραφή του συμβολαίου έγγραφα, στο οποίο όμως πληρεξούσιο αναγράφεται ως τίμημα μόνο το ποσό των 50.000 ευρώ του δανείου, παριστάνοντας σ' αυτήν ψευδώς ότι "αυτό (το ποσό) το γράφουμε μόνο και μόνο για την Τράπεζα που θα δώσει το δάνειο και αφού η αντικειμενική αξία είναι περίπου σ' αυτό ποσό", αποσκοπώντας όμως να επωφεληθούν το πέραν του δανείου υπόλοιπο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος των 50.000 ευρώ, γεγονός το οποίο αποσιώπησαν. Ότι, ενώ την είχαν διαβεβαιώσει ότι θα την ειδοποιούσαν κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου να παραστεί και να υπογράψει η ίδια, οπότε και θα εξοφλείτο το συμφωνηθέν τίμημα, εντούτοις, στις 14-5-2004 οι εναγόμενοι προέβησαν στην υπογραφή, ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου και με την παράσταση δικηγόρου, του οριστικού συμβολαίου πώλησης στο δεύτερο εναγόμενο του εν λόγω διαμερίσματος, δυνατότητα που έδινε στην πρώτη εξ αυτών το ως άνω πληρεξούσιο, χωρίς να ειδοποιήσουν προς τούτο την ενάγουσα. Ότι και μετά την υπογραφή του συμβολαίου οι εναγόμενοι δεν ενημέρωσαν την ενάγουσα για το γεγονός αυτό, το οποίο η τελευταία πληροφορήθηκε όταν ήλθε στην Ελλάδα πέντε μήνες αργότερα, οι δε εναγόμενοι ενώ αρχικά δεν αμφισβήτησαν το μέρος του τιμήματος των 50.000 ευρώ που θα ελάμβανε σε μετρητά και ήταν πέραν του ποσού του δανείου το οποίο έλαβε (50.000 ευρώ), δήλωσαν στην συνέχεια σ' αυτήν ότι το μεταξύ τους συμφωνηθέν τίμημα για την πώληση του ακινήτου της ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, δηλαδή αυτό που αναγράφεται στο πληρεξούσιο, αρνούμενοι έκτοτε να της καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος των 50.000 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε με αντίστοιχη ωφέλεια των εναγομένων, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης αυτών, συνισταμένη στην εις βάρος της απάτη, αφού οι εναγόμενοι την έπεισαν δόλια και απατηλά, να υπογράψει ανυποψίαστη το άνω πληρεξούσιο πώλησης του διαμερίσματός της, προκειμένου να επωφεληθούν το πέραν του αναγραφομένου στο πληρεξούσιο αυτό ποσό του τιμήματος. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί η ενάγουσα, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, να της καταβάλουν, νομιμοτόκως, το ποσό των 50.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ως άνω ζημίας της. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομική και ιστορική βάση της (από αδικοπραξία) στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 147, 149, 297, 298, 914, 926 και 246 ΑΚ, 386, 27 και 45 ΠΚ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως προς την παραπάνω από αδικοπραξία βάση της και το στηριζόμενο σ' αυτήν αίτημά της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της, από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν, ως προς την υπαιτιότητα και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής προς την επελθούσα ζημία της ενάγουσας, ενόψει της επικαλούμενης από κοινό δόλο των εναγομένων απατηλής συμπεριφοράς αυτών σε βάρος της, συνισταμένης στο ότι εκμεταλλευόμενοι την μεταξύ τους συγγενική σχέση, και το γεγονός της μόνιμης διαμονής της στην Γερμανία, που δεν της επέτρεπε την επί μακρόν παραμονή της στην Ελλάδα, προκάλεσαν σ' αυτήν δολίως τη σφαλερή αντίληψη ότι θα ανταποκριθούν στα όσα της δήλωσαν αναφορικά με την πώληση στο δεύτερο εναγόμενο του άνω διαμερίσματός της και του συμφωνηθέντος τιμήματος αυτού, ένεκα της οποίας αυτή προέβη σε δήλωση βουλήσεως δια της υπογραφής του προρρηθέντος πληρεξουσίου, που αφενός μεν έδινε την δυνατότητα μεταβίβασης από την πρώτη εναγομένη στο δεύτερο του διαμερίσματός της, αφετέρου δε την έπεισαν με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις να αναγραφεί σ' αυτό ως τίμημα το ποσόν των 50.000 ευρώ, αντί του πραγματικού των 100.000 ευρώ, ενώ αποσκοπούσαν να αμφισβητήσουν το πραγματικό τίμημα, με επακόλουθο να υποστεί ζημία για το πέραν του αναγραφόμενου στο πληρεξούσιο ποσόν του τιμήματος που αρνούνται να της καταβάλουν. Ούτε όμως παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή γεγονότα ως προς την απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων εις βάρος της ενάγουσας, τα οποία την οδήγησαν στη γενόμενη εκ μέρους της δήλωση βουλήσεως, που είχε ως επακόλουθο την προρρηθείσα ζημία της, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και ήταν επαρκή για την στήριξη του αιτήματός της προς αποζημίωση από αδικοπραξία συνισταμένη σε απάτη. Δεν συνιστούν δε αντίφαση της αγωγής, ως προς την ερευνόμενη βάση της από αδικοπραξία, τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, προς στήριξη του ίδιου αιτήματός της σε άλλες βάσεις, κυρίως ή επικουρικώς, και συγκεκριμένα σε αθέτηση της συμβάσεως πωλήσεως και στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού παραδεκτά μπορούσαν να σωρευθούν στην αγωγή επικουρικώς περισσότερες βάσεις για την ίδια αξίωση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι 1ος, 2ος, 3ος και 4ος, αντίθετοι λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή περιέχει πλήρη στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποιήσεως και του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), αφού αρκούσαν προς τούτο η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων (εναγομένων) διά της εξαπατήσεως αυτής, ώστε να αποκτήσει έναντι αυτών δικαίωμα αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ενόψει του υφισταμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής εις βάρος της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της ζημίας της. Επομένως, ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 147, 149, 297, 298, 914, 926 και 246 ΑΚ, 386, 27 και 45 ΠΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-01-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1177/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ