480/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated480/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 480 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 480/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ’ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 37/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Σ. του Ε., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Ζακύνθου, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/2004.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό πρωτ. 408/4-10-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 29-3-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ.
Χ. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 37/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτω τα εξής: Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η υπ’ αριθμ. 7/19-11-2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ’ αριθμ. 65/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών να δικασθεί για συνομολόγηση τοκογλυφικής συμβάσεως κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα και συνήθεια και επιδίωξη εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, πλαστογραφία με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 25.000.000 δραχμών και απόπειρα παράνομης βίας κατ’ εξακολούθηση.
ΙΙ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 περ. α’ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 29-3-2004 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 1/29-3-2004 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 24-3-2004 και διαλαμβάνονται σ’ αυτή (έκθεση) οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπερβάσεως εξουσίας (άρθ. 484 παρ. 1 στοιχ.
β’ , δ’ και στ’ ΚΠΔ). ΙΙΙ. α) Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 εδ. α’ και β’ σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 404 του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ.
α’ και β’ του Ν. 2721/1999 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ’ του ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, κατά δε την παράγραφο 3, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθ. 83). Το έγκλημα (πλημμέλημα) της σωματικής βίας είναι δεκτικό απόπειρας, που υπάρχει αν ασκήθηκε η σωματική βία ή η απειλή παράνομης πράξεως, αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν η απειλούμενη πράξη και ο εξαναγκασμός.
β) το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ’ 167, ΜΖ’ 379, ΝΑ’ 55 αντίστοιχα).
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
β’ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ’ 379, ΝΑ’ 398 αντίστοιχα).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: Κατά το έτος 1991 ο εγκαλών Ι. Σ., ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, κάτοικος ... σε συνεργασία με τον ιατρό Δ.
Γ., κάτοικο ..., ίδρυσαν το Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο Ζακύνθου με το διακριτικό τίτλο "...". Το καλοκαίρι του έτους 1996 οι ανωτέρω ιατροί αντιμετώπισαν μεγάλη οικονομική κρίση, λόγω συσσωρευμένων υποχρεώσεων του ανωτέρω Ιατρικού Κέντρου. Επειδή δε είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους και προς Τράπεζες από τις οποίες είχαν λάβει δάνεια και είχε εξαντληθεί η δανειοληπτική του ικανότητα, απευθύνθηκαν στον κατηγορούμενο Γ.
Χ., επίσης ιατρό (καρδιολόγο), ο οποίος επιδίδετο στον ιδιωτικό δανεισμό και ζήτησαν απ’ αυτόν να τους δανειοδοτήσει. Πραγματικά ο κατηγορούμενος τον Ιούνιο του 1996 τους δάνεισε με το ποσό των 25.000.000 δραχμών τον καθένα. Για το δάνειο αυτό συντάχθηκε το από 28-6-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως συμβάσεως δανείου στο οποίο διατυπώθηκαν οι όροι του δανείου μεταξύ των οποίων, επιτόκιο 25% ετησίως και η απόδοση του δανείου στις 30-12-2000.
Συμφωνήθηκε ακόμη ότι οι τόκοι του δανείου θα καταβληθούν από τον εγκαλούντα κατά το από 31-8-1996 μέχρι 30-6-2000 χρονικό διάστημα σε δώδεκα τετραμηνιαίες δόσεις των δραχμών 2.250.000 η πρώτη, η τέταρτη, η έβδομη και η δέκατη και των δραχμών 2.000.000 οι λοιπές οκτώ και προς εξασφάλιση αυτών ο εγκαλών εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο αντίστοιχες επιταγές, ήτοι τις υπ’ αριθμ...
της Ιονικής Τράπεζας σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του και τις υπ’ αριθμ. ... της Κτηματικής Τράπεζας σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του. Επίσης προς εξασφάλιση του κεφαλαίου του δανείου εξέδωσε και παρέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 25.000.000 δραχμών. Ο εγκαλών εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από το ανωτέρω δάνειο καταβάλλοντας μέχρι τις 30-6-2000 το ποσό των δραχμών 1.000.000 το μήνα στον κατηγορούμενο (βλ.
κατάθεση ιδίου εγκαλούντος και του μάρτυρος Γ. Π.), ο οποίος επομένως δεν απεκόμισε τοκογλυφικά ωφελήματα από το ανωτέρω δάνειο. Τον Οκτώβριο του έτους 1996 ο εγκαλών αντιμετώπιζε τις ίδιες οικονομικές υποχρεώσεις γι’ αυτό και απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο από τον οποίο ζήτησε να τον δανειοδοτήσει με το ποσό των 7.000.000 δραχμών.
Πραγματικά ο κατηγορούμενος του δάνεισε το ανωτέρω ποσό των 7.000.000 δραχμών με επιτόκιο 6% το μήνα, η δε αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των δραχ. 1.000.000 η κάθε μία, μετά από στρογγυλοποίηση του ποσού των 5.040.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στους τόκους στο ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Μέχρι τη συμπλήρωση του έτους ο εγκαλών λόγω των συσωρρευμένων και δυσβάκτακτων οικονομικών υποχρεώσεών του, είχε καταβάλει μόνο ποσό 1.500.000 δραχμών. Έτσι τον Οκτώβριο του έτους 1997 ο κατηγορούμενος προέβη στην ανανέωση του ανωτέρω δανείου κεφαλαιοποιώντας τους τόκους αυτού και εμφανίζοντας ως κεφάλαιο του δανείου, μετά την αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού, το ποσό των 10.500.000 δραχμών με επιτόκιο 6% το μήνα και με χρόνο αποπληρωμής την 4-7-1999.
Προκειμένου δε να προσδώσει νομιμότητα στις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις απαίτησε από τον εγκαλούντα την υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών συστάσεως δανείων. Έτσι συντάχθηκαν τα από 4-10-1996 και 9-10-1997 ιδιωτικά συμφωνητικά τα οποία φέρουν τις υπογραφές των συμβαλλομένων μερών (εγκαλούντος - κατηγορουμένου) και του Δ.
Ε. Κ. κατοίκου ..., ως μάρτυρος με βεβαιωμένο το γνήσιο των υπογραφών αυτών από το ΑΤ Ζακύνθου. Στα συμφωνητικά αυτά αναφέρεται το ποσό του δανείου, το ποσοστό του επιτοκίου, δηλαδή 25% ετησίως, ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου και οι επιταγές που έλαβε ο κατηγορούμενος. Η εξόφληση του ανωτέρω δανείου δεν προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και η λήψη από τον κατηγορούμενο τοκογλυφικών ωφελημάτων από 4-3-1998 μέχρι 4-8-1998.
Περαιτέρω, στις αρχές Ιουνίου 1999 ο εγκαλών αντιμετώπιζε άμεση οικονομική ανάγκη διότι με επίσπευση της Εμπορικής Τράπεζας είχε ορισθεί δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του για τις 7-7-1999. ‘ Ετσι αναγκάσθηκε να καταφύγει και πάλι για δάνειο στον κατηγορούμενο, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του δέχθηκε να τον δανειοδοτήσει με το ποσό των 18.000.000 δραχμών με επιτόκιο 6% το μήνα, ήτοι 72% ετησίως αντί του νομίμου επιτοκίου 19% ετησίως, υπό τον όρο όμως της υπογραφής δύο συμφωνητικών και συγκεκριμένα του κανονικού συμφωνητικού της συστάσεως συμβάσεως δανείου το οποίο θα υπέγραφε ως εγγυητής ο αδελφός του εγκαλούντος Α.
Σ., δικηγόρος Ζακύνθου και ενός συμφωνητικού στο οποίο θα εμφανιζόταν ως ανεξόφλητα τα δύο προηγούμενα δάνεια των 25.000.000 και 7.000.000 δραχμών με τους νομίμους τόκους. Ο εγκαλών μη έχοντας άλλη επιλογή υπέκυψε στις απαιτήσεις του κατηγορουμένου και έτσι την 1-7-1999 έλαβε από αυτόν το ποσό των 18.000.000 δραχμών, υπογράφοντας αυθημερόν τα δύο συμφωνητικά συστάσεως συμβάσεως δανείου.
Ειδικότερα στο ένα συμφωνητικό το οποίο υπογράφει ως εγγυητής και ο αδελφός του εγκαλούντος αναφέρεται το ποσό του δανείου των 18.000.000 δραχμών, το συμφωνηθέν επιτόκιο 20% ετησίως, ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου (1-7-2004) και η υποχρέωση του εγκαλούντος και του εγγυητή της από κοινού ή χωριστά εκδόσεως επιταγών ή αποδοχής συναλλαγματικών εις διαταγή του κατηγορουμένου ισόποσων του κεφαλαίου και των τόκων, ενώ στο δεύτερο συμφωνητικό αναφέρεται ως οφειλόμενο το ποσό των 51.000.000 δραχμών ως προερχόμενο από τα δάνεια της 28-6-1996 και 4-10-1996 κατά κεφάλαιο και τόκους, το επιτόκιο 25% ετησίως, ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου (30-6-2005) καθώς και η παράδοση από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο της υπ’ αριθ. ...
επιταγής της Κτηματικής Τράπεζας ποσού 61.000.000 δραχμών με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεώς της, προς εξασφάλιση του κεφαλαίου και των τόκων του πρώτου έτους χρήσεως του δανείου. Το ανωτέρω δάνειο των 18.000.000 δραχμών εξόφλησε ο εγκαλών τμηματικά μέχρι το Μάρτιο του έτους 2000 γι’ αυτό δεν ζήτησε ο κατηγορούμενος τη διασφάλισή του με ισόποσες επιταγές ή συναλλαγματικές αυτού (εγκαλούντος) ή του εγγυητή, όπως αναφέρεται στο από 1-7-1999 σχετικό συμφωνητικό.
Παρ’ όλα αυτά όμως ο κατηγορούμενος συνομολόγησε και έλαβε από τον εγκαλούντα παράνομους τόκους από το Μάρτιο του έτους 2000 ποσού 160.000 δραχμών και από το μήνα Απρίλιο 2000 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο 2001 δραχμών 1.000.000 μηνιαίως, ήτοι συνολικό ποσό 18.160.000 δραχμών, το οποίο αντιπροσωπεύει τόκους πέραν των νομίμων.
Από τον Οκτώβριο του έτους 2001 ο εγκαλών ζητούσε την επιστροφή της ανωτέρω υπ’ αριθ. ... επιταγής, η οποία ενσωμάτωνε τοκογλυφικά ωφελήματα, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν την επέστρεφε στον εγκαλούντα απειλώντας αυτόν ότι θα την εμφάνιζε προς πληρωμή σε περίπτωση που δεν κατέθετε ως μάρτυρας υπερασπίσεώς του σε ποινικές υποθέσεις του για τοκογλυφία.
Πραγματικά ο κατηγορούμενος με την υπ’ αριθ. 1626-1627/18 έως 27-7-2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη καταδικάσθηκε πλην άλλων και σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για τοκογλυφία εις βάρος του Δ. Ι., κατοίκου .... Επίσης με το υπ’ αριθ. 33/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου το οποίο επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 270/22-11-2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, για τοκογλυφία τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος του Δ.
Ι. και με το υπ’ αριθ. 33/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου το οποίο επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 267/30-10-2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών για λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση εις βάρος του Χ.
Γ.. Ο εγκαλών με την από 14-12-2001 εξώδικη δήλωσή του ανακάλεσε την από 1-7-1999 συμφωνία για συμπλήρωση της ως άνω επιταγής από τον κατηγορούμενο, δηλώνοντας ρητώς την αντίθεσή του στη συμπλήρωσή της, λόγω του ότι ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους, καθόσον ο εγκαλών όφειλε μόνο το κεφάλαιο του δανείου των 7.000.000 δραχμών που έλαβε τον Οκτώβριο του έτους 1996 και τους νομίμους τόκους των 62 1/2 μηνών (νόμιμο επιτόκιο 20%), ήτοι 7.000.000 δραχ.
κεφάλαιο και 7.656.250 δραχ. νόμιμοι τόκοι και συνολικά 14.656.250 δραχμές. Στις 24-12-2001 ο κατηγορούμενος επεδίωξε την είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων προερχομένων από τη σύμβαση δανείου των 7.000.000 δραχμών, εμφανίζοντας προς πληρωμή την ανωτέρω επιταγή των 61.200.000 δραχμών, αφού προηγουμένως τη συμπλήρωσε ως προς το χρόνο εκδόσεως, παρά την προφορική αλλά και έγγραφη αντίθεση του εγκαλούντος, η οποία όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων.
Στη συνέχεια με βάση την ίδια επιταγή και κατόπιν αιτήσεώς του, εκδόθηκε εις βάρος του εγκαλούντος η υπ’ αριθ. 20/16-6-2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε την από 20-6-2002 ανακοπή επικαλούμενος την ενσωμάτωση σ’ αυτή τοκογλυφικών ωφελημάτων.
Τέλος προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις της συνομολόγησης τοκογλυφικής σύμβασης, της λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων και της επιδίωξης εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα, διότι με σκοπό πορισμού εισοδήματος προέβη στην επανειλημμένη τέλεση αυτών εφαρμόζοντας οργανωμένο σχέδιο υπό την έννοια ότι με την κατάρτιση ιδιωτικών συμφωνητικών με τη σύμπραξη μάλιστα και μαρτύρων και τη βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών, τα οποία εμφάνιζαν ακριβώς το κεφάλαιο και τους νομίμους τόκους, απέκρυπτε τεχνηέντως και παραπλανητικώς τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών τόκων καθώς και την επιδίωξη εισπράξεως τοκογλυφικών ωφελημάτων και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου στη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας Γ. Α. Π. στην από 14-1-2003 ανακριτική κατάθεσή του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος στην κοινωνία της Ζακύνθου ήταν γνωστός περισσότερο ως τοκογλύφος παρά ως γιατρός. Κατ’ ακολουθίαν του ανωτέρω το Συμβούλιο κρίνει, ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών (άρθρ. 309 παρ. 1ε και 313 Κ.Ποιν.Δ.) για να δικασθεί ως υπαίτιος των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στη Ζάκυνθο την 1-7-1999, από Μάρτιο 2000 έως Σεπτέμβριο 2001, στις 24-2-2001, στις 17-12-2001 και από Οκτώβριο 2001 έως 14-12-2001, εις βάρος του Ι.
Σ. του Ε. κατοίκου ... και συνεπώς κρίνονται αβάσιμα τα κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος παράπονα του κατηγορουμένου. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η κρινομένη έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Επίσης το αίτημα του εκκαλούντος να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων, πρέπει να απορριφθεί, διότι αυτός ανέπτυξε πλήρως και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς του με το απολογητικό υπόμνημά του και με την κρινομένη έφεση, ώστε να μην απαιτείται πλέον κάποια συμπλήρωση ή διευκρίνιση επ’ αυτών.
V.1. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συνομολογήσεως τοκογλυφικής συμβάσεως κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και συνήθεια κατ’ εξακολούθηση και επιδιώξεως εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 25.000.000 δραχμών και απόπειρας παράνομης βίας κατ’ εξακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ’ , 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1β, 3, 330 και 404 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της τοκογλυφίας, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, αφού μάλιστα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με την υπ’ αριθμ. 1626-1627/2001 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για τοκογλυφία σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών και έχει παραπεμφθεί με το υπ’ αριθμ. 33/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ζακύνθου, που κατέστη αμετάκλητο, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για τοκογλυφία κατ’ επάγγελμα, και στην εφαρμογή "οργανωμένου σχεδίου" με την έννοια ότι με την κατάρτιση των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών δανείου απέκρυπτε τεχνηέντως και παραπλανητικώς τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, από την οποία προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και η σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος (τοκογλυφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως. 2. Ο πέμπτος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με την οποία προβάλλεται ότι το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του εκκληθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου "χωρίς ουσιαστική έρευνα των λόγων της", υπερέβη την εξουσία του, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της υπερβάσεως εξουσίας πλήττεται η περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. 3.
Το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του προς παροχή διευκρινίσεων, με την αιτιολογία ότι ανέπτυξε πλήρως και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς του με το απολογητικό υπόμνημά του και με την έφεσή του, ώστε δεν κρίνεται αναγκαία κάποια συμπλήρωση ή διευκρίνιση αυτών.
Η αιτιολογία δε αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων, είναι αβάσιμος.
Και, 4. Το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του απορρίφθηκε με το ίδιο προσβαλλόμενο βούλευμα.
Συνεπώς, στερείται νομικής σημασίας το γεγονός ότι η σχετική αιτιολογία παρατίθεται στο τέλος του σκεπτικού. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, απέρριψε το προαναφερόμενο αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του και εν συνεχεία την έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 29-3-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 37/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και, Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 εδ. α' και β' σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 404 του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ.
β' του Ν. 2721/1999 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, κατά δε την παράγραφο 3, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθ. 83). Το έγκλημα της παράνομης βίας είναι δεκτικό απόπειρας, που υπάρχει, αν ασκήθηκε η σωματική βία ή η απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ήγ παράλειψης, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ο αξιούμενος εξαναγκασμός, ή πραγματοποιήθηκε μεν αυτός, αλλά από άλλους λόγους.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
β’ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: Κατά το έτος 1991 ο εγκαλών, Ι. Σ., ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, κάτοικος ..., σε συνεργασία με τον ιατρό Δ.
Γ., κάτοικο ..., ίδρυσαν το Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο Ζακύνθου με το διακριτικό τίτλο "...". Το καλοκαίρι του έτους 1996 οι ανωτέρω ιατροί αντιμετώπισαν μεγάλη οικονομική κρίση, λόγω συσσωρευμένων υποχρεώσεων του ανωτέρω Ιατρικού Κέντρου. Επειδή δε είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους και προς Τράπεζες, από τις οποίες είχαν λάβει δάνεια και είχε εξαντληθεί η δανειοληπτική τους ικανότητα, απευθύνθηκαν στον κατηγορούμενο Γ.
Χ., επίσης ιατρό (καρδιολόγο), ο οποίος επιδίδετο στον ιδιωτικό δανεισμό και ζήτησαν απ’ αυτόν να τους δανειοδοτήσει. Πραγματικά ο κατηγορούμενος, τον Ιούνιο του 1996 τους δάνεισε με το ποσό των 25.000.000 δραχμών τον καθένα. Για το δάνειο αυτό συντάχθηκε το από 28-6-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως συμβάσεως δανείου, στο οποίο διατυπώθηκαν οι όροι του δανείου, μεταξύ των οποίων, επιτόκιο 25% ετησίως και η απόδοση του δανείου στις 30-12-2000.
Συμφωνήθηκε ακόμη, ότι οι τόκοι του δανείου θα καταβληθούν από τον εγκαλούντα κατά το από 31-8-1996 μέχρι 30-6-2000 χρονικό διάστημα σε δώδεκα τετραμηνιαίες δόσεις των δραχμών 2.250.000 η πρώτη, η τέταρτη, η έβδομη και η δέκατη και των δραχμών 2.000.000 οι λοιπές οκτώ και προς εξασφάλιση αυτών ο εγκαλών εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο αντίστοιχες επιταγές, ήτοι τις υπ’ αριθμ...
της Ιονικής Τράπεζας, σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του και τις υπ’ αριθμ. ... της Κτηματικής Τράπεζας, σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του. Επίσης, προς εξασφάλιση του κεφαλαίου του δανείου, εξέδωσε και παρέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 25.000.000 δραχμών. Ο εγκαλών εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από το ανωτέρω δάνειο καταβάλλοντας μέχρι τις 30-6-2000 το ποσό των δραχμών 1.000.000 το μήνα στον κατηγορούμενο (βλ.
κατάθεση ιδίου εγκαλούντος και του μάρτυρος Γ. Π.), ο οποίος επομένως δεν απεκόμισε τοκογλυφικά ωφελήματα από το ανωτέρω δάνειο. Τον Οκτώβριο του έτους 1996 ο εγκαλών αντιμετώπιζε τις ίδιες οικονομικές υποχρεώσεις, γι’ αυτό και απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο από τον οποίο ζήτησε να τον δανειοδοτήσει με το ποσό των 7.000.000 δραχμών.
Πραγματικά ο κατηγορούμενος του δάνεισε το ανωτέρω ποσό των 7.000.000 δραχμών με επιτόκιο 6% το μήνα, η δε αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των δραχ. 1.000.000 η κάθε μία, μετά από στρογγυλοποίηση του ποσού των 5.040.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στους τόκους, στο ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Μέχρι τη συμπλήρωση του έτους ο εγκαλών, λόγω των συσωρρευμένων και δυσβάκτακτων οικονομικών υποχρεώσεών του, είχε καταβάλει μόνο ποσό 1.500.000 δραχμών. Έτσι τον Οκτώβριο του έτους 1997 ο κατηγορούμενος προέβη στην ανανέωση του ανωτέρω δανείου κεφαλαιοποιώντας τους τόκους αυτού και εμφανίζοντας ως κεφάλαιο του δανείου, μετά την αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού, το ποσό των 10.500.000 δραχμών με επιτόκιο 6% το μήνα και με χρόνο αποπληρωμής την 4-7-1999.
Προκειμένου δε να προσδώσει νομιμότητα στις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις απήτησε από τον εγκαλούντα την υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών συστάσεως δανείων. ‘ Ετσι συντάχθηκαν τα από 4-10-1996 και 9-10-1997 ιδιωτικά συμφωνητικά τα οποία φέρουν τις υπογραφές των συμβαλλομένων μερών (εγκαλούντος - κατηγορουμένου) και του Δ.
Ε. Κ., κατοίκου ..., ως μάρτυρος, με βεβαιωμένο το γνήσιο των υπογραφών αυτών από το ΑΤ Ζακύνθου. Στα συμφωνητικά αυτά αναφέρεται το ποσό του δανείου, το ποσοστό του επιτοκίου, δηλαδή 25% ετησίως, ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου και οι επιταγές που έλαβε ο κατηγορούμενος. Η εξόφληση του ανωτέρω δανείου δεν προκύπτει από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και η λήψη από τον κατηγορούμενο τοκογλυφικών ωφελημάτων από 4-3-1998 μέχρι 4-8-1998.
Περαιτέρω, στις αρχές Ιουνίου 1999 ο εγκαλών αντιμετώπιζε άμεση οικονομική ανάγκη διότι με επίσπευση της Εμπορικής Τράπεζας είχε ορισθεί δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του για τις 7-7-1999. Έτσι αναγκάσθηκε να καταφύγει και πάλι για δάνειο στον κατηγορούμενο, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του δέχθηκε να τον δανειοδοτήσει με το ποσό των 18.000.000 δραχμών, με επιτόκιο 6% το μήνα, ήτοι 72% ετησίως αντί του νομίμου επιτοκίου 19% ετησίως, υπό τον όρο όμως της υπογραφής δύο συμφωνητικών και συγκεκριμένα του κανονικού συμφωνητικού της συστάσεως συμβάσεως δανείου, το οποίο θα υπέγραφε ως εγγυητής ο αδελφός του εγκαλούντος, Α.
Σ., δικηγόρος Ζακύνθου και ενός συμφωνητικού στο οποίο θα εμφανιζόταν ως ανεξόφλητα τα δύο προηγούμενα δάνεια των 25.000.000 και 7.000.000 δραχμών με τους νομίμους τόκους. Ο εγκαλών μη έχοντας άλλη επιλογή υπέκυψε στις απαιτήσεις του κατηγορουμένου και έτσι την 1-7-1999 έλαβε από αυτόν το ποσό των 18.000.000 δραχμών, υπογράφοντας αυθημερόν τα δύο συμφωνητικά συστάσεως συμβάσεως δανείου.
Ειδικότερα, στο ένα συμφωνητικό το οποίο υπογράφει ως εγγυητής και ο αδελφός του εγκαλούντος, αναφέρεται το ποσό του δανείου των 18.000.000 δραχμών, το συμφωνηθέν επιτόκιο 20% ετησίως, ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου (1-7-2004) και η υποχρέωση του εγκαλούντος και του εγγυητή της από κοινού ή χωριστά εκδόσεως επιταγών ή αποδοχής συναλλαγματικών εις διαταγή του κατηγορουμένου ισόποσων του κεφαλαίου και των τόκων, ενώ στο δεύτερο συμφωνητικό αναφέρεται ως οφειλόμενο το ποσό των 51.000.000 δραχμών, ως προερχόμενο από τα δάνεια της 28-6-1996 και 4-10-1996 κατά κεφάλαιο και τόκους, το επιτόκιο 25% ετησίως, ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου (30-6-2005), καθώς και η παράδοση από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο της υπ’ αριθ. ...
επιταγής της Κτηματικής Τράπεζας ποσού 61.000.000 δραχμών με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεώς της, προς εξασφάλιση του κεφαλαίου και των τόκων του πρώτου έτους χρήσεως του δανείου. Το ανωτέρω δάνειο των 18.000.000 δραχμών εξόφλησε ο εγκαλών τμηματικά μέχρι το Μάρτιο του έτους 2000 γι’ αυτό δεν ζήτησε ο κατηγορούμενος τη διασφάλισή του με ισόποσες επιταγές ή συναλλαγματικές αυτού (εγκαλούντος) ή του εγγυητή, όπως αναφέρεται στο από 1-7-1999 σχετικό συμφωνητικό.
Παρ’ όλα αυτά όμως ο κατηγορούμενος συνομολόγησε και έλαβε από τον εγκαλούντα παράνομους τόκους από το Μάρτιο του έτους 2000 ποσού 160.000 δραχμών και από το μήνα Απρίλιο 2000 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο 2001, δραχμών 1.000.000 μηνιαίως, ήτοι συνολικό ποσό 18.160.000 δραχμών, το οποίο αντιπροσωπεύει τόκους πέραν των νομίμων.
Από τον Οκτώβριο του έτους 2001 ο εγκαλών ζητούσε την επιστροφή της ανωτέρω υπ’ αριθ. ... επιταγής, η οποία ενσωμάτωνε τοκογλυφικά ωφελήματα, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν την επέστρεφε στον εγκαλούντα, απειλώντας αυτόν ότι θα την εμφάνιζε προς πληρωμή σε περίπτωση που δεν κατέθετε ως μάρτυρας υπερασπίσεώς του σε ποινικές υποθέσεις του για τοκογλυφία.
Πραγματικά ο κατηγορούμενος, με την υπ’ αριθ. 1626-1627/18 έως 27-7-2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, καταδικάσθηκε πλην άλλων και σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για τοκογλυφία εις βάρος του Δ. Ι., κατοίκου .... Επίσης με το υπ’ αριθ. 33/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου το οποίο επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 270/22-11-2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, για τοκογλυφία τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια εις βάρος του Δ.
Ι. και με το υπ’ αριθ. 33/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου το οποίο επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 267/30-10-2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών για λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση εις βάρος του Χ.
Γ.. Ο εγκαλών, με την από 14-12-2001 εξώδικη δήλωσή του ανακάλεσε την από 1-7-1999 συμφωνία για συμπλήρωση της ως άνω επιταγής από τον κατηγορούμενο, δηλώνοντας ρητώς την αντίθεσή του στη συμπλήρωσή της, λόγω του ότι ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους, καθόσον ο εγκαλών όφειλε μόνο το κεφάλαιο του δανείου των 7.000.000 δραχμών, που έλαβε τον Οκτώβριο του έτους 1996 και τους νομίμους τόκους των 62 1/2 μηνών (νόμιμο επιτόκιο 20%), ήτοι 7.000.000 δραχ.
κεφάλαιο και 7.656.250 δραχ. νόμιμοι τόκοι και συνολικά 14.656.250 δραχμές. Στις 24-12-2001 ο κατηγορούμενος επεδίωξε την είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων προερχομένων από τη σύμβαση δανείου των 7.000.000 δραχμών, εμφανίζοντας προς πληρωμή την ανωτέρω επιταγή των 61.200.000 δραχμών, αφού προηγουμένως τη συμπλήρωσε ως προς το χρόνο εκδόσεως, παρά την προφορική αλλά και έγγραφη αντίθεση του εγκαλούντος, η οποία όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων.
Στη συνέχεια με βάση την ίδια επιταγή και κατόπιν αιτήσεώς του, εκδόθηκε εις βάρος του εγκαλούντος η υπ’ αριθ. 20/16-6-2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατά της οποίας ο εγκαλών ήσκησε την από 20-6-2002 ανακοπή, επικαλούμενος την ενσωμάτωση σ’ αυτή τοκογλυφικών ωφελημάτων.
Τέλος προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις της συνομολόγησης τοκογλυφικής σύμβασης, της λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων και της επιδίωξης εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα, διότι με σκοπό πορισμού εισοδήματος προέβη στην επανειλημμένη τέλεση αυτών εφαρμόζοντας οργανωμένο σχέδιο υπό την έννοια ότι με την κατάρτιση ιδιωτικών συμφωνητικών με τη σύμπραξη μάλιστα και μαρτύρων και τη βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών, τα οποία εμφάνιζαν ακριβώς το κεφάλαιο και τους νομίμους τόκους, απέκρυπτε τεχνηέντως και παραπλανητικώς τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών τόκων καθώς και την επιδίωξη εισπράξεως τοκογλυφικών ωφελημάτων και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου στη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας Γ. Α. Π. στην από 14-1-2003 ανακριτική κατάθεσή του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος στην κοινωνία της Ζακύνθου ήταν γνωστός περισσότερο ως τοκογλύφος παρά ως γιατρός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Συμβούλιο έκρινε, ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Πατρών, προκειμένου να δικαστεί για τα αξιόποινα αδικήματα της συνομολόγησης τοκογλυφικής συμβάσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, λήψης τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, επιδίωξης εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 25.000.000 δραχμών, βλάπτοντας άλλον και απόπειρας παράνομης βίας κατ' εξακολούθηση, που προβέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ', 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3, 330 και 404 παρ. 2 εδ. α' και β' ΠΚ σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συνομολογήσεως τοκογλυφικής συμβάσεως κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και συνήθεια κατ’ εξακολούθηση και επιδιώξεως εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 25.000.000 δραχμών και απόπειρας παράνομης βίας κατ’ εξακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ’ , 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1β, 3, 330 και 404 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΠΚ, σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Ειδικότερα, ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της τοκογλυφίας, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, αφού μάλιστα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με την υπ’ αριθμ. 1626-1627/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για τοκογλυφία σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών και έχει παραπεμφθεί με το υπ’ αριθμ. 33/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ζακύνθου, που κατέστη αμετάκλητο, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για τοκογλυφία κατ’ επάγγελμα, και στην εφαρμογή "οργανωμένου σχεδίου" με την έννοια ότι με την κατάρτιση των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών δανείου απέκρυπτε τεχνηέντως και παραπλανητικώς τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, από την οποία προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και η σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος (τοκογλυφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στο μέτρο, που με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες.
Ο πέμπτος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με την οποία προβάλλεται ότι το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του εκκληθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου "χωρίς ουσιαστική έρευνα των λόγων της", υπερέβη την εξουσία του, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της υπερβάσεως εξουσίας πλήττεται η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του προς παροχή διευκρινίσεων, με την αιτιολογία ότι ανέπτυξε πλήρως και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς του με το απολογητικό υπόμνημά του και με την έφεσή του, ώστε δεν κρίνεται αναγκαία κάποια συμπλήρωση ή διευκρίνιση αυτών. Η αιτιολογία δε αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και στ' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και επειδή, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2004 αίτηση του Γ. Χ. του Κ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 37/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ