480/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 480 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated480/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 480 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 480 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 480/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μπερνίτσα.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στη Γενεύη Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Κωνσταντίνου και Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2783/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6991/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2015 αίτησή της και τους από 24-9-2015 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ.2 εδ.α Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ.12 εδ.α της από 29-12-1980 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου που κυρώθηκε με το άρθρο 1 ν.1157/1981: "Η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποίαν συνέβη το αποτελούν την αφετηρίαν της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αύτη είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Η πιο πάνω διάταξη, όπως άλλωστε και η σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να συμπληρωθούν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως. Έτσι αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, τούτο δε συμβαίνει και επί της προαναφερθείσης προθεσμίας του άρθρου 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως των πρόσθετων λόγων) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των πρόσθετων λόγων, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π.33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-2-2015 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η 26-10-2015 και ώρα 9.30 π.μ. Στις 24-9-2015 η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως με την ίδια ημερομηνία και το επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν.
Συνεπώς η προθεσμία του άρθρου 569 παρ.2 εδ.α Κ.Πολ.Δ., η οποία άρχισε να τρέχει την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ήτοι στις 25-9-2015, συμπληρώθηκε στις 24-10-2015 (ημέρα Σάββατο), παρατάθηκε δε αντιστοίχως και έληξε την 7η μ.μ. ώρα της επομένης εργασίμου ημέρας (26-10-2015), δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε ορισθεί για την 9.30 π.μ. ώρα της ημέρας αυτής κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατατέθηκαν εκπροθέσμως και είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 Α.Κ. δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, η διάταξη δε αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δήλωση της βουλήσεως απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο. Εξάλλου κατά το άρθρο 212 Α.Κ. αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο εναγόμενος για την επιδίκαση παροχής από σύμβαση μπορεί να ισχυρισθεί ότι ο ενάγων κατά τη σύναψη της συμβάσεως ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος τρίτου, δηλαδή ότι τη συνήψε επ’ ονόματι και για λογαριασμό του τρίτου. Για το ορισμένο του πιο πάνω ισχυρισμού, ο οποίος συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, ο εναγόμενος πρέπει να επικαλείται είτε ότι ο ενάγων κατά τη σύναψη της συμβάσεως δήλωσε προς αυτόν ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος τρίτου είτε ότι η αντιπροσώπευση συναγόταν από τις διαγνωστές εκ μέρους του περιστάσεις, τις οποίες πρέπει να εκθέτει. Στην προκειμένη περίπτωση με την 20-11-2011 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 3.331.848,80 ευρώ, ως οφειλόμενο υπερβάλλον τίμημα από την πώληση σ’ αυτήν 886.130 κοινών μετοχών της αναφερόμενης υπό εξαγορά εταιρείας με χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 23-9-2010 και στις 24-9-2010. Η αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της αγωγής ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά με την από 28-1-2013 προσθήκη των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής για το λόγο ότι με την από 1-4-2011 επιστολή της της κατέστησε σαφές ότι ενεργεί ως άμεση αντιπρόσωπος, δηλαδή για λογαριασμό πελάτη της και στο όνομα αυτού, για την έγγραφη δε απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού (κατά το άρθρο 527 αριθ.3 σε συνδυασμό προς το άρθρο 269 παρ.2 περ.δ Κ.Πολ.Δ.) επικαλέσθηκε και προσκόμισε την ανωτέρω επιστολή. Ο ισχυρισμός αυτός (με τον οποίο επιχειρήθηκε η θεμελίωση ενστάσεως από το άρθρο 211 Α.Κ. και όχι "ενστάσεως ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας", όπως εσφαλμένα τη χαρακτήρισε η αναιρεσείουσα) ήταν μη νόμιμος αφού για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη της γνωστοποίησε ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος τρίτου κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων (στις 23-9-2010 και στις 24-9-2010) αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο αυτών (την 1-4-2011).
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι’ αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως τις από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι απορρίπτοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό της παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 Α.Κ. και 68 Κ.Πολ.Δ. και δεν έλαβε υπόψη την από 1-4-2011 επιστολή της αναιρεσίβλητης, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού.
Με το ν.3461/2006 με τίτλο "δημόσιες προτάσεις αγοράς κινητών αξιών", ο οποίος έχει ως αντικείμενο την υποβολή προς τους μετόχους ανώνυμης εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, δημόσιας προτάσεως για την αγορά των μετοχών τους με μέσα που να εξασφαλίζουν δημοσιότητα, μεταφέρθηκε στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2004/25/ ΕΚ. Με τα άρθρα 2, 5, 7, 9, 10, 18 και 21 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης προτάσεως (21-9-2010) και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τις ανάγκες εφαρμογής του νόμου αυτού ορίζονται ως: α) "Δημόσια πρόταση" ή "πρόταση": η δημόσια πρόταση, η οποία απευθύνεται στους κατόχους κινητών αξιών μιας εταιρείας για την απόκτηση του συνόλου ή μέρους των αξιών αυτών. Μια δημόσια πρόταση μπορεί είναι είτε προαιρετική σύμφωνα με το άρθρο 6 είτε υποχρεωτική σύμφωνα με το άρθρο 7. β) "Υπό εξαγορά εταιρεία": η εταιρεία της οποίας ο κινητές αξίες αποτελούν αντικείμενο δημόσιας πρότασης. γ) "Προτείνων": κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που προβαίνει σε δημόσιο πρόταση. δ) "Αποδέκτες της δημόσιας πρότασης": τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η δημόσια πρόταση. ε)... στ) "Υπόχρεο πρόσωπο": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που οφείλει να προβεί σε υποχρεωτική δημόσια πρόταση σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος νόμου. ζ) "Κινητές αξίες": οι κινητές αξίες οι οποίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα, ενσωματώνουν δικαιώματα ψήφου σε μια εταιρεία και αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης..." (άρθρο 2). "Οι κανόνες που διέπουν τη δημόσια πρόταση έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι: α) Όλοι οι κάτοχοι των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας της ίδιας κατηγορίας τυγχάνουν ισότιμης μεταχείρισης και, εάν ένα πρόσωπο αποκτήσει άμεσα ή έμμεσα τον έλεγχο της εταιρείας, οι λοιποί κάτοχοι κινητών αξιών πρέπει να προστατεύονται. β) Οι κάτοχοι των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο και προσήκουσα ενημέρωση, προκειμένου να μπορούν να καταλήξουν σε απόφαση σχετικά με τη δημόσια πρόταση. γ) Το διοικητικό συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας πρέπει να ενεργεί προς το συμφέρον της εταιρείας εν γένει και δεν πρέπει να στερεί από τους κατόχους κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τη δημόσια πρόταση. δ) Αποτρέπεται ο τεχνητός επηρεασμός της αγοράς των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, της προτείνουσας εταιρείας ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας, η οποία ενέχεται στη δημόσια πρόταση, κατά τρόπο που να οδηγεί σε τεχνητή διαμόρφωση του όγκου ή της τιμής αυτών των κινητών αξιών και σε στρέβλωση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς. ε) Ο προτείνων δημοσιοποιεί τη δημόσια πρόταση μόνο εφόσον εξασφαλίσει ότι μπορεί να καταβάλει πλήρως το τίμημα σε μετρητά, εφόσον προτίθεται να προσφέρει τέτοιο τίμημα ή λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση τη δυνατότητας καταβολής κάθε άλλου είδους ανταλλάγματος. στ) Η άσκηση των δραστηριοτήτων της υπό εξαγορά εταιρείας δεν πρέπει να παρακωλύεται, λόγω της δημόσιας πρότασης, πέρα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα" (άρθρο 5). "1. Κάθε πρόσωπο, το οποίο αποκτά καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, κινητές αξίες και, λόγω της απόκτησης αυτής, το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει το πρόσωπο αυτό, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, υπερβαίνει το όριο του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρείας, υποχρεούται, εντός είκοσι (20) ημερών από την απόκτηση αυτή, να απευθύνει υποχρεωτική δημόσια πρόταση για το σύνολο των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας καταβάλλοντος δίκαιο και εύλογο αντάλλαγμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 9..." (άρθρο 7). "1. Ο προτείνων μπορεί να προσφέρει ως αντάλλαγμα τίτλους, που αντιπροσωπεύουν κινητές αξίες εισηγμένες ή μη σε οργανωμένη αγορά ή μετρητά ή συνδυασμό αυτών. Σε περίπτωση υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια στους αποδέκτες της να επιλέξουν την καταβολή του ανταλλάγματος σε μετρητά. 2. Σε περίπτωση που ο προτείνων ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν απέκτησε, μετά τη δημοσιοποίηση της πρότασης και πριν τη λήξη της περιόδου αποδοχής, κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης, σε τιμή ανώτερη εκείνης που προσφέρεται στο πλαίσιο της δημόσιας πρότασης, ο προτείνων οφείλει να αυξήσει το προσφερόμενο αντάλλαγμα έτσι ώστε αυτό να μην υπολείπεται από την ανώτερη τιμή που κατέβαλε ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν κατά το ως άνω διάστημα. 3. Σε περίπτωση που το προσφερόμενο αντάλλαγμα δημόσιας πρότασης συνίσταται σε μετρητά, ο προτείνων προσκομίζει βεβαίωση πιστωτικού ιδρύματος, που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος, ότι ο προτείνων διαθέτει τα μέσα καταβολής για το σύνολο του ποσού που ενδέχεται να καταβληθεί σε μετρητά. Σε περίπτωση που το προσφερόμενο αντάλλαγμα δημόσιας πρότασης συνίσταται σε τίτλους, ο προτείνων παρέχει βεβαίωση επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή πιστωτικού ιδρύματος, που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος, ότι ο προτείνων διαθέτει τους τίτλους που προτείνει ως αντάλλαγμα ή, κατά περίπτωση, ότι έχει λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο προκειμένου να καταστεί δυνατή η παροχή του ανταλλάγματος. 4. Σε περίπτωση υποβολής υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, ως εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 7 θεωρείται τίμημα σε μετρητά ανά μετοχή το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο: α) από τη μέση χρηματιστηριακή τιμή της κινητής αξίας, που αποτελεί αντικείμενο της υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, κατά τους έξι (6) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση, ούτε β) από την υψηλότερη τιμή στην οποία το υπόχρεο πρόσωπο ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό απέκτησε, κατά τους δώδεκα (12) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση, κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης (άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τα άρθρα 41 ν.3943/2011 και 17 παρ.1 ν.4141/2013). "1. Πρόσωπο που έχει αποφασίσει τη διενέργεια δημόσιας πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 6 ή που υποχρεούται να υποβάλει δημόσια πρόταση σύμφωνα με το άρθρο 7, πριν προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ανακοίνωση προς το κοινό, ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το διοικητικό συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας. Η ενημέρωση γίνεται αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης για τη διενέργεια της δημόσιας πρότασης ή, προκειμένου για υποχρεωτική δημόσια πρόταση, εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 προθεσμίας. Ταυτόχρονα με την ενημέρωση της παραγράφου αυτής, ο προτείνων υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στο διοικητικό συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας σχέδιο του πληροφοριακού δελτίου. 2. Ο προτείνων ανακοινώνει τη δημόσια πρόταση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 16, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ενημέρωση της προηγούμενης παραγράφου πριν την έναρξη διαπραγμάτευσης των κινητών αξιών που αφορά η δημόσια πρόταση. Η ανακοίνωση περιέχει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία: α)... β)... γ)... δ) Τις κινητές αξίες ή την κατηγορία των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης. ε) Τον μέγιστο αριθμό των κινητών αξιών που δεσμεύεται ή υποχρεούται να αποκτήσει ο προτείνων, το ποσοστό τους επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της υπό εξαγορά εταιρείας, καθώς και επί του συνόλου των κινητών αξιών της ίδιας κατηγορίας. στ) Το προσφερόμενο για κάθε κινητή αξία αντάλλαγμα. ζ) Τον ελάχιστο αριθμό κινητών αξιών, ο οποίος, σε περίπτωση προαιρετικής δημόσιας πρότασης, πρέπει να γίνει αποδεκτός προκειμένου να ισχύσει η δημόσια πρόταση. η) Τον αριθμό κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας που ήδη κατέχει άμεσα ή έμμεσα ο προτείνων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 7. θ) Τυχόν πρόθεση του προτείνοντος για απόκτηση, κατά το διάστημα από τη δημοσιοποίηση της πρότασης μέχρι τη λήξη της περιόδου αποδοχής της, πρόσθετων κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, εκτός εκείνων που θα του προσφερθούν στο πλαίσιο της δημόσιας πρότασης. 3. Τα διοικητικά συμβούλια της υπό εξαγορά εταιρείας και του προτείνοντος πληροφορούν για την υποβολή δημόσιας πρότασης τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους ή, εάν αυτοί, δεν υπάρχουν, τους εργαζομένους απευθείας χωρίς υπαίτια βραδύτητα" (άρθρο 10). "1. Η αποδοχή της δημόσιας πρότασης από τα πρόσωπα στα οποία αυτή απευθύνεται λαμβάνει χώρα με έγγραφη δήλωση, η οποία κατατίθεται σε πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δικαιούμενες να παρέχουν στην Ελλάδα την επενδυτική υπηρεσία του στοιχείου δ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, οι οποίες έχουν εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτόν από τον προτείνοντα... 2. Η περίοδος αποδοχής αρχίζει από τη δημοσίευση του πληροφοριακού δελτίου και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τεσσάρων (4) ούτε μεγαλύτερη των οκτώ (8) εβδομάδων..." (άρθρο 18). "1. Ο προτείνων μπορεί, μέχρι πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη της περιόδου αποδοχής, να βελτιώσει για τους αποδέκτες τους όρους της δημόσιας πρότασης..." (άρθρο 21). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.3461/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 παρ.3 ν.3556/2007 και πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 17 παρ.4 ν.4141/2013 και έχει επίσης εφαρμογή εν προκειμένω ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης δημόσιας προτάσεως (21-9-2010): "1. Εάν ως συνέπεια εταιρικού μετασχηματισμού (συγχώνευσης, διάσπασης ή μετατροπής), οι μέτοχοι εταιρίας με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά πρόκειται να λάβουν μετοχές, εταιρικά μερίδια, άλλες αξίες που δεν είναι εισηγμένες ή μετρητά, ο μετασχηματισμός δεν θα είναι επιτρεπτός, αν προηγουμένως δεν απευθυνθεί προς τους μετόχους δημόσια πρόταση για την εξαγορά των μετοχών τους. 2. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού του ανταλλάγματος σε μετρητά, να ρυθμίζεται η διαδικασία της δημόσιας πρότασης της παραγράφου 1 και να προβλέπονται πρόσθετοι όροι για την υποβολή της, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε σχετικό αναγκαίο θέμα και λεπτομέρεια. 3. Η δημόσια πρόταση της παραγράφου 1 δεν θα είναι αναγκαία, αν ο μετασχηματισμός αποφασίζεται με πλειοψηφία του 95% του μετοχικού κεφαλαίου". Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτήσεως της παρ.2 του ως άνω άρθρου εκδόθηκε η .../9-5-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία ρυθμίζεται ο τρόπος και η διαδικασία υπολογισμού του ανταλλάγματος της δημόσιας προτάσεως. Ειδικότερα σε ότι αφορά τον τρόπο υπολογισμού του ανταλλάγματος, το άρθρο 4 της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει ότι: "Το αντάλλαγμα σε μετρητά που πρέπει να παρέχεται δεν μπορεί να είναι κατώτερο: α) από τη μέση χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών της υπό εξαγορά εταιρίας κατά τους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης, β) από την τιμή στην οποία απέκτησε ο προτείνων απευθείας ή σε συνεργασία με πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν μετοχές της υπό εξαγορά εταιρίας κατά τους δώδεκα μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης, γ) από την τιμή ή σε περίπτωση εύρους τιμών τη μέση τιμή την οποία προσδιορίζει ως εύλογη αξία της μετοχής της υπό εξαγορά εταιρίας πρόσωπο από αυτά που ορίζονται στο άρθρο 5 (αποτιμητής). Ο αποτιμητής ορίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και αμείβεται από την υπό εξαγορά εταιρία". Το άρθρο 5 της ως άνω αποφάσεως προβλέπει τα ακόλουθα: "Ο αποτιμητής πρέπει να είναι: α) ελεγκτική εταιρία ή β) πιστωτικό ίδρυμα. Ο αποτιμητής είναι εγνωσμένου κύρους και διαθέτει την απαραίτητη οργάνωση και στελέχωση καθώς και σημαντική εμπειρία σε αποτιμήσεις επιχειρήσεων. Ο αποτιμητής πρέπει να είναι ανεξάρτητος από τον προτείνοντα, την υπό εξαγορά εταιρία και τις άλλες εταιρίες που λαμβάνουν μέρος στον μετασχηματισμό. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιλέγει τον αποτιμητή από κατάλογο πέντε ελεγκτικών εταιριών, πιστωτικών ιδρυμάτων ή ΕΠΕΥ που υποβάλλει ο προτείνων". Για τον προσδιορισμό της εύλογης αξίας των υπό εξαγορά μετοχών, το άρθρο 6 της αποφάσεως προβλέπει ότι ο αποτιμητής λαμβάνει υπόψη του τις μεθόδους αποτιμήσεως που είναι διεθνώς αποδεκτές και που θεωρεί σχετικές στη συγκεκριμένη περίπτωση (παρ.1). Ο αποτιμητής μπορεί να λαμβάνει υπόψη του οικονομικά και άλλα στοιχεία που του χορηγεί η υπό εξαγορά εταιρεία και υποβάλλει την αναλυτική έκθεση αποτιμήσεως στον προτείνοντα και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού του ανταλλάγματος είναι η ημερομηνία υποβολής της δημόσιας προτάσεως, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία δημοσιοποιήσεως της προτάσεως κατά το άρθρο 10 ν.3461/ 2006, που λαμβάνει χώρα την επομένη της γνωστοποιήσεως της αποφάσεως υποβολής της δημόσιας προτάσεως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Από το σύνολο των πιο πάνω διατάξεων και ιδίως από εκείνη του άρθρου 5 στοιχ.α ν.3461/2006 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 30 του ν.3461/2006 και του άρθρου 4 της αποφάσεως προκύπτει ότι: α) κύριος σκοπός του νόμου αυτού είναι η ισότιμη μεταχείριση όλων των, κατά το χρόνο της δημόσιας προτάσεως, κατόχων των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας της ίδιας κατηγορίας, β) ότι στην περίπτωση υποχρεωτικής δημόσιας προτάσεως η αρχή της ισότιμης μεταχειρίσεως των μετόχων της ίδιας κατηγορίας ισχύει όχι μόνο για τις μεταβιβάσεις μετοχών που έγιναν εξωχρηματιστηριακώς και μέσα στην προθεσμία αποδοχής που ορίζεται με την πρόταση αλλά και για εκείνες που έγιναν χρηματιστηριακώς και μετά μεν την πρόταση, πριν δε από την έναρξη της προθεσμίας αποδοχής και γ) ότι στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση του προτείνοντος προς καταβολή του πρόσθετου ανταλλάγματος, δηλαδή του ανταλλάγματος που καθορίσθηκε με συνυπολογισμό και των τριών κριτηρίων του άρθρου 4 της αποφάσεως, γεννάται απευθείας εκ του νόμου και όχι με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Στις 21-9-2010 η πρώτη των εναγομένων [και ήδη αναιρεσείουσα], η οποία τότε είχε την επωνυμία "..." (εφεξής καλούμενη χάριν συντομίας "η προτείνουσα") ανακοίνωσε δημόσια πρόταση για την απόκτηση του συνόλου των κοινών ονομαστικών μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) εταιρείας με την επωνυμία "...." (εφεξής καλούμενη χάριν συντομίας ως "η υπό εξαγορά εταιρεία"). Η δημόσια αυτή πρόταση ανακοινώθηκε, ενόψει της σκοπούμενης συγχώνευσης της "υπό εξαγορά εταιρείας" από την "προτείνουσα", επειδή δε επιδιωκόταν εταιρικός μετασχηματισμός ήταν υποχρεωτική σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.3461/2006 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υπ’ αριθ..../9-5-2007 κανονιστικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στην ως άνω ανακοίνωση της δημόσιας πρότασης της πρώτης των εναγομένων αναφερόταν σχετικά με το προσφερόμενο αντάλλαγμα τα ακόλουθα: "...7. Το προσφερόμενο αντάλλαγμα για την απόκτηση κάθε Μετοχής της Δημόσιας Πρότασης που προσφέρεται νομίμως και εγκύρως (στο εξής οι ‘ Προσφερόμενες Μετοχές’ ) κατά τη διάρκεια της περιόδου αποδοχής της Δημόσιας Πρότασης (στο εξής η ‘ Περίοδος Αποδοχής’ ) ανέρχεται σε 9,74 ευρώ τοις μετρητοίς (στο εξής το ‘ Προσφερόμενο Τίμημα’ )...
Συνεπώς το Προσφερόμενο Τίμημα εκπληρώνει τα κριτήρια της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Νόμου. Επισημαίνεται ότι καθόσον η Δημόσια Πρόταση διενεργείται δυνάμει του άρθρου 30 του Νόμου ενόψει της σκοπούμενης Συγχώνευσης δι’ Εξαγοράς, το Προσφερόμενο Τίμημα ενδέχεται να προσαρμοστεί προς τα πάνω, εφόσον η ‘ εύλογη αξία’ της Μετοχής, που θα προκύψει από την αποτίμηση που πρόκειται να διενεργηθεί σύμφωνα με την Απόφαση είναι ανώτερη του Προσφερόμενου Τιμήματος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο Προτείνων δεσμεύεται να δεχθεί αυτό το υψηλότερο τίμημα (στο εξής το ‘ Προσαρμοσμένο Προσφερόμενο Τίμημα’ )...". Η ενάγουσα [και ήδη αναιρεσίβλητη], η οποία κατά την ημέρα της δημόσιας πρότασης ήταν μέτοχος της "υπό εξαγορά εταιρείας" με συνολικό αριθμό 886.130 κοινών ονομαστικών μετοχών, μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στην προτείνουσα-πρώτη των εναγομένων το σύνολο των ανωτέρω μετοχών της, που ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο Χ.Α.Α. Συγκεκριμένα: α) Στις 23-9-2010 με χρηματιστηριακή συναλλαγή και κατά τους κανόνες λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών πώλησε ποσότητα 200.000 κοινών ονομαστικών μετοχών της έναντι του τιμήματος των 9,74 ευρώ ανά πωληθείσα μετοχή, ήτοι έναντι συνολικού τιμήματος 1.948.000 ευρώ (200.000 Χ 9,74), το οποίο της καταβλήθηκε στις 28-9-2010 και β) Στις 24-9-2010 επίσης με χρηματιστηριακή συναλλαγή και κατά τους κανόνες λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών πώλησε τις υπόλοιπες 686.130 κοινές ονομαστικές μετοχές της έναντι του τιμήματος των 9,74 ευρώ ανά πωληθείσα μετοχή, ήτοι έναντι συνολικού τιμήματος 6.682.906,20 ευρώ (686.130 Χ 9,74), το οποίο της καταβλήθηκε στις 29-9-2010. Ακολούθως στις 14-2-2011 ο ανεξάρτητος αποτιμητής που διόρισε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δυνάμει των άρθρων 4γ και 5 της ανωτέρω απόφασής της, δηλαδή η εταιρεία "....", όρισε ότι η κατά νόμο "εύλογη αξία" των μετοχών της "υπό εξαγορά εταιρείας" ανερχόταν στο ελάχιστο τίμημα των 13,50 ευρώ ανά μετοχή. Την επόμενη ημέρα (15-2-2011) με σχετική δημόσια ανακοίνωση της πρώτης των εναγομένων έγινε η προσαρμογή του προσφερομένου τιμήματος από 9,74 ευρώ σε 13,50 ευρώ, ενώ το οικείο πληροφοριακό δελτίο εγκρίθηκε τελικώς από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δημοσιεύθηκε στις 24-2-2011 με προσφερόμενο τίμημα της δημόσιας πρότασης αυτό των 13,50 ευρώ ανά μετοχή. Μετά την έγκριση του οικείου πληροφοριακού δελτίου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως "περίοδος αποδοχής" της δημόσιας πρότασης για τις υπόλοιπες μετοχές που δεν κατείχε μέχρι τότε άμεσα ή έμμεσα η πρώτη των εναγομένων ορίσθηκε το διάστημα από την 1-3-2011 έως 29-3-2011. Από την ημερομηνία ανακοίνωσης της δημόσιας πρότασης στις 21-9-2010 και μέχρι τη λήξη της περιόδου αποδοχής, η πρώτη εναγομένη απέκτησε μετοχές της "υπό εξαγορά εταιρείας" (συμπεριλαβανομένων και των ανωτέρω 886.130 μετοχών της ενάγουσας) ως ακολούθως: α) χρηματιστηριακώς από την ανακοίνωση της δημόσιας πρότασης στις 21-9-2010 μέχρι την αποτίμηση της εύλογης αξίας από την εταιρεία "...." στις 14-2-2010, 993.942 κοινές ονομαστικές μετοχές στην τιμή των 9,74 ευρώ ανά μετοχή, β) χρηματιστηριακώς από την επομένη της αποτίμησης, δηλαδή την 15-2-2011, μέχρι και την 21-2-2011, 186.214 κοινές ονομαστικές μετοχές στην τιμή των 13,50 ευρώ ανά μετοχή, γ) χρηματιστηριακώς από τις 22-2-2011, μέχρι και την έναρξη της περιόδου αποδοχής την 1-3-2011, 8.025 κοινές ονομαστικές μετοχές στην τιμή των 13,50 ευρώ ανά μετοχή, δ) χρηματιστηριακώς από 1-3-2011 έως 31-3-2011, 19.419.430 κοινές ονομαστικές μετοχές στην τιμή των 13,50 ευρώ ανά μετοχή, ε) εξωχρηματιστηριακώς κατά την περίοδο της δημόσιας πρότασης και στα πλαίσια αυτής, ήτοι από 1-3-2011 έως 31-3-2011, 28.845 κοινές ονομαστικές μετοχές στην τιμή των 13,50 ευρώ ανά μετοχή. Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 1-4-2011 επιστολή της προς την πρώτη των εναγομένων που περιήλθε στην τελευταία την ίδια ημέρα, της ζήτησε, για τις προαναφερόμενες 886.130 μετοχές τις οποίες της είχε πωλήσει κατά τα ανωτέρω, να προβεί σε συμπληρωματική προς αυτήν καταβολή της διαφοράς που προέκυψε λόγω του υψηλότερου τιμήματος που είχε αναδείξει η έκθεση του ανεξάρτητου αποτιμητή ως ελαχίστου νομίμου ανταλλάγματος, ήτοι ποσού 3,76 ευρώ (13,50 - 9,74) ανά μετοχή. Όμως η εναγομένη με την από 4-4-2011 απαντητική επιστολή της αρνήθηκε να προβεί στην ανωτέρω καταβολή, ισχυριζόμενη ότι όσοι πώλησαν μετοχές της υπό εξαγορά εταιρείας στην ... (εναγομένη) πριν από την Ανακοίνωση Προσαρμογής ήταν πλήρως ενήμεροι τόσο για την πιθανότητα προσαρμογής του αρχικού τιμήματος των 9,74 ευρώ σε ανώτερο ποσό όσο και για τη δυνατότητα της ... (εναγομένης) να αποκτά μετοχές σε τιμή ανώτερη του αρχικού τιμήματος μετά από οποιαδήποτε τέτοια προσαρμογή και κατά συνέπεια οι ανωτέρω δεν δικαιούνται ούτε η ... υποχρεούται να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του αρχικού και του προσαρμοσμένου τιμήματος. Όμως... η άρνηση της εναγομένης να προβεί στην ανωτέρω καταβολή δεν είναι νόμιμη και τούτο διότι όλοι ανεξαιρέτως οι μέτοχοι της εξαγοραζόμενης εταιρείας τυγχάνουν της (ίδιας) προστασίας που παρέχει το άρθρο 30 του ν.3461/2006...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 3.331.848,80 ευρώ, ως οφειλόμενη διαφορά μεταξύ του αρχικού και του προσαρμοσμένου τιμήματος. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 5, 7, 9, 10, 18, 21 και 30 ν.3461/2006 (όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ.3 ν.3556/2007), 3, 4, 5 και 6 της .../2007 αποφάσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, ούτε εκείνες των άρθρων 361 (εσφαλμένα αναγραφόμενου στο αναιρετήριο και ως άρθρου 3 παρ.1) και 513 Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Τούτο διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, στην περίπτωση υποχρεωτικής δημόσιας προτάσεως, όπως η ένδικη, η αρχή της ισότιμης μεταχειρίσεως των μετόχων της ίδιας κατηγορίας ισχύει όχι μόνο για τις μεταβιβάσεις μετοχών που έγιναν εξωχρηματιστηριακώς και μέσα στην προθεσμία αποδοχής που ορίζεται με την πρόταση αλλά και για εκείνες που έγιναν χρηματιστηριακώς και μετά μεν την πρόταση, πριν δε από την έναρξη της προθεσμίας αποδοχής, ενώ εξάλλου η υποχρέωση του προτείνοντος προς καταβολή του πρόσθετου ανταλλάγματος γεννάται απευθείας εκ του νόμου και όχι με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 6991/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 24 Σεπτεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 29 Ιουλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ