Legislator Case Law & Legislation
480/2012 AI generated

480/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 480/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 480 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 480/2012

Legislator headnote

AI generated

480/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 480 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 480/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 480 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 480/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Γ., συνταξιούχου Δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Νάκη - Αποστόλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Σ.-Μ., Συμβολαιογράφου, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και 2.Ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ BANK", ως καθολικής διαδόχου της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που έχει έδρα στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 10 Μαΐου 2003 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο αυτό ως άνω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2986/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 546/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση της υπόθεσης, 6009/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6862/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 420/30.12.2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6862/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (και) στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 27 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 23.1.2012, κατά την οποία η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1α, 127§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως αυτή δεν παρέστη τελικώς κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6862/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 16.3.2009 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6009/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή και αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 546/2007 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση της υπόθεσης, απορρίφθηκε ως αόριστη και συνεπώς ως απαράδεκτη η από 20.8.2003 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2233/16.7.2003 δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή αρνήθηκε την ύπαρξη της απαίτησης που κατασχέθηκε στα χέρια της ως τρίτης από τον αναιρεσείοντα. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι περίττευε μετά την απόρριψη της ανακοπής η εξέταση της από 10.5.2003 πρόσθετης υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρέμβασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που όπως και η ανακοπή ασκήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο όμως με την υπ' αριθ. 2986/2005 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει την ανακοπή και την παρέπεμψε μαζί με την πρόσθετη παρέμβαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 982§1περ.α' ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά και χρηματική απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Η κατάσχεση αυτή στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρ. 983 ΚΠολΔ, δηλαδή με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, το οποίο μάλιστα στον καθ' ου η εκτέλεση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη, πρέπει δε το κατασχετήριο έγγραφο να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. Κατά το άρθρ. 985 ΚΠολΔ, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιό ποσό, σε περίπτωση δε καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την παραπάνω ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση δικαιούται αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο ανακοπή κατά το άρθρ. 986 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 990 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 256/2011). Αντικείμενο έτσι της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως στο δικόγραφο της ως άνω ανακοπής από το άρθρ. 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής από το άρθρ. 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 73/1995, 1065/2009, 1182/2009), εκτός αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της και απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης. Τέτοια είναι και η περίπτωση κατά την οποία μετά την οριστικοποίηση του πίνακα κατάταξης των αναγγελθέντων δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, που επέρχεται κατά το άρθρ. 980 ΚΠολΔ είτε με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτού ανακοπής είτε με την απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής ή τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατά παραδοχή της ανακοπής, ικανοποιηθεί κατ' άλλο τρόπο δανειστής που κατατάχθηκε στον πίνακα, με αποτέλεσμα έτσι την ελευθέρωση αντίστοιχου μέρους του πλειστηριάσματος. Στην περίπτωση αυτή, αν δανειστής του καθ' ου η εκτέλεση κατάσχει το μέρος αυτό του πλειστηριάσματος στα χέρια του συμβολαιογράφου ως τρίτου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι είναι αποδοτέο στον καθ' ου η εκτέλεση, ο συμβολαιογράφος νόμιμα μεν αρνείται με δήλωσή του την κατάσχεση αυτή, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι στο μέρος αυτό έχει επικουρικά καταταγεί με τον πίνακά του άλλος δανειστής του καθ' ου η εκτέλεση ή ότι ως προς το ίδιο μέρος κατάρτισε συμπληρωματικό πίνακα για τη διανομή του, όμως στη δίκη της ανακοπής κατά της αρνητικής αυτής δήλωσής του αυτός πλέον βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη κατ' ένσταση των γεγονότων αυτών, αφού για τη θεμελίωση της κατασχεθείσας στα χέρια του απαίτησης αρκεί κατ' αρχήν αυτό καθαυτό το γεγονός της ελευθέρωσης μέρους του πλειστηριάσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη ανακοπή, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), προσβάλλεται ως ανειλικρινής η υπ' αριθ. 2233/ 16.7.2003 δήλωση της πρώτης αναιρεσίβλητης στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή αρνήθηκε την ύπαρξη της απαίτησης που κατασχέθηκε στα χέρια της ως τρίτης από τον αναιρεσείοντα. Κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή διενεργήθηκαν με επίσπευση της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που απορροφήθηκε στη συνέχεια με συγχώνευση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., τέσσερις πλειστηριασμοί ισάριθμων ακινήτων του οφειλέτη Γ. Φ. και στο πλειστηρίασμα, που απέφερε κάθε πλειστηριασμός, η πρώτη αναιρεσίβλητη, που διενήργησε ως συμβολαιογράφος και τους τέσσερις πλειστηριασμούς, συντάσσοντας αντίστοιχα τις υπ' αριθ. 3200/26.2.1992, 4478/26.1.1994, 4811/ 13.4.1994 και 6761/30.10.1996 εκθέσεις της, κατέταξε, μεταξύ άλλων, με βάση τους υπ' αριθ. 3084/1993, 4475/1994, 4747/1994 και 6891/1997 αντίστοιχους πίνακές της, και την επισπεύδουσα τράπεζα για συνολικό ποσό 312.233.437 δραχμών και ήδη 916.312,35 ευρώ, το οποίο αυτή εισέπραξε δυνάμει του άρθρ. 6§1 του ν.δ. 4001/1959, δηλαδή πριν από την οριστικοποίηση των πινάκων κατάταξης των αναγγελθέντων δανειστών, καταθέτοντας στην ως άνω συμβολαιογράφο ισόποσες εγγυητικές επιστολές. Ωστόσο, όπως περαιτέρω εκτίθεται στην ένδικη ανακοπή, η επισπεύδουσα τράπεζα, μολονότι δεν έφερε σε οριστική πίστωση τα ποσά του πλειστηριάσματος που κατά τα ανωτέρω εισέπραξε, επειδή θεώρησε ότι δεν επρόκειτο για οριστική καταβολή, εντούτοις με την από 17.12.2001 επιστολή, που η καθολική αυτής διάδοχος αναιρεσίβλητη ήδη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. απηύθυνε προς την Ά. - Μ. Φ., ως κληρονόμο επ' ωφελεία απογραφής του αποβιώσαντος εντωμεταξύ πατέρα της και αρχικού οφειλέτη Γ. Φ., γνωστοποίησε σ' αυτή ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς η οφειλή του πατέρα της προς την επισπεύδουσα τράπεζα, για την οποία η τελευταία είχε ως δανείστρια καταταγεί στους παραπάνω πίνακες της πρώτης αναιρεσίβλητης. Με βάση την επιστολή αυτή ο αναιρεσείων, θεωρώντας κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων στην ένδικη ανακοπή του ότι οι απαιτήσεις της επισπεύδουσας τράπεζας κατά του Γ. Φ. εξοφλήθηκαν χωρίς να αναλωθεί προς το σκοπό αυτό το μέρος του πλειστηριάσματος που αυτή προεισέπραξε και επομένως κατά το μέρος αυτό το πλειστηρίασμα είναι αποδοτέο στην Ά.-Μ. Φ., ως κληρονόμο του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως συμβολαιογράφου επί των πλειστηριασμών, την απαίτηση της ως άνω κληρονόμου προς απόδοση του πλεονάζοντος κατά την παραπάνω έννοια μέρους του πλειστηριάσματος, ισχυριζόμενος ότι έχει και ο ίδιος κατά της Ά.-Μ. Φ., ως κληρονόμου του Γ. Φ., απαίτηση 73.000 ευρώ, που απορρέει από την υπ' αριθ. 218/1999 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η κατάσχεση στα χέρια της πρώτης αναιρεσίβλητης, για την οποία ο αναιρεσείων επέδωσε τόσο σ' αυτή όσο και στην Ά. - Μ. Φ. το από 7.7.2003 κατασχετήριο έγγραφό του για το ως άνω ποσό των 73.000 ευρώ, επιβλήθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, "υπό την εξυπακουόμενη αναβλητική αίρεση ότι μετά την ολοκλήρωση της εκτελεστότητας των παραπάνω πινάκων, θα υφίσταται περίσσευμα πλειστηριάσματος αποδοτέο στον καθ' ου η εκτέλεση". Τέλος εκτίθεται στην ένδικη ανακοπή ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την επιβληθείσα στα χέρια της κατάσχεση, δηλώνοντας στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών ότι δεν υπάρχουν στα χέρια της τα ποσά του πλειστηριάσματος, τα οποία η επισπεύδουσα την εκτέλεση τράπεζα εισέπραξε υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της απαίτησής της, ενώ και σε περίπτωση έκπτωσης της τράπεζας από το προνομιακό της δικαίωμα, όπως περαιτέρω δήλωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν υπάρχει υπόλοιπο πλειστηριάσματος αποδοτέο στον καθ' ου η εκτέλεση. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε με την ένδικη ανακοπή του να αναγνωρισθεί ως αόριστη και ανειλικρινής η παραπάνω αρνητική δήλωση της πρώτης αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει από το αποδοτέο στον καθ' ου η εκτέλεση (και ήδη στην ως άνω κληρονόμο του) μέρος του πλειστηριάσματος το ποσό των 73.000 ευρώ προς ικανοποίηση της αντίστοιχης απαίτησής του κατά του καθ' ου η εκτέλεση. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, την οποία και επικύρωσε, κρίνοντας, όπως και η απόφαση αυτή, ως αόριστη και απορριπτέα την ένδικη ανακοπή, επειδή, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται, "ο ανακόπτων δεν αναφέρει στην ανακοπή του την έννομη σχέση από την οποία απορρέει η απαίτησή του, για την οποία επέβαλε την κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή, δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη Γ. Φ. κατά της καθ' ης η ανακοπή, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ποιό είναι το υπόλοιπο ποσό που θα υπάρχει στα χέρια της καθ' ης μετά την ικανοποίηση της επισπεύδουσας τράπεζας ή αν στους πίνακες κατατάξεως υπάρχουν και άλλοι καταταγέντες πιστωτές και για ποιό ποσό, αν προηγούνται της δικής του απαίτησης και κυρίως αν εκπέσει η επισπεύδουσα τράπεζα από το προνόμιό της (αν) θα υπάρξει (τότε) υπόλοιπο ποσό και ποιό είναι αυτό, ώστε να μπορεί να το εισπράξει αυτός (ανακόπτων)". Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, η απαίτηση του αναιρεσείοντος για την ικανοποίηση της οποίας αυτός κατάσχεσε στα χέρια της πρώτης αναιρεσίβλητης την απαίτηση που επικαλείται ότι είχε κατ' αυτής ο καθ' ου η εκτέλεση και ήδη η Ά.- Μ. Φ., απορρέει από την υπ' αριθ. 218/1999 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή από εκτελεστό τίτλο κατά το άρθρ. 904§2 περ.α ΚΠολΔ, που δικαιολογεί την επιβληθείσα στα χέρια της πρώτης αναιρεσίβλητης κατάσχεση και αντίστοιχα νομιμοποιεί τον αναιρεσείοντα στην άσκηση της ένδικης ανακοπής. Εξ άλλου κατά τις νομικές σκέψεις που