480/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated480/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά λέξιν, στο ζήτημα αυτό η αναιρεσείουσα αναφέρεται ως εξής: "Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής... προέβαλα παραδεκτώς... ένσταση αοριστίας της αγωγής, ιδίως επειδή σ' αυτήν δεν προσδιορίζεται ο χρόνος, κατά τον οποίο έλαβε χώρα, η ανοικοδόμηση με τα επικαλούμενα στην αγωγή υλικά, η απόδοση της αξίας των οποίων συνιστά το αντικείμενο του επικαλούμενου από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα αδικαιολογήτου πλουτισμού...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 480 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 480/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής ....... Σερρών, που εδρεύει στο .......Σερρών, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Λαμπροπούλου-Δημητριάδου.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ο οποίος όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες την 5-10-2007 προτάσεις του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Αργυρόπουλου, απεβίωσε την 6-10-2006 και κληρονομήθηκε από τους 1......, 2......., 3....... και 4......, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1999 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2001 προδικαστική 64/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1103, 1104 παρ. 1, 1057 και 1063 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που κινητό πράγμα ενωθεί με αλλότριο (ξένο) ακίνητο, κατά τρόπο, που να καταστεί συστατικό αυτού (άρθρα 953 και 954 ΑΚ), γεγονός που συμβαίνει και στην περίπτωση που ο νομέας ανεγείρει οικοδομή επί ξένου οικοπέδου, με δικά του υλικά, τότε ο νομέας που χάνει την κυριότητα των υλικών αυτών λόγω της ενώσεως των με το ξένο ακίνητο, δικαιούται, ανεξαρτήτως της καλής ή κακής πίστεώς του και του χρόνου επιδόσεως της διεκδικητικής αγωγής, να απαιτήσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, από τον κύριο του οικοπέδου την απόδοση της ωφέλειας, που απέκτησε από την μετάθεση σ' αυτόν της κυριότητας των υλικών, όχι όμως και την απόδοση της ωφέλειας από την εργασία του νομέα ή των προσληφθέντων από αυτόν εργατοτεχνιτών, εργολάβου, μηχανικού κ.λ.π., γιατί η διάταξη του άρθρου 1063 ΑΚ ορίζει μόνο για απαίτηση από την απώλεια της κυριότητας κινητού πράγματος, λόγω ενώσεως του με ξένο ακίνητο και όχι για δαπάνες.
Επιφυλάσει όμως, το άρθρο 1063 ΑΚ στον νομέα κινητού ή ακινήτου πράγματος το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την όλη δαπάνη ανεγέρσεως της οικοδομής στο ξένο ακίνητο, όταν πρόκειται για ακίνητο με τους όρους όμως και τις προϋποθέσεις του άρθρου 1103 ΑΚ, ήτοι να πρόκειται για καλόπιστο νομέα, η δαπάνη να είναι επωφελής, δηλαδή να επήλθε από αυτήν αύξηση της αξίας του πράγματος, η αύξηση αυτή να σώζεται κατά τον χρόνο της απόδοσης του πράγματος ή δε δαπάνη να έγινε το διάστημα πριν από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής (Ολ.
ΑΠ 1220/1975, ΑΠ 1882/1999).
Ενόψει τούτων, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και υποστηρίζεται, ότι ο αναιρεσίβλητος, ως κακής πίστεως νομεύς του ενδίκου οικοπέδου της αναιρεσείουσας, επί του οποίου αυτός είχε ανεγείρει οικοδόμημα με δικές του δαπάνες, δεν δικαιούται αποζημιώσεως (ούτε) για τα υλικά που είχε χρησιμοποιήσει προς τούτο αυξάνοντας την αξία του ακινήτου.
Περαιτέρω είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος ο δεύτερος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και να απορριφθεί η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη. Τούτο δε, διότι δεν είναι σαφές - στην κρινόμενη αίτηση - ποιά, νομικώς αναγκαία, στοιχεία φέρονται ως μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που καθιστούν αυτό ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης.
Κατά λέξιν, στο ζήτημα αυτό η αναιρεσείουσα αναφέρεται ως εξής: "Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής... προέβαλα παραδεκτώς... ένσταση αοριστίας της αγωγής, ιδίως επειδή σ' αυτήν δεν προσδιορίζεται ο χρόνος, κατά τον οποίο έλαβε χώρα, η ανοικοδόμηση με τα επικαλούμενα στην αγωγή υλικά, η απόδοση της αξίας των οποίων συνιστά το αντικείμενο του επικαλούμενου από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα αδικαιολογήτου πλουτισμού...
Κατά τη συζήτηση της εφέσεως... επικαλέστθηκα και πάλι κατ' ένσταση την αοριστία της εις βάρος μου αγωγής, για τον ίδιο παραπάνω λόγο... Η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή την εις βάρος μου ένδικη αγωγή ως ορισμένη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη (δικονομικά απαράδεκτη). Ειδικότερα... στην ένδικη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος...
μνημονεύει αναλυτικά τα υλικά που αγοράστηκαν... Ωστόσο, παραλείπει να ισχυρισθεί αφενός ότι ήταν κακής πίστεως και ότι τα υλικά αυτά ενώθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καταστούν - και κατέστησαν πράγματι - συστατικά του οικοπέδου μου, διατηρούμενα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ώστε εκείνος να έχει στερηθεί την κυριότητά τους και εγώ να έχω καταστεί κύριός τους με ένωση".
Είναι έτσι προφανές ότι επί άλλης βάσεως φέρεται ότι στήριξε την περί αοριστίας της αγωγής ένστασή της η αναιρεσείουσα στα ουσιαστικά δικαστήρια και επί άλλης στηρίζει αυτήν δια της κρινομένης αιτήσεως.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο (υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ) υποστηρίζονται τα ακόλουθα: "Η προσβαλλόμενη απόφαση ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις των άρθρων 454, 1102, 1103, 1106, 1063 και 904 ΑΚ, σε συνδυασμό μεταξύ τους, και απέρριψε την περί σιωπηρής αφέσεως του αγωγικού χρέους ένστασή μου...
Ειδικότερα... προέβαλα επικουρικώς, με παραδεκτή ένστασή μου, την απόσβεση της αγωγικής αξίωσης λόγω σιωπηρής αφέσεως χρέους (ΑΚ 454), καθώς ο αντίδικος κατά την απόδοση του ακινήτου... με αναγκαστική εκτέλεση... δεν άσκησε το κατ' άρθρο 1106 ΑΚ δικαίωμα επισχέσεως για τις οφειλόμενες στο αποδοτέο ακίνητο δαπάνες, ούτε επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να τις αξιώσει...
Από την παράλειψη του καλόπιστου νομέα να αντιτάξει την αξίωση δαπανών στη δίκη περί κυριότητας σαφώς συνάγεται σιωπηρώς καταρτιζόμενη άφεση χρέους και παραίτηση από τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσής του... Αλλως... η απόφαση δεν διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση... ως προς την αποδοχή ή την απόρριψη της κατ' ΑΚ 454 ενστάσεως το προαναφερόμενο αποδειγμένο περιστατικό (παράλειψη του αντιδίκου - κακόπιστου νομέα να αντιτάξει στη δίκη περί διεκδικήσεως του ακινήτου αξίωση δαπανών, έστω και με ένσταση επισχέσεως)".
Υπό τις διατυπώσεις αυτές δεν είναι σαφές αν ο επίμαχος ισχυρισμός της αναιρεσειούσης έχει την έννοια ότι στην ένδικη περίπτωση, ήτοι μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων συνήφθη σιωπηρώς σύμβαση αφέσεως χρέους ή αν η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να προβάλει την περί αποδόσεως δαπανών απαίτησή του στην περί της κυριότητας του ακινήτου δίκη εκλαμβάνεται ως συνεπαγόμενη την ex lege κατάργηση της σχετικής αξιώσεώς του.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν την περί συνυπαιτιότητος του αναιρεσιβλήτου ένσταση της αναιρεσείουσας, την οποία είχε παραδεκτώς προβάλει ενώπιον αυτού.
Συγκεκριμένα είχε υποστηριχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) υπήρξε συνυπαίτιος της ζημίας την οποία υπέστη λόγω των δαπανών ανοικοδόμησης του οικοπέδου της αναιρεσείουσας, που είχε στην κατοχή του, διότι έπραξε τούτο παρόλο που γνώριζε ότι δεν ήταν κύριος του ακινήτου και του είχε επιδοθεί η σχετική (διεκδικητική) αγωγή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε διότι το ουσιαστικό δικαστήριο - ανεξάρτητα από την χρησιμοποιηθείσα ορολογία και φρασεολογία - έλαβε υπόψιν τον ρηθέντα ισχυρισμό και σαφώς τον απέρριψε (ως νομικά αβάσιμο), διαλαμβάνοντας κατά λέξιν τα ακόλουθα : "Στο σημείο αυτό, πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που υπάρχει στην αρχή της παρούσης, στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η καλή η κακή πίστη του ενάγοντος κατά το χρόνο επιδόσεως της διεκδικητικής αγωγής της εναγομένης, καθότι με την ένδικη αγωγή ζητεί μόνο την αξία των οικοδομικών υλικών που τοποθέτησε στην ανωτέρω οικοδομή, επειδή, συνεπεία αυτού, όπως προαναφέρθηκε, επήλθε επαύξηση ης αξίας του οικοπέδου της εναγομένης, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη απορριπτέα κρίνονται.
Εξάλλου.... Ο ενάγων ήταν κακής πίστεως νομέας, όπως άλλωστε κρίθηκε και με την 2014/1992 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έγινε αμετάκλητη".
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται αντιστοίχως λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, πλην άλλων και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, αντιθέτως προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος για την εφαρμογή δε της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση της οικείας ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος απαιτείται η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη (πρβλ.
ΑΠ 192/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, και σχετικά με την προβληθείσα, εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσειούσης, ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με τη με αριθμό 2014/1992 απόφασή του αναγνώρισε το δικαίωμα κυριότητας της εναγομένης, τότε εναγούσης, επί ενός ακινήτου....
εκτάσεως 14.400 τ.μ..... το οποίο κατείχε ο ενάγων -τότε εναγόμενος- και οι υπόλοιποι εναγόμενοι στη δίκη αυτή αδελφοί του.... Ειδικότερα τον ενάγοντα (σημ: δηλ. τον ήδη αναιρεσίβλητο) υποχρέωσε να της αποδώσει μεταξύ άλλων τα με αρ. .., .., ... και ... οικοπεδικά τμήματα (διαιρετά) εκτάσεως 480, 620, 603 και 479 τ.μ. αντίστοιχα....
Οι εναγόμενοι (σημ: μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος), που με την απόφαση αυτή κρίθηκαν ότι είναι κακής πίστεως νομείς, υποχρεώθηκαν επίσης να αποδώσουν στην ενάγουσα.... Τα εξαχθέντα ωφελήματα της τελευταίας πενταετίας πριν από την αγωγή.... Ο δικαστικός επιμελητής.... Στις 27-9-1996 απέβαλε στον ενάγοντα από το με αρ. ...
οικοπεδικό τμήμα που κατείχε και εγκατέστησε σ' αυτό την εναγομένη.... Στο ακίνητο αυτό, ο ενάγων με την ..... οικοδομική άδεια.... Προέβη, κατά τα έτη 1985 - 1986, στην ανέγερση μιας ισόγειας οικοδομής.... Η αξία των οικοδομικών υλικών που τοποθετήθηκαν στην ανωτέρω οικοδομή και αποτελούν αναποχώριστα συστατικά αυτής......
κατά τον χρόνο ανεγέρσεώς της.... ανερχόταν..... συνολικά σε 11.110.233 δραχμές. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για πρώτη φορά με αυτοτελή αγωγή ζητεί από την εναγομένη, κυρία του με αρ. 16 οικοπεδικού τμήματος την ωφέλεια που αποκόμισε από την μετάθεση της κυριότητας των υλικών που τοποθέτησε στην ως άνω οικοδομή, η οποία συνίσταται στην αξία τους, καθότι από αυτά επήλθε αύξηση του οικοπέδου.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι την 31.1.1995 που εκδόθηκε η 147/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου και η 2014/20.5.1992 ως άνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε αμετάκλητη, η δίκη ήταν σε εξέλιξη και ο ενάγων ασκούσε τα ένδικα δικαιώματα που του παρείχε ο νόμος για τη διεκδίκηση του ακινήτου. Ο τελευταίος αν και η εναγομένη στις 27.9.1996 τον απέβαλε από το ισόγειο κατάστημα - αποθήκη που υπήρχε στην ανωτέρω οικοδομή εξακολουθούσε να το κατέχει και χρησιμοποιεί όπως και πριν λειτουργώντας σ' αυτό τη βιοτεχνία τυποποιήσεως ελαίων του και μετά το Μάϊο του 1997.
Αποδείχθηκε ακόμη, ότι η εναγομένη αποδέχθηκε προφορική πρόταση του ενάγοντος να επιλύσουν συμβιβαστικά τη διαφορά τους στο με αριθμό .... οικόπεδο που της ανήκε κατά κυριότητα και αυτός κατείχε εντός του οποίου το έτος 1969 ανήγειρε διώροφη οικοδομή, επιφανείας 552 τ.μ. αποτελούμενη από πέντε (5) καταστήματα και τρία (3) διαμερίσματα.
Ενόψει τούτου, η εναγομένη με το ..... πρακτικό του Ηγουμενοσυμβουλίου της, που εγκρίθηκε από την ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος αποφάσισε και στη συνέχεια σύμφωνα με τις Χριστιανικές αρχές της αλληλεγγύης, για να μη δημιουργηθούν κοινωνικά προβλήματα, με την αποβολή τους από αυτά, διότι δεν είχαν άλλη αστική περιουσία για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του πώλησε και παρέδωσε στον ενάγοντα και τα παιδιά του το ανωτέρω οικόπεδο, χωρίς δημοπρασία, απευθείας και χωρίς τα κτίσματα με τίμημα αυτό που προέκυψε από την αντικειμενική αξία του οικοπέδου, το οποίο και τα δύο μέρη αναγνώρισαν εύλογο και δίκαιο.
Συνετάγησαν δε γι' αυτά, τα με αριθμ. ...., ....., ....., ...., ..... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Σερρών Θεοδώρας Κούτκου-Χατζητρύφωνος. Στην εναγομένη από την ως άνω αιτία καταβλήθηκε από τους αγοραστές το συνολικό ποσό των 10.046.080 δραχμών, ενώ η πραγματική -αγοραστική- αξία κατά ^το χρόνο εκείνο ήταν 22.832.000 (570,80 τ.μ.
σύμφωνα με την πρόσφατη εμβαδομέτρηση, όπως αναγράφεται στα ως άνω συμβόλαια Χ 40.000 δραχ. ανά τ.μ.). Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι οι διάδικοί επέλυσαν συμβιβαστικά τη διαφορά ιούς αποκλειστικά και μόνο, όσον αφορά το με αριθμό ... οικοπεδοτεμάχιο. Από κανένα δε στοιχείο δεν προέκυψε, ούτε έμμεσα ότι η επίλυση της διαφοράς αυτής έχει , σχέση με τη διαφορά τους στο με αρ ...
επίδικο ακίνητο, ούτε συνάγεται από αυτή σιωπηρά παραίτηση ή άφεση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος. Εξάλλου, από το ανωτέρω πρακτικά του Ηγουμενοσυμβουλίου της εναγομένης ο 4ος όρος που τέθηκε για τη μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων ο οποίος αφορούσε το επίδικο ακίνητο ήταν να της παραδώσει (εναγομένης) ο ενάγων το ισόγειο κτίσμα-αποθήκη που λειτουργούσε ως βιοτεχνία τυποποιήσεως ελαίων κλπ από το οποίο ενώ είχε χωρήσει αποβολή αυτός εξακολουθούσε παράνομα να το έχει στην κατοχή του.....
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης εξέλαβε ως αρχή μιας συμβιβαστικής επιλύσεως όλων των διαφορών τους και για το λόγο αυτό, όπως καταθέτει ο μάρτυρας ανταποδείξεως, που προαναφέρθηκε, μετά την εκποίηση του ανωτέρω οικοπέδου, ζήτησε προφορικά από την εναγομένη να του πουλήσει το ως άνω με αρ. ...
οικοπεδικό τμήμα που βρίσκεται επί της οδού ...... μαζί με το κτίσμα διότι το χρειάζεται για τη βιοτεχνία του και της προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 30.000.000 πλην όμως η εναγομένη δεν αποδέχθηκε την πρόταση του και αυτός στη συνέχει άσκησε την ένδικη αγωγή..... Με βάση όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος που υπέβαλε η εναγομένη, αφού δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν σ' αυτή εύλογα την απόλυτη πεποίθηση ότι ουδέποτε θα ασκούσε, το ένδικο δικαίωμά του και ως εκ τούτου απορριπτέα κρίνεται.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο, εκκαλούμενη απόφαση του έκανε δεκτή την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών. Γι' αυτό ο σχετικός λόγος της εφέσεως του ενάγοντος είναι βάσιμος στην ουσία του".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την μη συνδρομή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των προϋποθέσεων καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου. Με δεδομένο δε ότι τελικώς -υπό τα εκτιθέμενα στην απόφαση- ο μεν αναιρεσίβλητος (κακόπιστος νομέας) μέρος μόνο των δαπανών, τις οποίες είχε κάνει για την οικοδόμηση του ακινήτου, δικαιούται να αναλάβει με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση, στην δε αναιρεσείουσα παραμένει, ως οικονομικό όφελος η αξία όλου του οικοδομήματος, το οποίο απέκτησε αδαπάνως, δεν παρίσταται καταχρηστική η αξίωση του αναιρεσιβλήτουνα του επιδικασθεί η αξία των υλικών που διέθεσε για την ανέγερση της οικοδομής Κατά συνέπεια, δεν παραβιάσθηκε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τους πέμπτο και έκτο λόγους, αντιστοίχως, είναι αβάσιμα. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2006 αίτηση της Ιεράς Μονής ......Σερρών για αναίρεση της 644/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ