480/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 480 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 480/2011
Legislator headnote
AI generated480/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 480 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 480/2011
Full text
Απόφαση 480 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 480/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Χ. Τ., 2) Π. Χ. Τ., 3) Γ. Χ. Τ., 4) Α. Χ. Τ., 5) Α. συζύγου Ι. Χ., το γένος Χ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Αμπατζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 825/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/12/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 28/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-12-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 370/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 569 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξ άλλου με το άρθρο 18 παρ. 3 και 5 του Συντάγματος προβλέπεται το μέτρο της επίταξης και το μέτρο της προσωρινής στέρησης της χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας ως εναλλακτική μορφή περιορισμού της ιδιοκτησίας, ελάσσονος επάχθειας σε σχέση με την απαλλοτρίωση. Τα σχετικά με την επίταξη ρυθμίζονται από διαφόρους νόμους. Έτσι με το άρθρο 6 παρ. 20 εδ. α' του ν. 2052/1992, όπως αντικ. με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 2366/1995, ορίστηκε ότι: "Για τα έργα διαπλατύνσεων οδών ή μεγάλων κυκλοφοριακών αρτηριών (αυτοκινητοδρόμων), καθώς και κυκλοφοριακών κόμβων....τα οποία χρηματοδοτούνται και από κοινοτικά προγράμματα περιορισμένου χρόνου και εφόσον έχει κηρυχθεί απαλλοτρίωση για την απόκτηση των αναγκαίων εκτάσεων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 1838/1951 προς εκτέλεση των έργων μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2052/1992 καταργήθηκαν με το άρθρο 7Α παρ. 8 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και στη συνέχεια επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 3016/2002. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2576/1998 ορίστηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις περί επιτάξεων χώρων για την εκτέλεση συγκοινωνιακών έργων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την εκτέλεση όλων των άλλων μεγάλων δημοσίων έργων εθνικού επιπέδου, για τα οποία συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών. Εξάλλου στο άρθρο 5 παρ, 2 και 3 του ν. 1838/1951 ορίζεται άτι: "2. Επιτρέπεται η επίταξις υπό του Υπουργού Δημοσίων Έργων χώρων ή πραγμάτων αμέσως αναγκαιούντων εις την εκτέλεσιν των έργων υπό ορούς και αποζημιώσεις κανονιζομένους και εγκρινομένους υπό του Υπουργού μετά γνώμην τού κατά το άρθρον 3 Συμβουλίου. 3. Εν τοις περιπτώσεσιν επιτάξεων η αποζημίωσις καταβάλλεται αμέσως, επιτρεπομένης της περαιτέρω διεκδικήσεως δια της δικαστικής οδού κατά τας κειμένας διατάξεις...". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επίταξη είναι η με αναγκαστικές διατάξεις στέρηση χρήσης κάποιου πράγματος από τον κύριο του, έναντι αποζημίωσης, για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης, που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και υγεία. Η επίταξη αποτελεί αναγκαστική μίσθωση, διότι με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου δημιουργείται από την πολιτεία σχέση μίσθωσης πράγματος. Έτσι ο κύριος του πράγματος που έχει επιταχθεί, κυρίως ακινήτου (εκμισθωτής) παραχωρεί σε αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η επίταξη (μισθωτή) τη χρήση του έναντι καταβολής σε αυτόν αποζημίωσης (μισθώματος) όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση που δημιουργήθηκε και για την θεραπεία της οποίας έχει επιβληθεί η επίταξη. Η επίταξη διαφέρει από την αναγκαστική απαλλοτρίωση γιατί, ενώ η τελευταία επιφέρει διαρκή στέρηση της χρήσης του πράγματος και μετάθεση της κυριότητάς του σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η επίταξη περιορίζεται στην προσωρινή αφαίρεση της χρήσης του πράγματος. Ο καθού η επίταξη εξακολουθεί να έχει την κυριότητα και τη νομή, ενώ την κατοχή αποκτά η διοίκηση ή ο υπέρου η επίταξη. Η επίταξη διέπεται κατ' αρχήν από τις διατάξεις των ειδικών νόμων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί μίσθωσης, εφόσον συμβιβάζονται με την ιδιαίτερη φύση της επίταξης. Έτσι σε περίπτωση επίταξης ο μισθωτής από τον οποίο αφαιρείται η χρήση του μισθίου, έχει δικαίωμα να μην πληρώσει μίσθωμα (άρθρο 576 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 583 ΑΚ) και επίσης να καταγγείλει τη μίσθωση και να τη λύσει. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 και 19 του ν. 2690/1999 "Κώδικας διοικητικής διαδικασίας": "Η ατομική διοικητική πράξη τελειούται με την υπογραφή και τη χρονολόγησή της, ή τη δημοσίευσή της αν είναι δημοσιευτέα κατά νόμο. Η κανονιστική διοικητική πράξη τελειούται με τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν προβλέπεται ειδικός τρόπος δημοσίευσης", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 του ίδιου ως άνω νόμου: "Η ατομική διοικητική πράξη κοινοποιείται στο πρόσωπο στο οποίο αφορά. Με την επιφύλαξη των τυχόν οριζομένων σε ειδικές διατάξεις, η κοινοποίηση γίνεται με κάθε πρόσφορον τρόπο.". Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι ατομική διοικητική πράξη που κατά νόμο δεν δημοσιεύεται, δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι εκείνου τον οποίο αφορά, παρά μόνον από την κοινοποίησή της προς αυτόν ή τουλάχιστον από την γνώση του. Ο κανόνας αυτός που, χωρίς να καθιστά την κοινοποίηση συστατικό στοιχείο της πράξης, επιβάλλεται από την αρχή της φανερής δράσης της διοίκησης, έχει ως συνέπεια τέτοια πράξη να μην επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι του καλόπιστου διοικούμενου αν δεν του κοινοποιηθεί ή, τουλάχιστον, αν δεν περιέλθει αποδεδειγμένα σε γνώση του. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 370/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/16 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους λοιπούς, ενός αγροτεμαχίου έκτασης 5.100 τ.μ., μετά οικίσκου 50 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δ.Δ. .... Δυνάμει του από 8-2-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που καταρτίστηκε στην Πάτρα, οι ενάγοντες εκμίσθωσαν το άνω ακίνητό τους στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, για χρονικά διάστημα τριών μηνών, δηλαδή από 9-2-2006 έως 9-5-2006, οπότε υπολογιζόταν να γίνει η επίταξή του, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αυτή ως εργοτάξιό της για την κατασκευή του φράγματος Πείρου - Παραπείρου, που ως ανάδοχος είχε αναλάβει και γενικότερα για τις ανάγκες των έργων της. Το μίσθωμα για όλο το άνω χρονικό διάστημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου και έπρεπε να καταβάλλεται τις πρώτες τρεις ημέρες του μισθωτικού τριμήνου. Με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφώνησαν ακόμη οι διάδικοι ότι στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο η εναγόμενη παραμείνει στο μίσθιο ακίνητο και μετά το πέρας του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, θα συνεχίσει αυτή να καταβάλει το ίδιο ποσό μισθώματος ανά τρίμηνο. Με την υπ' αριθμ. 1031286/0010/7-4-2005 ΚΥΑ κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση εκτάσεων στην περιοχή κατασκευής του άνω έργου και με την υπ' αριθμ. Δ12/0/33986/14-3-2006 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε η επίταξη για ένα έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 1838/1951, του ν. 2052/1992 και του ν. 2576/1998, έκτασης 2.892.328,80 τ.μ., για την κατασκευή του φράγματος Αστεριού και αγωγού προσαγωγής από Πείρο προς Παραπείρο στην περιοχή του Δήμου Φαρρών στο Ν. Αχαΐας, όπως η έκταση αυτή απεικονίζεται στο κτηματολόγιο που συνοδεύει την κήρυξη απαλλοτρίωσης. Η επίταξη έγινε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση αυτή, γιατί η παραπάνω έκταση, που κηρύχθηκε προς απαλλοτρίωση, έπρεπε να αποδοθεί ελεύθερη άμεσα στην ανάδοχο του προαναφερομένου έργου, δηλαδή στην εναγόμενη. Στην άνω έκταση περιλαμβάνεται και το μίσθιο ακίνητο. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. Δ12/0/39583/28-6-2007 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε η παράταση της επίταξης της ίδιας ως άνω έκτασης από 15-3-2007 έως 15-3-2008, η οποία παράταση έγινε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση αυτή, γιατί κρίθηκε εξαιρετικά απαραίτητη για την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του έργου, καθόσον έπρεπε να αποδοθούν ελεύθερες άμεσα οι προς απαλλοτρίωση εκτάσεις στην ανάδοχο του προαναφερομένου έργου, δηλαδή στην εναγόμενη. Επομένως, η εναγόμενη, η οποία λόγω της επίταξης του μισθίου ακινήτου εμποδίστηκε να κάνει χρήση αυτού δυνάμει της συμβατικής σχέσης της μίσθωσης απαλλάσσεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν από την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες μισθώματα για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2006 έως τον Ιούλιο του έτους 2007, τα οποία ζητούν αυτοί με την ένδικη αγωγή. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν ότι είχε γίνει επίταξη του ακινήτου τους, καθόσον ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε η άνω πρώτη απόφαση περί επίταξης και επομένως εξακολουθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει μίσθωμα και μετά την 9η-5-2006, μετά την οποία συνεχίζει να παραμένει στο μίσθιο ακίνητο. Πλην όμως ουδόλως αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι είχε λάβει χώρα επίταξη. Ειδικότερα οι ενάγοντες είχαν κατ' αρχήν γνώση ότι επίκειται η επίταξη του ακινήτου τους και γι' αυτό άλλωστε με το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφώνησαν με την εναγόμενη ότι η μίσθωση θα διαρκέσει έως 9-5-2006, οπότε υπολογίζεται ότι θα γίνει επίταξη. Μετά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος οπωσδήποτε έλαβαν γνώση ότι εκδόθηκε απόφαση περί επίταξης του ακινήτου τους. Τούτο συνάγεται από το υπ' αριθμ. πρωτ. 203/15-2-2008 έγγραφο της Ειδικής Υπηρεσίας δημ. έργων, οδικών σηράγγων και υπογείων έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το οποίο η πρώτη ενάγουσα, φερόμενη στους κτηματολογικούς πίνακες φράγματος Αστεριού και αγωγού προσαγωγής από Πείρο προς Παραπείρο ως ιδιοκτήτρια των ιδιοκτησιών του κτηματολογίου με αριθμού 16, 18 και 19, αρνήθηκε να παραλάβει την επίταξη που της δόθηκε για τις ιδιοκτησίες της για το χρονικό διάστημα από 15-3-2006 έως 15-3-2007 και από 15-3-2007 έως 15-3-2008 και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 428/27-3-2008 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, με το οποίο βεβαιώνεται ότι από τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες των 139 ακινήτων που περιλαμβάνονται στους πίνακες επίταξης που αφορούν την κατασκευή του φράγματος Αστεριού, όταν κλήθηκαν δέχτηκαν την επίταξη για τις ιδιοκτησίες τους και προσήλθαν και πήραν την αποζημίωσή τους όλοι οι άλλοι, πλην της πρώτης ενάγουσας, φερόμενης ιδιοκτήτριας των ιδιοκτησιών με αριθμ. κτημ. 16, 18 και 19, η οποία ειδοποιήθηκε και δεν προσήλθε και του Π. Σ., ο οποίος είναι κάτοικος εξωτερικού. Επομένως, αφού οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της απόφασης περί επίταξης του ακινήτου τους, η απόφαση επέφερε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, έννομες συνέπειες και γι αυτούς".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της εξ αδιαιρέτου συγκύριας κατά τα 4/16 του επιταχθέντος ακινήτου, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων για να αιτιολογηθεί ότι η πρώτη αναιρεσείουσα με την πιο πάνω ιδιότητά της "οπωσδήποτε" κατά τις ίδιες παραδοχές έλαβε γνώση ότι εκδόθηκε η απόφαση περί της επίταξης του ακινήτου της με την άρνησή της να παραλάβει την απόφαση περί επίταξης όταν της παραδόθηκε και με την άρνησή της να προσέλθει να εισπράξει την αποζημίωση της επίταξης όταν ειδοποιήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή πρωτόδικα των δεύτερων έως και πέμπτης των αναιρεσειόντων, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, για την επίταξη ακινήτων και τη γνωστοποίησή της προς τους κυρίους του επιταχθέντος ακινήτου. Ειδικότερα, οι πιο πάνω απορριπτικές αιτιολογίες του διατακτικού της προσβαλλόμενης ως προς τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις των ίδιων δεύτερου έως και πέμπτης των αναιρεσειόντων με την ιδιότητα καθενός του συγκυρίου και του εκμισθωτή του ίδιου επιταχθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, είναι ελλειπείς και ανεπαρκείς, με το να μην αναφέρουν τον τρόπο με τον οποίον έλαβαν αυτοί γνώση της πράξης επίταξης του ακινήτου τους, αφού δεν εκτίθενται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης με σαφήνεια και κατά λογική ακολουθία τρόπο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που δικαιολογούν την κρίση της προσβαλλόμενης ότι "οπωσδήποτε" οι ίδιοι αναιρεσείοντες ειδοποιήθηκαν και έλαβαν γνώση για την επίταξη του ακινήτου τους, εφ' όσον άλλωστε τα εκτιθέμενα στην ίδια απόφαση πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την αντίστοιχη γνώση της επίταξης κατά τις ίδιες παραδοχές αφορούν μόνον προσωπικά την πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα και όχι και τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τον δεύτερο έως και πέμπτη των αναιρεσειόντων, ν' απορριφθεί η ίδια αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των δευτέρου έως και πέμπτης των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου, η πρώτη αναιρεσείουσα δεν θα καταδικασθεί σε οποιαδήποτε δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, αφού η τελευταία δεν υποβλήθηκε σε οποιαδήποτε ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη, για την απόκρουση χωριστά της αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2009 αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα Β. Τ..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 370/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος της που αφορά τους δεύτερο έως και πέμπτη των αναιρεσειόντων Π. Χ. Τ., Γ. Χ. Τ., Α. Χ. Τ. και Α. συζ. Ι. Χ., το γένος Χ. Τ..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου έως και πέμπτης των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ