481/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 481 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 481/2007
Legislator headnote
AI generated481/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 481 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 481/2007
Full text
Απόφαση 481 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 481/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. ..... και 3...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Μπρέγιαννο και Χαράλαμπο Σαμαρά, οι οποίοι δήλωσαν ότι παραιτούνται του τρίτου (3ου ) λόγου από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Τζέλλα-Αρσένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-2-1995 και 3-6-1996 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6207/2000 και 5902/2000 προδικαστικές, 6358/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4119/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2005 αίτησή τους και τους από 30-8-2006 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της 4119/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 559 αριθ.1α΄ και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α΄) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εφόσον το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ24/92). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός ( αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ. ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τους 2Ο , μέρος πρώτο, 4Ο και 6Ο λόγους του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1και 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 512 και 1831 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα κατά τους αναιρεσείοντες, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς, και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της εκτίμησης της αξίας του επιδίκου κληρονομιαίου ακινήτου και του προσδιορισμού της αξίας της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ,ως αόριστοι, διότι δεν περιέχουν τις σχετικές με τα ως άνω ζητήματα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων, αλλ'ούτε και προσδιορίζεται σ' αυτούς σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών της απόφασης. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που, με την επίφαση της επίκλησης των από τις άνω διατάξεις του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης ,περιέχουν αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, ο 1Ος λόγος, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 336 παρ.3 και 438 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναίρεση κατά το άρθρο 559αριθ.1 ΚΠολΔ επιτρέπεται μόνο όταν η παραβιαζόμενη διάταξη είναι ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 336 και 438 ΚΠολΔ.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να εξεύρει την πραγματική( συναλλακτική) αξία του ακινήτου που με το .... συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών .... παραχώρησε η κληρονομουμένη όσο ζούσε στην πρώτη αναιρεσείουσα, η εκτίμηση της αξίας του οποίου ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό της κληρονομίας και τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης, κατά τα άρθρα 1831,1832 ΑΚ, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ...... πράξη επιβολής προστίμου του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., την οποία ορθώς συνεκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού καμία διάταξη νόμου δεν προσδίδει στην πράξη αυτή πλήρη απόδειξη ως προς την εκτιμηθείσα με αυτήν αξία του ως άνω ακινήτου. Επομένως ο 1ος λόγος, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη του παραπάνω εγγράφου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566παρ.1 και 577 παρ,3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον 3Ο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.8,10,11,12 και 13 ΚΠολΔ, αναφέροντας κατά λέξη στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του " με το άνω σκεπτικό της αυθαίρετης και αναιτιολόγητης αποδείξεως της αξίας του ακινήτου σε 50.000.000 δραχμές δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, άλλως έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που έχουν επικουρική ισχύ παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου περί της δυνάμεως των αποδεικτικών μέσων και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου όσον αφορά το βάρος της αποδείξεως, ενώ δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ειδικότερα έσφαλε διότι συλλήβδην και χωρίς διάκριση συνεκτίμησε την αόριστη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης .... ακολούθως δε κατέληξε σε αυθαίρετο αριθμητικό συμπέρασμα που δεν συναρτάται με τις αποδείξεις της αναιρεσίβλητης, αλλ' ούτε και με αυτά που αποδεικνύονται από το 93/2000 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. και τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, πρωτίστως διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα ποιά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη, ποιά αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ως προς ποιά αποδεικτικά μέσα το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμή τους, καθώς επίσης σχετικά με ποιόν σχυρισμό εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο 5Ος λόγος, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης από το Εφετείο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν τα αποδεικτικά μέσα ως προς τα οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και που έγκειται το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
ΕΠΕΙΔΗ, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.17 δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις .Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής. Επομένως ο 5ος λόγος, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον "δέχεται αντιφατικώς ότι η δήλωση της κληρονομουμένης δωρήτριας στο συμβόλαιο δωρεάς ακινήτου προς την πρώτη αναιρεσείουσα ότι η δωρεά αυτή έγινε από ιδιαίτερο καθήκον και λόγους ευπρέπειας δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, ενώ η δια του υπ' αριθμ. .... συμβολαίου γενόμενη γονική παροχή της κληρονομουμένης προς την αναιρεσίβλητη δεν είναι καταλογιστέα στη νόμιμη μοίρα της ,αφού από το συμβόλαιο αυτό προκύπτει ότι η κληρονομουμένη όρισε να μην καταλογισθεί", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια ανάγεται στο αιτιολογικό της απόφασης. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο διότι δεν περιέχει τα συγκροτούντα το λόγο αυτό περιστατικά.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον 7Ο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ και 12 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, αφενός δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων του εντύπου Ε2 των ετών 1996-1998, τις οποίες νόμιμα προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, και αφετέρου παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των ανωτέρω εγγράφων. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι μεταξύ τους αντιφατικοί και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει, πλην άλλων, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με το 2ο λόγο, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και δη "του εγγράφου της Δ.Ο.Υ. .... με το οποίο έγινε εκτίμηση του δωρηθέντος επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν το έγγραφο, το οποίο κατά τους αναιρεσείοντες παραμορφώθηκε.
ΕΠΕΙΔΗ, ο 1ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή περί μέμψεως άστοργης δωρεάς, λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω αγωγή, ως ενοχική, δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων.
-ΕΠΕΙΔΗ, με το 2ο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.1 και14 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ και της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, καθόσον εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη τη νομίμως προταθείσα ένστασή της περί καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας της δωρεάς δύο ακινήτων (οικοπέδων), αξίας του καθενός 10.000.000 δραχμών, την οποία είχε κάνει προς αυτήν η κληρονομουμένη κατά το έτος 1990. Η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστη, εφόσον αυτή δεν επικαλείτο ότι οι παραπάνω δωρεές, ως αφορώσες ακίνητα, είχαν γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Επομένως οι ως άνω περί του αντιθέτου πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, οι αναιρεσείοντες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παραιτήθηκε από τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, από το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2005 αίτηση αναιρέσεως των ..., ....και .... κατά της υπ' αριθμ. 4119/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ