481/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 481 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated481/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 481 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 481 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 481/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης:......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σακκαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από
23-3-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 12/ΤΜ/26/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 8-9-2006 αίτησή του και τους από 22-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 10-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ νομίμως εισάγεται προς συζήτηση αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την κατ' άρθρο 12 παρ. παρ. 1, 2 του Ν. 2118/95 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 Ν. 2573/98 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν. 2121/1995 εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθ. 1558/06 σχετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. για τον λόγο αναίρεσης και τον αντίθετο λόγο.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπου που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη, τέτοιος δε λόγος αναιρέσεως είναι του αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αφορά την καθ' ύλη αναρμοδιότητα.
Εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη προβάλλει την ένσταση περί απαραδέκτου του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως εκ του αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 72/05 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού, κατά της υπ' αριθ. 36/00 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιτέας, την αιτίαση εκ της διατάξεως αυτής, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας, για το λόγο ότι αυτός προήλθε από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ο οποίος προσδιόρισε την έφεση και η οποία συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα προαναφερθέντα, γιατί ο λόγος αυτός αναιρέσεως αφορά ζήτημα που ανάγεται στη δημόσια τάξη (Ολ. ΑΠ 58/1998).
ΕΠΕΙΔΗ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ συντρέχει αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκαν ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 36/1988). Περαιτέρω στο άρθρο 4 του ΑΝ 2344/1940 περί "Αιγιαλού και Παραλίας" και ειδικότερα στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι τμήματα ιδιωτικών τυχόν κτισμάτων τα οποία από την επιτροπή χαρακτηρίσθηκαν ότι ανήκουν στον Αιγιαλό θεωρούνται ως κηρυχθέντα απαλλοτριωτέα αναγκαστικά υπέρ του Δημοσίου για να περιληφθούν στον αιγιαλό από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης της Επιτροπής μετά του διαγράμματος. Στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι στους κυρίους των κτημάτων αυτών παρέχεται εξάμηνη προθεσμία από την προαναφερόμενη δημοσίευση, εντός της οποίας οφείλουν να αναγγείλουν στον οικείο Νομάρχη τις αξιώσεις τους υποβάλλοντες και τίτλους επί των οποίων ότι στηρίζουν τα αξιούμενα δικαιώματά τους. Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι όταν παρέλθει άπρακτη η εξάμηνη αυτή προθεσμία τυχόν εμπράγματα δικαιώματα οιουδήποτε ή αξιώσεως για αποζημίωση που δεν έχουν αναγγελθεί αποσβέννυνται. Περαιτέρω στην παράγρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι μετά την πάροδο άπρακτης της κατά την παραγρ. 2 εξάμηνης προθεσμίας, ο αιγιαλός θεωρείται ότι έχει καθορισθεί οριστικά και η απόδειξη τούτου για τη Διοίκηση και το Δικα/ρια γίνεται μόνο δια της έκθεσης και του διαγράμματος. Τέλος σύμφωνα με την παραγρ. 1 του άρθρου 3, η έκθεση της επιτροπής μεταγράφεται στη μερίδα του Δημοσίου, διαφορετικά, αν συντελεσθεί η απαλλοτρίωση χωρίς την μεταγραφή, αυτή (απαλ/ση) δεν μεταθέτει την κυριότητα στο νέο φορέα. Εξάλλου κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδ. α και παρ. 4 εδ. α και γ' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδεχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο, κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για το προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Η αποζημίωση ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια. Πριν καταβληθεί η οριστική η προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Η συντέλεση της απαλλοτρίωσης είναι το καθοριστικό γεγονός στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης που επιφέρει τη στέρηση της ιδιοκτησίας με την αλλαγή του φορέα της. Για την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης για λόγους δημόσιας ωφέλειας ο συνταγματικός νομοθέτης έθεσε τους όρους τους οποίους δεν μπορεί να παραβεί ο κοινός νομοθέτης α) επιτάσσει την εξασφάλιση στον ιδιοκτήτη λήρους αποζημίωσης, η οποία προσδιορίζεται κατά συνταγματική επίσης επιταγή από τα πολιτικά δικαστήρια. Μόνον εφόσον καταβληθεί η πλήρης αποζημίωση είναι δυνατόν να στερηθεί κάποιος την ιδιοκτησία του, η οποία και περιέρχεται στον υπερού η απαλλοτρίωση β) Διακηρύσσει τη διατήρηση ακέραιων (απαράγραπτων) των Δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη πριν από την καταβολή της αποζημιώσεως. Τέλος κατά το άρθρο 20 του συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από το δικαστήριο και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτό τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του όπως ο νόμος ορίζει. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του. Με βάση τα προεκτεθέντα, η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ΑΝ 2344/1940 η οποία προβλέπει για την απόσβεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ιδιωτών επί τμημάτων γης που απαλλοτριώνονται χάριν του αιγιαλού στην περίπτωση της μη κατά τη παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου εμπρόθεσμης αναγγελίας του δικαιούχου, δεν είναι ισχυρή. Το να απόλλυται εμπράγματο δικαίωμα και δη της κυριότητας εκ μόνου του λόγου της μη αναγγελίας στην διοικητική αρχή και της μη προσαγωγής σ' αυτή των τίτλων ιδιοκτησίας, δεν τελεί σε αρμονία προς την συνταγματική ως άνω διάταξη του άρθρου 17, που προστατεύει την ιδιοκτησία. Η απώλεια του εμπράγματου τούτου δικαιώματος μόνο μετά την τήρηση της ως άνω διαδικασίας που προβλέπεται από το Σύνταγμα και τους νόμους περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως είναι δυνατόν να επέλθει. Περαιτέρω αυτός που θίγεται από τον χαρακτηρισμό του ακινήτου του ως αιγιαλού, στερείται από την παροχή έννομης δικαστικής προστασίας από τα δικαστήρια και παραβιάζεται το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεώς του σε διοικητικές ενέργειες ή μέτρα που λαμβάνονται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του, εφόσον η επιτροπή προσδιορίζει τον αιγιαλό χωρίς την προηγούμενη πρόσκληση του παρα..... ιδιοκτήτη που θίγεται. Έτσι ο κοινός νομοθέτης αφ' ενός στερεί από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου το δικαίωμα που του αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα και που κατευθύνεται στην πλήρη αποζημίωση, αφετέρου παρέχει την εξουσία καθορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος χάριν του αιγιαλού ακινήτου στον εαυτό του (κοινό νομοθέτη) και όχι στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία σύμφωνα με την παραπάνω συνταγματική επιταγή, πάντοτε έχουν τη δικαιοδοσία να καθορίζουν σε περίπτωση απαλλοτρίωσης την αποζημίωση. Με τον τρόπο όμως αυτό παραβιάζεται ευθέως το άρθρο 17 του Συντάγματος. Περαιτέρω με την ένταξη του ακινήτου στα όρια του αιγιαλού αποφασίζεται σε βάρος του δικαιώματος της κυριότητας του βλαπτόμενου ιδιοκτήτη με απλή πράξη της διοίκησης, η απώλεια του δικαιώματος αυτού, χωρίς προηγούμενη ακρόασή του. Έτσι όμως παραβιάζεται το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, του ενδιαφερομένου από το διοικητικό ως άνω καθορισμό των ορίων του αιγιαλού, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων του και συνακόλουθα παραβιάζεται ευθέως το άρθρο 20 του Συντάγματος. Επομένως οι απαλλοτριωτικές διατάξεις των παραγράφων 24 και 4 του άρθρου 4 του ΑΝ 2344/1940, παραβιάζουν ευθέως τα άρθρα 17 και 20 του Συντάγματος και είναι για το λόγο αυτό ανίσχυρες να παράγουν έννομες συνέπειες. Ορίζουσα εξάλλου η διάταξη της παραγράφου 6 του αυτού άρθρου και νόμου, ότι μετά την πάροδο της κατά την παραπάνω εξάμηνης προθεσμίας ή τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως "ο αιγιαλός θεωρείται καθορισθείς οριστικώς" σαφή έχει την έννοια, ότι δεν δύναται πλέον να λάβει χώρα εκ νέου διοικητικός καθορισμός του Αιγιαλού. Δεν μπορεί δηλαδή η διοίκηση να προβεί στον επανακαθορισμό έναντι των καθών η αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτών, αλλά ο καθορισμός αυτός δεσμεύει τη διοίκηση και δεν μπορεί να προβεί στον προσδιορισμό βάσει άλλων διαφορετικών στοιχείων που βλάπτουν τους ιδιώτες (ΑΠ 1522/02, 544/1978, 855/1972 Χορομίδης. Η Αναγκαστική Απαλλοτρίωση εκε 2η σελίδα 169).
Εν προκειμένω το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας δέχθηκε τα εξής: Με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ........ συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ιτέας Αγγελικής Αργυροπούλου, η ανακόπτουσα απέκτησε την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, εκτάσεως 142,65 τ.μ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου ..... και επί της επαρχιακής οδού ... - ... - ..... και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ2, βόρεια με την επαρχιακή οδό ....-.....-......, δυτικά με Γ1, βόρεια με την επαρχιακή οδό ...-....-..., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ2 και νότια με ελεύθερο χώρο, πλάτους 7 μέτρων και πέραν αυτών με θάλασσα, ο οποίος χρησιμοποιείται ως χωματόδρομος από τον οποίο διέρχονται και αυτοκίνητα, όπως προέκυψε από τη θεώρηση αυτών. Ειδικότερα η ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου περιήλθε στην ανακόπτουσα δια του προαναφερόμενου τίτλου λόγω πωλήσεως από τη μητέρα της ......., στην οποία είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα δια του επίσης νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...... συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Χρισσού Λουκά Τσότρα, αιτία αγοράς από τη μέχρι τότε κύρια αυτού ......, γεγονότα που δεν αμφισβητεί άλλωστε και το καθ' ου η ανακοπή με συνέπεια να συνάγεται ομολογία τούτου ως προς αυτά (άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δ.). Επί του ακινήτου αυτού υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει ισόγειος κατοικία προς την πλευρά που συνορεύει προς την επαρχιακή οδό ενώ στη νότια πλευρά του, εκείνη δηλαδή που συνορεύει με την εδαφική έκταση που παρεμβάλλεται μεταξύ του ακινήτου και της θάλασσας, υπάρχει περίφραξη με σύρμα στηριγμένη σε τσιμεντένια βάση, η οποία βρίσκεται στην ίδια ευθεία με τις αντίστοιχες περιφράξεις των όμορων ακινήτων των Γ1 και Γ2, περίφραξη που υπάρχει από πολύ παλιά. Ακολούθως μετά τήρηση των προβλεπόμενων από τον α.ν. 2344/1940 νόμιμων διαδικασιών δια της υπ' αριθμ. πρωτ. ..... αποφάσεως του Νομάρχη Φωκίδας, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 36/19-1-1988 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, τεύχος Δ, καθορίσθηκε στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο της ανακόπτουσας η οριογραμμή του αιγιαλού και της παραλίας, βάσει της οποίας κατά το συνοδεύον τον καθορισμό αυτό από ......τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε από τους μηχανικούς .... και ..... και θεωρήθηκε κατά την αυτή ημερομηνία (.....) από τη Διεύθυνση Τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Φωκίδας, συμπεριελήφθη στα όρια του αιγιαλού και τμήμα του ακινήτου της ανακόπτουσας, εμβαδού 8,59 τ.μ., όπως αυτό ορίζεται στο επισυναπτόμενο στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ....... με τα στοιχεία ...-...-....-....-....., τμήμα όμως όπου σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα δεν έφταναν τα συνήθη μεγαλύτερα κύματα. Ούτε η ανακόπτουσα ως ψιλή κυρία του περιληφθέντος τμήματος του ακινήτου της στην οριογραμμή του αιγιαλού που έγινε με τον προεκτεθέντα τρόπο ούτε και η μητέρα της που είχε παρακρατήσει την επικαρπία τούτου εφ' όρου ζωής της, πληροφορήθηκαν την οριοθέτηση αυτή του αιγιαλού, που περιλάμβανε μέρος του ακινήτου τους, εφόσον δεν κλήθηκαν ως φερόμενοι ως ιδιοκτήτες να διατυπώσουν τις απόψεις τους, κατά την οριοθέτηση αυτή και έτσι δεν ανήγγειλαν εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 4 παρ. 2 του α.ν. 2344/1940 τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του εδαφικού αυτού τμήματος. Το γεγονός αυτό θεωρείται από το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο ως αιτία αποσβέσεως των επί του εν λόγω εδαφικού τμήματος εμπραγμάτων δικαιωμάτων της ανακόπτουσας, η οποία κατέστη πλήρη κυρία αυτού μετά τον κατά το έτος 1993 θάνατο της πωλήτριας μητέρας της.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Φωκίδος, θεωρούσα ότι το επίδικο τμήμα κατέστη δημόσιο κτήμα, μετά την άπρακτη παρέλευση του εξαμήνου εκ μέρους της ανακόπτουσας και την απόσβεση του εμπραγμάτου δικαιώματός της σ' αυτό, μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπ' αριθ. πρωτ. ... αποφάσεως του Νομάρχη Φωκίδας περί καθορισμού Αιγιαλού, εξέδωκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης λόγω αυθαίρετης χρήσης αυτού που προσδιόρισε στο ποσόν των 42.950 δρχ. για το διάστημα από 1-1-95 έως 31-12-99 πριν καν ακόμη μεταγραφεί η ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Φωκίδας, η οποία έλαβε χώρα στις 26.1.2000. Ακόμη το Εφετείον απέρριψε τον ισχυρισμόν του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου περί μεταστάσεως σ' αυτό της κυριότητας του επιδίκου εδαφικού τμήματος δια της Δημ/σης και μόνο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της άνω απόφασης του Νομάρχη Φωκίδος και μάλιστα ανεξαρτήτως ή μη της μεταγραφής αυτής κατά το χρόνο εκδόσεως του αναφερομένου πρωτοκόλλου αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος, δεχθέν ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 του ΑΝ 2344/1940 στις οποίες στηρίζεται ο εν λόγω ισχυρισμός και οι οποίες θεωρούν ως κρίσιμο των εν λόγω δημοσίευση και ορίζουν περαιτέρω ότι επέρχεται απώλεια των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί τμήματος γης που χαρακτηρίζεται ότι ανήκει στον αιγιαλό, εφόσον δεν γίνει αναγγελία των δικαιωμάτων αυτών εντός εξάμηνης προθεσμίας από την ίδια δημοσίευση, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 17 και 20 του ισχύοντος Συντάγματος και ως αντισυνταγματικές είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες και δη την απώλεια του εμπραγμάτου δικαιώματος της ανακοπτούσης, χωρίς παράλληλα την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας απαλλοτριώσεως. Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας, η οποία δεν αποσβέσθηκε κατά τον καθορισμό το 1988 των ορίων του αιγιαλού και επομένως τούτο ποτέ δεν έγινε δημόσιο κτήμα ως αιγιαλό και συνέχεια έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το προσβαλλόμενο δι' αυτής υπ' αριθ. ..... πρωτόκολλο αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Φωκίδος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 4 του ΑΝ 2344/1940, ως αντισυνταγματικές κατά τα προαναφερθέντα και συνεπώς ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ 1ος και μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο ότι δηλαδή έπρεπε να εφαρμοσθούν οι εν λόγω διατάξεις και να θεωρηθεί αποσβεσμένο το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος της ανακόπτουσας στην επίδικη λωρίδα γης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τις παραγράφους 1 και 2 του από 11/12/11/1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 42666/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 5895/1933 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 Α.Ν. 1540/1938, 19 Α.Ν. 1919/1939, 2 Α.Ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 Α.Ν. 263/1968 "εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οπωσδήποτε το Δημόσιο ή η Δ.Δ.Κ., βεβαιούται αποζημίωσις δι' ο χρονικόν διάστημα εποιήσατο χρήσιν. Η αποζημίωσις ορίζεται...... κατά τη κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, υπέρ ..... κοινοποιείται δια δημοσίου εγγράφου εις τον κατά τα άνω καρπούμενο ή χρησιμοποιούντα το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας ενός μήνα (άρθρο 10 Α.Ν. 1919/1935) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει ανακοπή. Περαιτέρω ορίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις ότι η ανακοπή ασκείται ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσον, αυτός αν ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 115 παρ. 2 του δ/τος). 'Ηδη μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής, έχει σύμφωνα με τα άρθρα 1 εδ. ε και στ, 3 παρ. παρ. 1, 2 και 4 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, κατά τις οποίες καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 409/05, ΑΠ 553/06). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της και παρά την ακολουθουμένη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ) ένδικα μέσα τη έφεσης και της αναίρεσης και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων θεωρείται ότι έχει καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 21-22/02 και 38/02). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 12/ΤΜ26/2003/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού, κατά της υπ' αριθ. 36/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιτέας η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για χρήση δημοσίου κτήματος το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του, την αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός καθ' όσον κατά τα προαναφερθέντα αρμόδιο να δικάσει την έφεση κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιτέας ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας και όχι το δικάσαν ως Εφετείον Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας.
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ερμηνευομένη τόσο με λήψη υπόψη της αρχής της οικονομίας της δίκης όσο και σε συνδυασμό με την ρυθμιστική της κατάστασης των διαδίκων μετά την αναίρεση της απόφασης διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ' ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της έφεσης, ενώ κατά τον όπως στην προκειμένη περίπτωση βάσιμο σχετικό λόγο αναιρέσεως δεν ήταν, συναναιρείται και η απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό, ενώ και αυτό όπως σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, για να καταστεί έτσι εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (Ολ. ΑΠ 566/1986). Επομένως πρέπει να αναιρεθεί και η υπ' αριθ. 36/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιτέας, και η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις υπ' αριθ. 36/2000 και 12/ΤΜ26/2003/2005 αποφάσεις των Ειρηνοδικείου Ιτέας και Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας, αντίστοιχα.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας, για εκδίκασή της απ' αυτό σε πρώτο βαθμό. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ