47/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated47/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοση σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 352/2024, ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 686/ 2020, ΑΠ 477/2019).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 47 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 47/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... Α.Ε.", που εδρεύει στο Πόρτο Χέλι Κρανιδίου Ερμιονίδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ψαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Τσέλεγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/2/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. σε συνδυασμό με άρθρο 632 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 60/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 588/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της τελευταίας για την ακύρωση της υπ' αριθμ. .../2015 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, λόγω της ερημοδικίας της κατ' άρθρο 632 παρ. 7 ΚΠολΔ), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ και, αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε και επικύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώνεται η ανακόπτουσα να καταβάλει στον καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 127.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 630 Α του ΚΠολΔ "η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει μέσα στην ίδια προθεσμία να καταθέσει αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης στη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Ο αρμόδιος γραμματέας υποχρεούται να καταχωρήσει την χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.". Η προθεσμία αυτή υπολογίζεται κατ' άρθρο 144 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αποτελεί προθεσμία ενέργειας και αρχίζει από την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Εξάλλου, το άρθρο 139 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι, όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει και α) την παραγγελία για επίδοση, β) σαφή καθορισμό του εγγράφου που επιδόθηκε και των προσώπων που αφορά, γ) μνεία της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, δ) μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138.
Η θέσπιση της διάταξης αυτής, με βάση την οποία η, κατά τα άρθρα 631 και 904 παρ. 2 στοιχ. ε' του ΚΠολΔ, εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής αίρεται στην περίπτωση της μη επίδοσής της στον οφειλέτη μέσα σε δυο μήνες από την έκδοσή της, αφορά μόνο το συμφέρον του καθού η διαταγή πληρωμής και οφείλεται στη μέριμνα να λαμβάνει αυτός έγκαιρα γνώση της διαταγής πληρωμής και να έχει έτσι τη δυνατότητα άμυνας εναντίον της, ώστε να μη παραμένει η διαταγή πληρωμής ανεπίδοτη για αόριστο χρόνο στα χέρια του δανειστή και εντεύθεν σε εκκρεμότητα επ' αόριστο χρόνο η σχετική απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, με κίνδυνο να μπορεί ο δανειστής κάποτε να την αξιοποιεί αθέμιτα εις βάρος της αξιοπιστίας και φερεγγυότητας του καθού στις συναλλαγές (ΑΠ 948/2007).
Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοση σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 352/2024, ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 686/ 2020, ΑΠ 477/2019).
Άλλωστε η έλλειψη ή ελαττωματικότητα της επίδοσης, κατ' άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης που συνεπάγεται ακυρότητα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά. Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγόμενη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 958/2019, ΑΠ 503/2018).
Περαιτέρω, η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/ 2020, ΑΠ 18/2018).
Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 913/2020, ΑΠ 51/2020).
Περαιτέρω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.
Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/ 2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019).
Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 1106/2023, ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1199/2018). Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.
Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 48/2024, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 755/ 2018, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/ 2017, ΑΠ 1052/2017, ΑΠ 675/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτου του πρώτου λόγου ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα προβάλλει τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδικης διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγκυρης επίδοσης αυτής εντός διμήνου από την έκδοσή της, λόγω αοριστίας, μολονότι εκτίθενται σ' αυτόν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έχει απωλέσει την ισχύ της, επειδή δεν επιδόθηκε εγκύρως στην ίδια εντός της προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοσή της.
Ότι ειδικότερα η επίδοση της διαταγής πληρωμής, για την οποία (επίδοση) συντάχθηκε η περιεχόμενη στο δικόγραφο της κρινόμενης ανακοπής υπ' αριθ. ...-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Κ. Σ., είναι άκυρη, διότι εσφαλμένως θυροκολλήθηκε στην έδρα της ανακόπτουσας εταιρίας στην Κόστα Πορτοχελίου Αργολίδας, με την αιτιολογία ότι, αποβιωσάσης της νομίμου εκπροσώπου Β.
Χ. του Κ., δεν είχε οριστεί νόμιμος αντ' αυτής εκπρόσωπος και ότι δεν βρέθηκαν τα λοιπά μέλη του ΔΣ (εξαιρουμένου της επίδοσης του καθ' ου η ανακοπή) στο ξενοδοχειακό κατάστημα που φέρεται ως έδρα αυτής (ξενοδοχείο CAP D' OR), ούτε λοιποί εκπρόσωποι, αντιπρόσωποι, Διευθυντής, Υποδιευθυντής ή υπάλληλοι αυτής. Ότι, ωστόσο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, αφενός είχε ήδη οριστεί ο Α.
Χ. νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτού η Κ. συζ. Ι. Λ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2014 πρακτικού συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της ανακόπτουσας, αποτελούμενο από τους Α. Χ. του Β., Κ. συζ. Ι. Λ., Μ. Λ. του Ι. και Α. Α. του Κ. (καθ' ου η ανακοπή) και αφετέρου το ξενοδοχειακό κατάστημα, όπου βρίσκεται η έδρα της εταιρίας, δεν λειτουργούσε ήδη από το έτος 2012, γεγονότα αμφότερα γνωστά στον καθ' ου η ανακοπή.
Ότι για τους ανωτέρω λόγους, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έπρεπε να επιδοθεί (και όχι να θυροκολληθεί) στην κατοικία του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου, άλλως στην κατοικία των λοιπών μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθόσον η έδρα της εταιρίας δεν αποτελούσε ούτε την κατοικία, ούτε τον τόπο εργασίας του νομίμου εκπροσώπου της.
Ότι από την ανωτέρω άκυρη επίδοση αυτή (ανακόπτουσα) υπέστη δικονομική βλάβη, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής θα διατηρήσει την εγκυρότητά της σε περίπτωση που δεν ακυρωθεί η επίμαχη επίδοση. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος, αφού η ανακόπτουσα, μολονότι ισχυρίζεται ότι ήταν άκυρη η επίδοση της διαταγής πληρωμής προς αυτήν, δεν επικαλείται, ταυτοχρόνως για την κήρυξη της ακυρότητας, ότι η ίδια υπέστη δικονομική βλάβη και μάλιστα τέτοια που δεν μπορούσε να επανορθωθεί διαφορετικά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, ενώ τέτοια βλάβη δεν συνιστά το γεγονός ότι, εξαιτίας της παραπάνω επίδοσης, η διαταγή πληρωμής διατήρησε και δεν απώλεσε την ισχύ της, κατά το άρθρο 630Α ΚΠολΔ, αφού τούτο συνιστά όχι περιστατικό δικονομικής βλάβης, αλλά απλώς το αποτέλεσμα της απόρριψης του ισχυρισμού περί ακυρότητας της επίδοσης.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αόριστο τον πρώτο λόγο ανακοπής για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγκυρης επίδοσής της εντός διμήνου από την έκδοσή της, ορθά απέρριψε τον λόγο αυτό ανακοπής, αλλά με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο ίδιο αναιρετικό λόγο μέρος, με επάλληλη αιτιολογία, τα ακόλουθα: "Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα υπέστη βλάβη από την πιο πάνω επίδοση, αλλά αντιθέτως προέκυψε ότι εκείνη έλαβε γνώση της επίδοσης αυτής, οπότε και άσκησε εμπρόθεσμα την προηγούμενη, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ.". Εφόσον, όμως, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζεται αυτοτελώς στην ανωτέρω, πληγείσα ανεπιτυχώς, πρώτη επάλληλη αιτιολογία, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος από το περιεχόμενό του ότι πλήττει και τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, με την επίκληση ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως της απόρριψης του ως άνω λόγου ανακοπής από το Εφετείο λόγω αοριστίας του, ουδεμία αναφορά γίνεται περί του τρόπου με τον οποίο, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, συντελέσθηκε η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 630Α ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί ουσιαστικής αβασιμότητας του σχετικού λόγου ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην, πληγείσα ανεπιτυχώς με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, πρώτη επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
ΙΙΙ. Το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920, το οποίο προστέθηκε στο Ν. 2190/1920 με το άρθρο 4 του Ν. 5076/1931, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του π.δ. 409/1986, το άρθρο 2 του π.δ. 498/1937 και το άρθρο 33 Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ Α 189/8.8.2007), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 189 του Ν. 4548/2018 {από 1-1-2019, σύμφωνα με το άρθρο 190 του ίδιου νόμου (ΦΕΚ Α' 104/13.6.2018)} και καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση, ορίζει, ότι: "1.
α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και του άρθρου 16α του παρόντος νόμου, δάνεια της εταιρείας προς τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυρα.
Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για την παροχή πιστώσεων προς τα πρόσωπα αυτά με οποιονδήποτε τρόπο ή την παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ αυτών προς τρίτους. β) Κατ` εξαίρεση, η παροχή εγγύησης ή άλλης ασφάλειας υπέρ των προσώπων της παραγράφου 5 επιτρέπεται μόνο εφόσον: αα) η εγγύηση ή η ασφάλεια υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, ββ) η εταιρεία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη ή του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφάλεια, γγ) προβλέπεται ότι οι λαμβάνοντες την εγγύηση ή την ασφάλεια θα ικανοποιούνται μόνο μετά την πλήρη εξόφληση ή τη συναίνεση όλων των πιστωτών με απαιτήσεις που είχαν ήδη γεννηθεί κατά το χρόνο της υποβολής σε δημοσιότητα, σύμφωνα με την επόμενη περίπτωση γ` και δδ) ληφθεί προηγουμένως άδεια της γενικής συνέλευσης, η οποία όμως δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα δέκατο (1/10) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή το ένα εικοστό (1/20), εάν πρόκειται για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο.
Το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλει στη γενική συνέλευση έκθεση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρούσας υποπαραγράφου. γ) Η απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται σύμφωνα με την προηγούμενη υποπερίπτωση δδ`, η οποία περιέχει τα βασικά στοιχεία της εγγύησης ή της ασφάλειας, και ιδίως το ύψος και τη διάρκεια τους, καθώς και την έκθεση του διοικητικού συμβουλίου, υπόκειται στη δημοσιότητα του άρθρου 7β.
Η ισχύς της εγγύησης ή της ασφάλειας αρχίζει μόνο από τη δημοσιότητα αυτή. 2. Απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παραγράφου 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους. 3.
Η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. 4. Η άδεια της παραγράφου 2 μπορεί να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. 5.
Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο επί της εταιρείας, εάν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε.
Το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και σε άλλα πρόσωπα, όπως ιδίως στους γενικούς διευθυντές και διευθυντές της εταιρείας. "Οι συμβάσεις της παραγράφου 1 επιτρέπονται εφόσον συνάπτονται μεταξύ ή παρέχονται υπέρ νομικών προσώπων που υπόκεινται σε ενοποίηση μεταξύ τους σύμφωνα με τα άρθρα 90 έως 109, υπό τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4". 6.
Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν και στις συμβάσεις που συνάπτουν τα πρόσωπα της παραγράφου 5 με νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα από την εταιρεία κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε ή με ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος είναι η εταιρεία, καθώς και στις συμβάσεις εγγυήσεων ή ασφαλειών που παρέχονται από τα πρόσωπα αυτά. 7.
Συμβάσεις της παραγράφου 2 που συνάπτονται μεταξύ του μοναδικού μετόχου και της εταιρείας, την οποία αυτός εκπροσωπεί, καταχωρίζονται στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου ή καταρτίζονται εγγράφως επί ποινή ακυρότητας. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στις τρέχουσες συναλλαγές της εταιρείας.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τη διάταξη του Ν. 3604/2007 και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 189 του Ν. 4548/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 190 του ιδίου νόμου (ΦΕΚ Α' 104/13.6.2018) και καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση "1. Πάσα επί των κερδών χορηγουμένη εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αμοιβή, δέον να λαμβάνηται εκ του απομένοντος υπολοίπου των καθαρών κερδών μετά την αφαίρεσιν των κρατήσεων διά τακτικόν Αποθεματικόν και του απαιτουμένου ποσού προς διανομήν του πρώτου μερίσματος υπέρ των μετόχων, ίσου τουλάχιστον προς 6 % επί του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 2.
Πάσα ετέρα, μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του Καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου εις σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις, θεωρείται βαρύνουσα την Εταιρείαν, μόνον, εάν εγκριθή δι` ειδικής αποφάσεως της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως. Αύτη δύναται να μειωθή υπό του δικαστηρίου εάν κατ` αγαθήν κρίσιν είναι υπέρογκος και αντετάχθησαν κατά της ληφθείσης αποφάσεως μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εταιρικού κεφαλαίου. 3.
Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί αμοιβών οφειλομένων εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δι` υπηρεσίας αυτών παρεχομένας εις την Εταιρείαν επί τη βάσει ειδικής σχέσεως μισθώσεως εργασίας ή εντολής.". Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές προσώπων μετά της εταιρίας.
Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης τους είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος. Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με εκείνα των άρθρων 180 και 183 Α.Κ., προκύπτει, ότι:
α) η μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και μέλους του Διοικητικού αυτής συμβουλίου συναπτόμενη σύμβαση και επομένως και αυτή της μίσθωσης εργασίας ή της έμμισθης εντολής, εφόσον εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, πρέπει να υποβληθεί, με ποινή ακυρότητας, σε προηγούμενη έγκριση, δηλαδή άδεια της γενικής συνέλευσης, η οποία συμπληρώνει την εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου, β) την ελλείπουσα άδεια της συνέλευσης δεν αποκαθιστά η εκ των υστέρων έγκριση, η οποία θεραπεύει την ακυρότητα της σύμβασης, αλλά ισχύει, κατ' άρθρο 183 Α.Κ., ως νέα κατάρτιση αυτής και με την προϋπόθεση, ότι τηρήθηκαν οι κατά νόμο απαιτούμενοι όροι για την απαρχής κατάρτισή της.
Το άρθρο 23α παρ.2 του Ν. 2190/1920 εξαιρεί από τους ανωτέρω περιορισμούς τις συμβάσεις, που δεν εξέρχονται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας με τους πελάτες της. Το κριτήριο υπαγωγής μιας σύμβασης στην έννοια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας είναι το γεγονός, ότι αυτή η σύμβαση κατά μεν το αντικείμενο της εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρίας και κατά το περιεχόμενό της είναι σύμφωνη με τους όρους των συμβάσεων τις οποίες καταρτίζει η εταιρία με τους συναλλασσόμενους.
Σημειώνεται ότι η σχετική διατύπωση του νομοθέτη (περί της εκτός των ορίων τρέχουσας συναλλαγής με τους πελάτες) αποτυπώνει το συνήθως συμβαίνον, την περίπτωση δηλ. κατά την οποία τα ανωτέρω πρόσωπα (μέλη του δ.σ. της α.ε. κλπ.) συνάπτουν συμβάσεις ως πελάτες της εταιρίας οπότε, για να μην απαιτείται ειδική προηγούμενη έγκριση της Γ.Σ.
θα πρέπει η σχετική σύμβαση να εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρίας και το περιεχόμενο αυτών ως προς τους επιμέρους όρους να μην εξέρχεται των ορίων των όρων, που ισχύουν και για τους τρίτους πελάτες σε ανάλογες συμβάσεις. Αφορά, επομένως, η εν λόγω διάταξη, εκτός από το ανωτέρω συνήθως συμβαίνον και τις συμβάσεις, που συνάπτουν τα ανωτέρω πρόσωπα (μέλη του δ.σ.
κλπ.) με την εταιρία με αντικείμενο παροχή υπηρεσιών προς την τελευταία έναντι αμοιβών. Έτσι αν η σχετική σύμβαση είναι αναγκαία για την καθημερινή λειτουργία της εταιρίας (εντός δηλ. των ανωτέρω ορίων) και οι όροι της ανάλογοι με αυτούς, που θα ίσχυαν, αν η σχετική σύμβαση (λ.χ. παροχής υπηρεσιών) συνάπτονταν με οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, θεωρείται ότι είναι σύμβαση, που δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως δεν απαιτείται για την περίπτωση αυτή ειδική έγκριση (άδεια δηλ.
για την κατάρτισή της) [ΑΠ 201/2024, ΑΠ 628/2023, ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1512/ 2011, ΑΠ 1791/2006, ΑΠ 151/2005].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).
Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 23α' παρ. 2 του Ν. 2190/1920 (όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 189 του Ν. 4548/ 2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 190 του ιδίου νόμου (ΦΕΚ Α' 104/13.6.2018) και 174 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους και απέρριψε, ως μη νόμιμο, τον πέμπτο λόγο ανακοπής, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η εγκυρότητα των από 7-3-2012 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών αναγνώρισης χρέους, με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα με τον πέμπτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, ισχυρίζεται ότι τα από 7-3-2012 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής, εκπροσωπούμενης από την τότε νόμιμη εκπρόσωπό της και ήδη αποβιώσασα Β.
Χ. και του καθού η ανακοπή, με τα οποία η ανακόπτουσα αναγνώρισε οφειλές της προς τον καθού, ύψους 51.000 ευρώ, που αντιστοιχούν σε αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης και ύψους 48.000 ευρώ, που αντιστοιχούν σε αποζημίωση μη ληφθεισών αδειών λόγω φόρτου εργασίας, είναι άκυρα, διότι κατά τον χρόνο σύναψής τους ο καθού είχε την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ.
της εταιρίας και δεν είχε ληφθεί η απαιτούμενη για την κατάρτισή τους ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης αυτής, κατ' άρθρο 23α' του Ν. 2190/1920 και, ως εκ τούτου, άκυρη καθίσταται και η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος ανακοπής, κατά το οικείο μέρος του, είναι μη νόμιμος, καθόσον με τα από 7-3-2012 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά η ανακόπτουσα εταιρία αναγνώρισε οφειλές της προς τον καθού η ανακοπή, που αφορούσαν απαιτήσεις του τελευταίου, προερχόμενες από την εργασιακή σύμβαση μεταξύ αυτού και της ανακόπτουσας εταιρίας, τις οποίες (απαιτήσεις) ο τελευταίος είχε λόγω της ιδιότητας του εργαζόμενου υπαλλήλου αυτής και όχι απαιτήσεις που είχε έναντι της εταιρίας, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Δ.Σ της ίδιας, ενώ ουδεμία επιρροή ασκεί από μόνη της η ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ., που είχε ο καθού κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω συμφωνητικών και συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν απαιτείτο ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης της εταιρίας για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 23α' παρ. 2 του Ν. 2190/ 1920 και 174 του ΑΚ. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 2190/1920 (όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 189 του Ν. 4548/ 2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 190 του ιδίου νόμου (ΦΕΚ Α' 104/13.6.2018) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και την διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της και απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, τον πέμπτο λόγο ανακοπής, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η εγκυρότητα του από 2-12-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους, με το οποίο η ανακόπτουσα αναγνώρισε οφειλή της προς τον καθού, ύψους 28.000 ευρώ, για οφειλόμενη αμοιβή του ως μέλος του Δ.Σ της εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-1-2012, διότι δεν είχε ληφθεί η απαιτούμενη για την κατάρτισή του ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης αυτής, κατ' άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 2190/1920.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "..Επίσης, μεταξύ του καθού η ανακοπή και της Β. Χ. του Κ., υπό την ιδιότητά της αφενός της νομίμου εκπροσώπου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ανακόπτουσας και αφετέρου της μετόχου αυτής ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης υπογράφηκε στην Κόστα Πορτοχελίου Ν.
Αργολίδας ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 02-12-2013, βάσει του οποίου η ανακόπτουσα αναγνώρισε ότι οφείλει στον καθού η ανακοπή το ποσό των 28.000 ευρώ, ατόκως, από αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της (ανακόπτουσας) εταιρείας για την περίοδο από 01-01-2012 έως 31-12-2012...Επιπλέον, την 30-6-2013, εγκρίθηκε ομόφωνα από την τακτική γενική συνέλευση της ανακόπτουσας η καταβολή στον καθ'ου η ανακοπή αμοιβής ύψους 28.000 ευρώ για τις παρασχεθείσες απ' αυτόν υπηρεσίες ως μέλους του Δ.Σ.
για τη χρήση 2012 (βλ. τα από 30-6-2013 πρακτικά της τακτικής γενικής συνέλευσης της ανακόπτουσας)...Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η σύναψη των τριών συμβάσεων αναγνώρισης χρέους διά των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών είναι άκυρες, διότι δεν έχει ληφθεί η απαιτούμενη για την κατάρτισή τους ειδική άδεια της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας κατ' άρθρο 23α παρ. 2 του Ν. 2120/1920, αφού ο καθ' ού και αντισυμβαλλόμενος στις συμβάσεις αυτές είχε κατά το χρόνο κατάρτισής τους την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ.
της εταιρείας, με συνέπεια τα προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά να στερούνται αποδεικτικής αξίας και κακώς λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία για το λόγο αυτό είναι άκυρη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το μέρος που βάλλει κατά του κύρους του τρίτου ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 02-12-2013 είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος..
Αναφορικά δε με την αναγνώριση της οφειλής διά του τρίτου ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 02-12-2013, που αφορούσε απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή, προερχόμενη από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του προς την ανακόπτουσα εταιρεία υπό την ιδιότητά του ως μέλους του Δ.Σ. αυτής, προκύπτει ότι για τη σύναψη της τρίτης σύμβασης αναγνώρισης χρέους (με ημερομηνία 02-12-2013) είχε προηγηθεί η από 30-06-2013 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανακόπτουσας, για την οποία έχει γίνει λόγος ανωτέρω, μνημονεύεται δε στο κείμενο του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, με την οποία, κατόπιν ειδικού θέματος της ημερήσιας διάταξης, εγκρίθηκε η καταβολή αμοιβής στον καθ' ου, μέλος του Δ.Σ.
για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του (για τη χρήση 2012), ύψους 28.000 ευρώ.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η από 2-12-2013 συναφθείσα σύμβαση μεταξύ του καθού η ανακοπή και της Β. Χ. του Κ., υπό την ιδιότητά της αφενός της νομίμου εκπροσώπου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ανακόπτουσας και αφετέρου της μετόχου αυτής ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης, αφορούσε την αναγνώριση οφειλής της ανακόπτουσας εταιρίας προς τον καθού η ανακοπή, ύψους 28.000 ευρώ, από αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε ο τελευταίος ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της (ανακόπτουσας) εταιρίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012 και ότι για τη σύναψη αυτής της σύμβασης είχε προηγηθεί η από 30-06-2013 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανακόπτουσας, με την οποία, κατόπιν ειδικού θέματος της ημερήσιας διάταξης, εγκρίθηκε η καταβολή της άνω αμοιβής στον καθ' ου, ύψους 28.000 ευρώ για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Δ.Σ της εταιρίας για τη χρήση 2012 και ότι, ως εκ τούτου, η σύμβαση αυτή αναγνώρισης χρέους έχει καταρτιστεί νομότυπα και δεν πάσχει από ακυρότητα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 2190/1920 και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 174 του ΑΚ.
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και συντάσσεται κάτω από αυτήν έκθεση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), ουσιώδη προαπαιτούμενα για κάθε έκθεση είναι: 1) να συντάσσεται όταν γίνεται η πράξη με την παρουσία όσων συμπράττουν, 2) να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο που γίνεται η πράξη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία κάθε προσώπου που είναι παρόν, 3) να διαβάζεται στους παρόντες διαδίκους και στα άλλα πρόσωπα που συμπράττουν και να επιβεβαιώνεται από αυτούς, 4) να υπογράφεται από το δικαστή ή δικαστικό υπάλληλο που τη συνέταξε, από το γραμματέα που συνέπραξε, από τους παρόντες διαδίκους και τα άλλα πρόσωπα που συνέπραξαν ή να αναφέρεται η άρνηση ή η αδυναμία τους να υπογράψουν. Κατόπιν των ανωτέρω, η κατάθεση της αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής, πιστοποιείται με τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης κατάθεσης. Οποιαδήποτε παράλειψη ή ελλιπής παράθεση από τα άνω ουσιώδη στοιχεία της έκθεσης δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής, αλλά μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, για το διάδικο που προτείνει την ακυρότητα, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με άλλο τρόπο, κατ' άρθρο 159 εδ. γ' του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, μολονότι η αίτηση για την έκδοσή της είναι ανυπόστατη, διότι η έκθεση που συντάχθηκε για την κατάθεσή της δεν φέρει την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα με τον έβδομο λόγο της ανακοπής της ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει η υπογραφή του παρόντος διαδίκου που συνέπραξε, ήτοι η υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθ' ου, ο οποίος φέρεται να εμφανίστηκε ενώπιον της γραμματείας του εκδόσαντος την ανακοπτόμενη προκειμένου να καταθέσει την εν λόγω αίτηση, ώστε η τελευταία να κρίνεται κατά τα ανωτέρω ανυπόστατη.
Η ανυπαρξία έκθεσης κατάθεσης καθιστά τη φερόμενη αίτηση της αντιδίκου ανυπόστατη. Διαφορετικά θα είχε το ζήτημα αν είχε συνταχθεί έκθεση κατάθεσης και υπήρχε οποιαδήποτε τυπική παράλειψη ως προς τα αναγκαία στοιχεία της, η οποία θα κρινόταν όπως οποιαδήποτε τυπική παράλειψη ως προς τα αναγκαία στοιχεία της κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ.
Δεδομένου ότι η έκθεση κατάθεσης αποτελεί συστατικό τύπο και ότι σε περίπτωση μη σύνταξης αυτής, η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής θεωρείται ανύπαρκτη, η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής έσφαλε δεχόμενη κατ' ουσίαν μια ανύπαρκτη αίτηση.
Για τους λόγους αυτούς ακυρωτέα τυγχάνει η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής και οι ανακοπτόμενες επιταγές προς πληρωμή αυτής.". Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νομικά αβάσιμος, διότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ότι από την έλλειψη της υπογραφής του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η ανακοπή στην έκθεση που συντάχθηκε για την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, αυτή (ανακόπτουσα) υπέστη δικονομική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προηγήθηκε, η τυπική αυτή παράλειψη δεν επέφερε ακυρότητα της αίτησης για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, ως μη νόμιμο, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 60/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου