Legislator Case Law & Legislation
480/2009 AI generated

480/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 480/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1661/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 396/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

480/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της σχετικής επιταγής προς πληρωμή ο ενάγων άσκησε ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 483/90 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που την έκανε μερικά δεκτή, και στη συνέχεια η 101/94 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή έφεση της καθής, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 480 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 480/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αβραμίδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λουκά Κοντέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1661/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 396/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της , καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι λόγω υπαίτιας και παράνομης, ως κακόπιστης και καταχρηστικής, συμπεριφοράς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία επεδίωξε την δι αναγκαστικής εκτελέσεως ικανοποίηση απαιτήσεώς της από παράνομο, όπως κρίθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου, ανατοκισμό και αρνήθηκε να συναινέσει στην άρση κατασχέσεως επί δύο εκ των περισσοτέρων διαμερισμάτων πολυώροφης οικοδομής του, ώστε να διευκολυνθεί η πώλησή τους και να δυνηθεί αυτός να καταβάλει με το τίμημα της πωλήσεως τα οφειλόμενα προς την αντίδικό του και προς τρίτους, υπέστη ζημία, αφού αναγκάστηκε να εκποιήσει τα δύο αυτά διαμερίσματα σε τιμή κατά πολύ κατώτερη της αγοραίας.

Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική του βλάβη, λόγω του αδικήματος. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο τα ακόλουθα: Η εναγόμενη Τράπεζα επέσπευσε κατά του ενάγοντος αναγκαστική εκτέλεση, με βάση διαταγή πληρωμής, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε καταβολή ποσού 1.236.235 δραχμών, εντόκως από 29/12/1983.

Κατά της σχετικής επιταγής προς πληρωμή ο ενάγων άσκησε ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 483/90 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που την έκανε μερικά δεκτή, και στη συνέχεια η 101/94 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή έφεση της καθής, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή.

Ακολούθησε η 747/11-5-98 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση, δεχόμενη ότι το ποσό της επιταγής περιείχε παρανόμους τόκους τόκων. Τέλος το Εφετείο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση εξέδωσε την 851/13-7-2000 απόφαση με την οποία απέρριψε την έφεση. Ηδη, όμως, λόγω των πιέσεων που υφίστατο και εκ μέρους άλλων πιστωτών και κυρίως του ΙΚΑ ο ενάγων, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και ενώ η εναγομένη είχε αναστείλει από τον Νοέμβριο του 1997 κάθε μέτρο εκτελέσεως εναντίον του, είχε αναγκαστεί να πωλήσει και μεταβιβάσει προς τρίτον όλη την πολυώροφη οικοδομή του, αντί του τιμήματος των 62.411.282 δραχμών.

Ο ενάγων, με αλλεπάλληλες αιτήσεις του, προς την αντίδικό του είχε ζητήσει την ρύθμιση της οφειλής και ειδικότερα τη συναίνεσή της στην άρση της κατασχέσεως όσον αφορά δύο διαμερίσματα της άνω πολυκατοικίας και στον περιορισμό της (κατασχέσεως) στα λοιπά, προκειμένου να μπορέσει να τα εκποιήσει και να την ικανοποιήσει με το αντίτιμο της πωλήσεώς τους.

Η εναγομένη απάντησε με την από 31-10-97 επιστολή της ότι συναινούσε στην αποδέσμευση των συγκεκριμένων διαμερισμάτων, υπό τον όρο καταβολής ποσού 14.000.000 δρχ., όρος, όμως, ο οποίος απορρίφθηκε εκ μέρους του ενάγοντος ως ανεφάρμοστος, με αποτέλεσμα την εκποίηση του ακινήτου για την εξόφληση των πιστωτών και κυρίως του ΙΚΑ.

Επί του άνω ακινήτου ήταν εγγεγραμμένες υπέρ του Δημοσίου, ιδιωτών και φορέων ΝΠΔΔ προσημειώσεις και υποθήκες οι οποίες αναλυτικά είχαν ως εξής: Υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ ..., Δ.Ο.Υ. Κεφαλαίου ... Δ.Ο.Υ. ...) υποθήκες συνολικού ύψους 2.023.400 δρχ., υπέρ του ...Νοσοκομείου υποθήκες 4.700.000 δρχ. υπέρ ΕΥΔΑΠ 215.462 δρχ.

και υπέρ του ΙΚΑ ... 10.526.649 δρχ., ενώ η αξία του ακινήτου κατά τις εκτιμήσεις της εναγομένη, ανερχόταν το έτος 1998 στο ποσό των 73.800.000 δρχ. Κατ' ακολουθίαν την παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης επί των συγκεκριμένων ακινήτων και παύσει να υπολογίζει τόκους τόκων ανά τρίμηνο, μέχρι τουλάχιστον την οριστική εκποίηση του άνω ακινήτου, δεν ήταν πράξεις αντίθετες με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αφού τα όργανά της ενήργησαν υπολογίζοντας την οφειλή της στα πλαίσια που είχε οριοθετήσει η 101/94 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και ο νόμος 2601/98, ενώ, το αρκετά μεγάλο ύψος των γενικότερων προς τρίτους οφειλών της και μάλιστα προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ, που προηγούνται, κάθε φορά, στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, δικαιολογούσε την άρνηση αυτής να συναινέσει στην άρση της κατασχέσεως, των άνω ακινήτων, η δε συμπεριφορά των οργάνων της ήταν μέσα στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης και της διασφάλισης των συμφερόντων της.

Εξάλλου ο περιορισμός της κατάσχεσης συνοδευόταν με το αίτημά του για μη υπολογισμό τόκων επί τόκων ανά τρίμηνο, ο οποίος όμως είχε κριθεί, με την άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, νόμιμος, η δε απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε εκδόθηκε πολύ μεταγενέστερα, αφού ο εκκαλών καθυστέρησε να ασκήσει κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.

Περαιτέρω στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως επισημαίνεται α) ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι από το έτος 1996, είχε εκδοθεί η 96/96 απόφαση του Αρείου Πάγου, που, κρίνοντας επί παρομοίου θέματος, είχε αποφανθεί ότι ο υπολογισμός τόκων ανά τρίμηνο ήταν παράνομος, αφού δεν προβλεπόταν από τη διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε άλλους διαδίκους και δεν ήταν δεσμευτική για την εναγομένη, ενώ εξάλλου τα περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν το καθεστώς του ανά τρίμηνο υπολογισμού των τόκων, β) ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να προσφύγει στο δικαστήριο και ζητήσει τον περιορισμό των βαρών στην υπόλοιπη περιουσία του και γ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι και οι λοιποί οφειλέτες, εκτός από το ΙΚΑ, δέχθηκαν τον άνω περιορισμό, ώστε η ματαίωση να οφείλεται αποκλειστικά στην άρνηση της εναγόμενης.

Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι, και αν ακόμη η συμπεριφορά της εναγόμενης θεωρηθεί παράνομη με την έννοια της αντίθεσης στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, όπως υποστηρίζει, δεν τελεί αυτή (συμπεριφορά) σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία, αφού, μόνη η άρνηση της εφεσίβλητης να συναινέσει στον περιορισμό της υποθήκης και να μην υπολογίζει τόκους τόκων ανά τρίμηνο δεν συνδέεται με την εκποίηση του ακινήτου το έτος 1999, η οποία έγινε για να αποφευχθεί ο πλειστηριασμός που επέσπευδε το ΙΚΑ καθώς και η προσωπική του κράτηση.

Και τούτο, διότι το τίμημα των πωλήσεων των συγκεκριμένων δύο διαμερισμάτων δεν ήταν αρκετό για να εξοφληθούν οι προς το ΙΚΑ, το Ελληνικό Δημόσιο και προς άλλους οφειλές του, αφού αυτές υπερέβαιναν κατά πολύ το τίμημα των 40.000.000 δρχ., που ισχυρίζεται ότι θα ελάμβανε από την εκποίησή τους, αν είχαν εξαληφθεί τα βάρη τους.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο την απορριπτική του κρίση για την αγωγή του αναιρεσείοντος στηρίζει σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και ειδικότερα ότι, υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρώτον δεν υπάρχει παράνομη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά της εναγομένης και δεύτερον ότι ελλείπει ο απαιτούμενος από την ίδια ως άνω διάταξη αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της εναγομένης και της ζημίας του ενάγοντος.

Με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν υπήρξε καταχρηστική και, επομένως, παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω με τους λοιπούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τα οποία κατά το αναιρετήριο, ήταν χρήσιμα για την απόδειξη των περιστάσεων που ο αναιρεσείων επικαλείται για τη στήριξη των αγωγικών ισχυρισμών ότι η αντίδικός του ενήργησε αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. 'Ολοι όμως οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους πλήττεται μόνον η πρώτη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι η άλλη, επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.12.2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 396/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ