Legislator Case Law & Legislation
480/2020 AI generated

480/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 480/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2018 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

480/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 480 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 480/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "ΒΙ.Α.Κ.Ε.Λ. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Σφέτσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη από 4-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ'αριθ. 154/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, εκτός των άλλων, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 23-9-2015 και με αριθ. κατάθεσης 260/2015 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 87/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δικάζοντας την από 6-12-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το λόγο της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ2/2001, ΑΠ175/2019, ΑΠ1496/2017, ΑΠ12/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015, ορίζεται ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.

Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.

Με βάση τα παραπάνω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης. Εφόσον όμως ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 933/2019, 341/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος μπορεί, μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, φέρνοντας αντίγραφο αυτού και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιοριστεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση.

Εξάλλου, με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου της 28 Ιουνίου, 30 Ιουνίου, 14 Ιουλίου και 18 Ιουλίου 2015, που κυρώθηκαν με το ν. 4350/2015, καθιερώθηκε η προβλεπόμενη σ' αυτές τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 49214/21-7-2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών ανεστάλη από 21-7-2015 έως 31-7-2015, εκτός των άλλων, και η υποχρέωση έκδοσης και κατάθεσης εκ μέρους των δικηγόρων ή των διαδίκων, γραμματίων καταβολής δικαστικών ενσήμων, εισφορών ή άλλων, πάσης φύσης, παραβόλων και εξόδων σχετικά με την άσκηση και εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων ενώπιον δικαστικών αρχών ή την εκπροσώπηση από συνήγορο ενώπιον αυτών, ενώ με το άρθρο 2 αυτής, οι υπόχρεοι κατά νόμο έχουν υποχρέωση να καταβάλουν τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 1 εντός πέντε εργασίμων ημερών από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής.

Η ισχύς της πιο πάνω απόφασης παρατάθηκε διαδοχικά αρχικά μέχρι τις 31-8-2015, στη συνέχεια μέχρι τις 30-9-2015 και τέλος μέχρι τις 31-10-2015, δυνάμει των υπ' αριθμ. 57382/2015, 57384/2015 και 70905/2015 κοινών αποφάσεων των ανωτέρω Υπουργών αντίστοιχα (ΑΠ 709/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είχε κατατεθεί από αυτούς το αναγκαίο για τη συζήτηση της έφεσής τους κατά της υπ' αριθ. 87/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας παράβολο 200 ευρώ και απέρριψε την έφεσή τους ως απαράδεκτη.

Προς διερεύνηση της βασιμότητας του ως άνω λόγου επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τα διαδικαστικά έγγραφα εκείνα της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικογράφου της έφεσης. Στο πρώτο από τα έγγραφα αυτά, που είναι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι " Όπως, όμως, προκύπτει από τη σχετική (με αριθμό 260/2015) έκθεση του αρμόδιου γραμματέα, τη συνημμένη στο επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, το δικόγραφο αυτής (εφέσεως) κατατέθηκε, την 6.10.2015, χωρίς το οικείο παράβολο των διακοσίων (200) ευρώ.

Εξάλλου, οι εκκαλούντες με τις από 25.1.2018 προτάσεις τους δεν επικαλέστηκαν, ούτε προσκόμισαν έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση, αλλά ούτε και γίνεται σχετική αναφορά για κατάθεση παραβόλου. Επομένως, εφόσον η κρινόμενη έφεση (που αφορά σε διαφορά μη υπαγόμενη στις εξαιρέσεις του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου, το οποίο ούτε κατά τον πριν τη συζήτηση της έφεσης χρόνο δεν κατατέθηκε, λείπει μια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη.

Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση...". Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η πιο πάνω έφεση προσδιορίστηκε στις 23-10-2015 (υπ' αριθ. 1174/23-10-2015 έκθεση κατάθεσης και ορισμού δικασίμου από τη γραμματέα του Εφετείου Λάρισας) με επίσπευση της ήδη αναιρεσίβλητης (εφεσίβλητης) με την προσκόμιση στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αντιγράφου του ενδίκου αυτού μέσου και συγκεκριμένα της από 23-9-2015 έφεσης των αναιρεσειόντων, στο οποίο (αντίγραφο) στη σχετική έκθεση (260/2015) κατάθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πρωτοδικείο Λάρισας) δεν αναφέρεται η κατάθεση του προβλεπόμενου παραβόλου.

Το δεύτερο από τα επισκοπούμενα έγγραφα, που είναι το προσκομιζόμενο από τους αναιρεσείοντες στην παρούσα δίκη ακριβές θεωρημένο αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης, φέρει στην πιο πάνω υπ' αριθ. 260/2015 έκθεση κατάθεσης αυτής στο Πρωτοδικείο Λάρισας τη σημείωση ότι "κατατέθηκε η παρούσα έφεση στο Πρωτοδικείο Λάρισας από τη δικηγόρο Χριστίνα Βούρβαχη, η οποία κατέθεσε και το υπ' αριθ. ...

διπλότυπο Δ.Ο.Υ. Λαμίας ποσού 200 ευρώ" και επιπλέον είναι συνημμένο νόμιμα (καλυπτόμενο από τις υπογραφές και σφραγίδες των αρμοδίων υπαλλήλων του Πρωτοδικείου Λάρισας) στο αντίγραφο αυτό της έφεσης και το εν λόγω παράβολο. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο δε αυτό ότι οι αναιρεσείοντες (εκκαλούντες στην ως άνω έφεση) κατέβαλαν και προσκόμισαν το αναφερόμενο παράβολο μετά την κατά τα ως άνω λήξη της αναστολής καταβολής των παραβόλων ενδίκων μέσων την 4-11-2015, ήτοι εντός της παραπάνω προβλεπόμενης προθεσμίας των πέντε εργασίμων ημερών από τη λήξη αυτής την 31-10-2015.

Με τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση στις 26-1-2018 στο Εφετείο της πιο πάνω έφεσης των αναιρεσειόντων είχε ήδη κατατεθεί απ' αυτούς το ως άνω παράβολο ενδίκου μέσου ποσού διακοσίων (200) ευρώ. Επομένως, η πιο πάνω έφεση αυτών δεν ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε η με αριθ. κατάθεσης 260/2015 έφεση των αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4ΚΠολΔ), μη επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιτίου για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 177, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 154/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ