480/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated480/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Full text
Απόφαση 480 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 480/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2001 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6286/2002 μη οριστική, 28141/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 376/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2008 αίτησή του. . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 25-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. .Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αρχικώς ενάγοντος Κ στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, κατά του αντιδίκου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο 'Αρειος Πάγος, ο ενάγων ανέφερε, ότι είναι συγκύριος, κατά ποσοστό 25,764% εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου) που βρίσκεται στο Δήμο ...
της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στη θέση ..., συνολικής εκτάσεως 14.365 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνόρευε βορειοανατολικά με δρόμο (προέκταση οδού ...υρά 94,55 μέτρων περίπου, και με αγρό ιδιοκτησίας Φ και Σ, σε πλευρά 191,15 μέτρων περίπου, δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Π, σε πλευρά 16,54 μέτρων περίπου, νότια με παλιά όχθη του ρέματος, σε πλευρά 109,97 μέτρων περίπου, και με αγρό άγνωστου ιδιοκτήτη, σε πλευρά 52,54 μέτρων περίπου και νοτιοανατολικά με το ρέμα, σε πλευρά 105,19 μέτρων περίπου και ότι ο εναγόμενος κατά το 1993 αρχικά κατέλαβε ένα τμήμα παλαιού κτίσματος που υπήρχε στο πιο πάνω ακίνητο, εμβαδού 50 τ.μ.
περίπου, και στη συνέχεια κατέλαβε μεγαλύτερη έκταση του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 1.300 τ.μ. περίπου, στην οποία κατασκεύασε, σε άτακτα χρονικά διαστήματα, τρεις λυόμενες αποθήκες, εμβαδού 38,50, 84 και 24,50 τετρ. μέτρων περίπου. Η έκταση αυτή βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του όλου ακινήτου και συνορεύει με το υπόλοιπο τμήμα αυτού, με την οδό 17ης Νοέμβρη (προέκταση οδού ...), την οδό ...
και την οδό ... (πεζόδρομο). Από την ως άνω περιγραφή του επίδικου ακινήτου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενόψει και της αναφοράς των πιο πάνω κτισμάτων και, συνεπώς, δεν πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο αυτό. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε κατά τον αναιρεσείοντα, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου εφέσεως του τελευταίου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι και τον αριθ. 1 του άρθρου τούτου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙ.- Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους.
Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι εικοσαετής και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος. Η παραγραφή επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μία εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν αυτή η νομή ή κατοχή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281ΑK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, αντιθέτως, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και τη θεμελίωση της από αυτήν ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος απαιτείται η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων που ορίζονται στη διάταξη αυτή από την άσκηση του επιδιωκόμενου με την αγωγή δικαιώματος να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη.
Οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αυτήν το Εφετείο, δέχτηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αναφορικώς με τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας, παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής και καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος:
Ο αρχικώς ενάγων Κ, στη δικονομική θέση του οποίου, μετά το θάνατό του (2-1-2004), υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, έγινε συγκύριος, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), που δεν αμφισβητείται, κατά ποσοστό 25,764% εξ αδιαιρέτου του προδιαληφθέντος αγροτεμαχίου εκτάσεως 14.365 τ.μ. Το αγροτεμάχιο αυτό εντάχθηκε κατά το έτος 1997 στο σχέδιο πόλης του Δήμου ..., οπότε και εκδόθηκε η σχετική πράξη εφαρμογής και έχει τελικά αυτό έκταση 4.248 τ.μ., κείται στο Γ 138 οικοδομικό τετράγωνο, φέρει αριθμό οικοπέδου 2 και κωδικό αριθμό κτηματογράφησης 030327, το ποσοστό δε συνιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντος προσδιορίσθηκε σε 25,764% εξ αδιαιρέτου και έχει καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Δήμου ..., σύμφωνα με το νόμο 2308/1995 με Κ.Α.Ε.Κ 081061008001.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος κατά το έτος 1955 εκμίσθωσαν το πιο πάνω αγροτεμάχιο των 14.365 τ.μ. στον Λ, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εγκατάσταση επιχείρησης ορνιθοτροφείου. Το μίσθωμα αρχικώς συμφωνήθηκε σε είδος και από το έτος 1979 ορίστηκε σε 6.000 δραχμές ετησίως.
Ο ανωτέρω μισθωτής, ο οποίος κατασκεύασε στο μίσθιο ακίνητο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ως άνω επιχείρησης αποθήκες και ένα μικρό οικίσκο, παρέμεινε σ' αυτό μέχρι το έτος 1979, που απεβίωσε. Μετά τον θάνατό του και μέχρι το έτος 1981, οι συγγενείς και ιδίως η σύζυγος αυτού Ζεπισκέπτονταν τακτικά το προαναφερόμενο ακίνητο, προκειμένου να τακτοποιήσουν διάφορα θέματα σχετικά με την εκποίηση μηχανημάτων, εργαλείων και ζωοτροφών της επιχείρησης ορνιθοτροφείου σε τρίτους.
Η τελευταία Ζ κατά το 1981 περιέφραξε ολόκληρο το ακίνητο και για πρώτη φορά προέβαλε δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επ' αυτού. Οι τότε συγκύριοι και συννομείς του ακινήτου- δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος- Ψ1,..., ... και ... άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της Ζ αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής επί της οποίας εκδόθηκε η 1631/1982 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της ως άνω απόφασης οι ανωτέρω άσκησαν έφεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των τότε διαδίκων, η 2950/1983 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αντικαταστάθηκε όμως η αιτιολογία της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την παραδοχή, ότι το δικαίωμα των εκκαλούντων- αιτούντων υπέπεσε στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ.
Ακολούθως ο πατέρας του αρχικώς ενάγοντος Ψ1 άσκησε κατά της Ζ τη με αριθμό κατάθεσης 1385/1984 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να αναγνωρισθεί κύριος κατά το ποσοστό των 60/288 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αγροτεμαχίου. Η αγωγή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν με την 2320/1988 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου και αναγνωρίσθηκε ο Ψ1, (ο οποίος κατά τη διάρκεια του εν λόγω δικαστικού αγώνα είχε αποβιώσει και συνέχιζε τη δίκη ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ -αρχικώς ενάγων), κύριος του επίδικου ακινήτου κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (60/288) εξ αδιαιρέτου.
Η ως άνω απόφαση έγινε τελεσίδικη, αφού η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η Ζ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 303/1991 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια του παραπάνω δικαστικού αγώνα και ενόσω το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην κατοχή της Ζ, ο εναγόμενος (αναιρεσείων) κατέλαβε το πρώτον στις 11-2-1990 αυθαίρετα ένα κτίσμα, εμβαδού 50 τ.μ.
περίπου, που είχε κατασκευάσει ο Π για τις ανάγκες της επιχείρησης ορνιθοτροφείου του και βρισκόταν στο ανατολικό τμήμα του όλου ακινήτου, και εγκαταστάθηκε εκεί με τη σύζυγό του, τοποθετώντας και διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής του. Η Ζ όμως αμέσως άσκησε σε βάρος του την από 9-3-1990 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, ο καθού- εναγόμενος αφενός δήλωσε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ότι δε διεκδικεί οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου, αφετέρου, εξεταζόμενος ανωμοτί, ανέφερε, ότι ζήτησε από τη Ζ να παραμείνει εντός αυτού για λίγο καιρό, μέχρι την αποπεράτωση της περιφερειακής οδού ..., οπότε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΕ", που είχε αναλάβει το έργο της διάνοιξης της ανατολικής περιφερειακής οδού της ..., θα τον εγκαθιστούσε σε ξύλινη παράγκα.
Η ως άνω αίτηση έγινε δεκτή με την 640/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αναγνωρίσθηκε η αιτούσα προσωρινά νομέας του επίδικου χώρου, εμβαδού 50 τ.μ. περίπου, ευρισκόμενου στο ανατολικό τμήμα ενός κτίσματος, συνολικού εμβαδού 200 τ.μ., που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του όλου αγροτεμαχίου, εκτάσεως 14.365 τ.μ.
και διατάχθηκε η αποβολή του εναγομένου από το τμήμα του επίδικου αγροτεμαχίου που είχε καταλάβει. Επειδή όμως ο τελευταίος δεν εγκατέλειψε το ως άνω ακίνητο αποβλήθηκε βιαίως από αυτό, σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης και συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., με την οποία αποβλήθηκε αυτός από το ανωτέρω ακίνητο και εγκαταστάθηκε η Ζ.
Όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο με την εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης στις 21-1-1991 και τη βίαιη αποβολή του εναγομένου από το εν λόγω αγροτεμάχιο, αυτός απώλεσε, κατ' άρθρο 981 ΑΚ, τη φυσική εξουσία επί του εδαφικού τμήματος του αγροτεμαχίου που είχε καταλάβει και εντεύθεν επήλθε οριστική απώλεια της νομής του επ' αυτού.
Εξάλλου, αυτός ουδόλως επικαλείται άμεση ανάκτηση αυτής (νομής) κατ' άρθρο 981 ΑΚ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι έκτοτε εγκαταστάθηκε στο ως άνω ακίνητο η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΕ", που είχε αναλάβει το έργο της διάνοιξης της ανατολικής περιφερειακής οδού της ....
Η τελευταία κατασκεύασε εντός του πιο πάνω αγροτεμαχίου αυθαιρέτως μία ισόγεια αποθήκη από τσιμεντόλιθους και αμιαντολαμαρίνες, εμβαδού 55,20 τ.μ., για την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης. Μετά την αποχώρηση της ανωτέρω εταιρίας από το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1993, ο εναγόμενος, που μετά την αποβολή του διέμενε στην ίδια περιοχή πλησίον του παρακείμενου ρέματος, κατέλαβε και πάλι αυθαιρέτως ένα τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1300 τ.μ.
που κείται στη βορειανατολική πλευρά του όλου ακινήτου, το οποίο συνορεύει δυτικά με το υπόλοιπο τμήμα του αυτού ακινήτου, με την οδό 17ης Νοεμβρίου (προέκταση της οδού ...), με την οδό ... και την οδό ...(πεζόδρομο), και εγκαταστάθηκε στο αυθαίρετο ισόγειο κτίσμα, που είχε προηγουμένως κατασκευάσει η ως άνω κατασκευάστρια εταιρία, το οποίο διαμόρφωσε και ανακατασκεύασε σε κατοικία.
Ακόμη (ο εναγόμενος) ανακατασκεύασε άλλα δύο παλιά και μισογκρεμισμένα κτίσματα, τα οποία αυθαίρετα διαμόρφωσε σε αποθήκες για το σταβλισμό μικρών οικόσιτων ζώων και πουλερικών, εμβαδού 50 τ.μ. και 100 τ.μ., αντιστοίχως. Η αξία των αυθαίρετων αυτών κτισμάτων, υπολείπεται σαφώς της συνολικής αξίας, που αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι ανέρχονται αυτά, ποσού 54.292,01 € (και δη 35.216,44 € για την οικία και 7.336,76 € και 11.738,81 € για τις δύο αποθήκες αντίστοιχα), την οποία ούτε προσεγγίζει.
Μάλιστα, η κατά πρόταση αυτού εξετασθείσα μάρτυρας ... χαρακτηρίζει αυτά ως παραπήγματα ευτελούς αξίας, ανεξάρτητα αν τελικά, προσπαθώντας να συμπορευθεί με τους ισχυρισμούς αυτού, αναβιβάζει την αξία τους σε 10.000.000 έως 15.000.000 δραχμές, μη διευκρινίζοντας βέβαια αν εκτιμά έτσι την αξία του εδάφους λόγω της θέσης του ακινήτου.
Ο δε έτερος μάρτυράς του, ενώ επίσης παραδέχεται το ευτελές των υλικών ανακατασκευής των κτισμάτων, αναβιβάζει την αξία τους σε 40.000.000 δραχμές, χωρίς όμως και να μπορεί να αιτιολογήσει το ποσό αυτό. Εξάλλου, ο αριθμός των ελαιόδενδρων και κάποιων οπωροφόρων δένδρων που φύτεψε αυτός στο επίδικο τμήμα, ηλικίας περίπου 15 ετών κατά τον μαρτυρά του ..., είναι προφανές ότι δεν φυτεύτηκαν από αυτόν (εναγόμενο), ως αβασίμως ισχυρίζεται κατά 1970, αλλά κατά 1990, χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος είχε καταλάβει αρχικά το επίδικο, και στη συνέχεια αποβλήθηκε βιαίως και απώλεσε τη νομή του, αφού έχασε τη φυσική εξουσία επί του εν λόγω ακινήτου.
Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας δια της ασκήσεως διάνοια κυρίου από το έτος 1970 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (χρόνος επίδοσης 21-8-2001), ήτοι για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας, πράξεων νομής και κατοχής επί του επιδίκου, που αυτός προέβαλε προς κατάλυση της βάσεως της αγωγής περί κτήσεις της κυριότητας του ακινήτου με παράγωγο τρόπο εκ μέρους του αρχικώς ενάγοντος, και συγχρόνως η μετά ίδια περιστατικά ένσταση περί αποσβεστικής παραγραφής του δικαιώματος του αρχικώς ενάγοντος (κτητική και αποσβεστική παραγραφή) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεδομένου ότι από τη δεύτερη κατάληψη του επίδικου ακινήτου κατά το έτος 1993 δεν παρήλθε εικοσαετία, ώστε να αποσβεσθεί το δικαίωμα κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος που απέκτησε αυτός παραγώγως, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και να καταστεί κύριος του επιδίκου ο εναγόμενος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επίσης έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αρχικώς ενάγοντος, διότι μόνη η παρέλευση του χρονικού διαστήματος από το 1993, που ο εναγόμενος κατέλαβε αυθαιρέτως το επίδικο ακίνητο, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (21-8-2001) χωρίς άλλη αντίδραση αυτού κατά των πράξεων του αντιδίκου του, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αρχικώς ενάγων ήταν υπερήλικας και διέμενε στην ..., ώστε δεν μπορούσε να ασκεί συνεχώς εποπτεία στο ακίνητό του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός παραιτήθηκε από την άσκηση των δικαιωμάτων επί του εν λόγω ακινήτου.
Εξάλλου, εντός του ιδίου χρόνου αυτός είχε ασκήσει και την αγωγή του κατά της Ζ. Μόλις δε πληροφορήθηκε την ως άνω κατάληψη και την ταυτότητα του εναγομένου, αμέσως άσκησε κατ' αυτού την ένδικη διεκδικητική αγωγή, ουδόλως δε παρίσταται καταχρηστική η άσκηση αυτής ως υπερβαίνουσα καταφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να θεωρείται επιβεβλημένη η θυσία του, δεδομένου μάλιστα ότι όλα τα ανωτέρω ανακατασκευασθέντα από τον ενάγοντα κτίσματα προϋπήρχαν στο ως άνω ακίνητο από τότε που διατηρούσε ο Π σ' αυτό την επιχείρηση ορνιθοτροφείου, αλλά και το κτίσμα που κατασκεύασε η εταιρία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΑΕ" για το εργοτάξιό της είναι, όπως προαναφέρθηκε, χαμηλής αξίας σε σχέση με το οικόπεδο του (αρχικώς) ενάγοντος.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου τμήματος από τον αναιρεσείοντα, με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), της μη παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και της μη καταχρηστικότητας της ένδικης αξίωσης, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων α) 1045, 1046, 974, β) 249, 251, 1094 και 1095 και γ) 281 του ΑΚ, αντιστοίχως.
Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος, όπως εκτιμάται κατά την αρίθμηση, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγων ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για τα πιο πάνω ζητήματα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου κατά το άρθρο 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από την δίκη. Για να μη ληφθεί όμως υπόψη η κατάθεση εξαιρετέου μάρτυρα θα πρέπει να έχει προταθεί εγκαίρως η ένσταση εξαίρεσης πριν από την όρκισή του (ΚΠολΔ 403 παρ. 2) και να γίνει δεκτή κατά πιθανολόγηση από το δικαστήριο ή το δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται η μαρτυρική απόδειξη (ΚΠολΔ 403 παρ. 4).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.α' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κακώς ελήφθη υπόψη η κατάθεση της μάρτυρος Π, που εξετάστηκε με πρόταση του αντιδίκου του (αρχικώς ενάγοντος), αφού είχε προτείνει εγκαίρως την ένσταση εξαίρεσής της, δεδομένου ότι αυτή είχε συμφέρον από τη δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο σχετικός λόγος έφεσης του αναιρεσείοντος περί μη λήψεως υπόψη της κατάθεσης της πιο πάνω μάρτυρος απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι όπως προέκυπτε από την 9400/2002 Εισηγητική Έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ένσταση της εξαίρεσης της ως άνω μάρτυρος υπεβλήθη μετά την όρκισή της και, κατά συνέπεια, αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως έκρινε και η πρωτοβάθμια (εκκαλούμενη) απόφαση.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 403 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, και, συνεπώς, δε στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβιάσεις δικονομικών κανόνων δικαίου, στους τελευταίους των οποίων περιλαμβάνεται και αυτή του άρθρου 403 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει το δικαστή που αποφασίζει για το λόγο μη εξέτασης μάρτυρα.
Εξάλλου και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον πιο πάνω λόγο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως πράγματι προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ως άνω 9400/2002 Εισηγητικής Έκθεσης, η ένσταση εξαίρεσης της μάρτυρος υπεβλήθη μετά την όρκισή της και, κατά συνέπεια, αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επομένως με το να την απορρίψει το Εφετείο ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τα όσα δε διατείνεται ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο, δηλαδή ότι η ένσταση υπεβλήθη πριν την όρκιση της μάρτυρος και ότι η πιο πάνω Εισηγητική Έκθεση δεν αποδίδει την πραγματικότητα, είναι απορριπτέα, αφού η εν λόγω Εισηγητική Έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη των αναφερομένων σ' αυτήν, επιτρεπομένης της προσβολής της ως πλαστής.
V. - Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 376/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ