481/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Legislator headnote
AI generated481/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, με το άρθρο 23 § 1 του ν. 2523/1997 αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες.
Full text
Απόφαση 481 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 481/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξάκο, περί αναιρέσεως της 49058/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1849/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, με το άρθρο 23 § 1 του ν. 2523/1997 αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες.
Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση των πιο πάνω εγκλημάτων, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι, η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, το ύψος τούτου, ο τρόπος πληρωμής (εφάπαξ ή σε δόσεις) και το ληξιπρόθεσμο αυτών, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία.
Εξάλλου κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 εδάφ. α’ του Ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις (και ως τέτοιες νοούνται κατά το εδάφ. β’ της ίδιας παραγράφου και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη) εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του νεότερου νόμου.
Έτσι για το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, ευνοϊκότερες είναι οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, κατά τις οποίες η πράξη τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενος ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το χρέος της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενος ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.
β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.000.000 δραχμές. Άρα, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων, που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος.
Επομένως είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, το ύψος του χρέους, ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις. Τέλος, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ ΚΠΔ, συντρέχει όταν δεν περιέχονται στην απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια: α) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, β) οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και γ) οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκα, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.-
ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση, διέλαβε στο αιτιολογικό ότι από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα, των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, στο διατακτικό δε διαλαμβάνεται ότι "Στην Αθήνα κατά το διάστημα από 1-3-1996 μέχρι 1-7-1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του νόμου 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 4.500.000 δρχ.
Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "Π. Κ. ΥΙΟΣ", όπου τυγχάνει ομόρ. μέλος στην Α’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό δρχ. 25.053.045 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις.
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη την αναγκαία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος αλλά υπάρχει εντελώς τυπική αιτιολογία με παραπομπή στο διατακτικό, στο οποίο αναφέρεται μεν ότι η παραβίαση συνίσταται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων για βεβαιωμένα χρέη στο Δημόσιο που καταβάλλονται σε δόσεις, δεν διευκρινίζονται όμως κατά ποσό τα επί μέρους χρέη, που δεν καταβλήθηκαν κατ’ εξακολούθηση και έτσι δεν προκύπτει αν κάθε ένας χρέος υπερβαίνει το όριο εκείνο που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής.
Επομένως συντρέχει ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 49058/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ