Legislator Case Law & Legislation
47/2022 AI generated

47/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 47/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

47/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 224/2018).

Keywords

AI generated
licensee action for trademark reassignment non-implementation of the offending agreements transfer of businesses accounting transfer peremption in commercial matters
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 47 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 47/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λάουρα Κονβερτίνι με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας Χρηματοδοτικών Μισθώσεων με την επωνυμία "HELLAS CAPITAL LEASING A.E. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" (πρώην "CREDIT AGRICOLE LEASING HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9996/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4151/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αρθμ.4151/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 19.030 ευρώ ως αποζημίωση για την αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του ΝΔ 1146/1972 και του άρθρου 1 του Ν 722/1977, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις της ΚΥΑ Δ13ε/4800/2003 που ήταν εφαρμοστέες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφενός διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις, τις οποίες, όμως, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 αρθμ.2ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν εφάρμοσε και αφετέρου διότι οι διατάξεις της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα ΚΥΑ Δ13ε/4800/2003 δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, αλλά ήταν αυτές της Υπ Οικ 3763/111/2015, τις οποίες ορθά εφάρμοσε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν εξειδικεύει με ποιο τρόπο η αναιρεσείουσα μπορούσε να συμπράξει για τη μεταβίβαση της άδειας και των πινακίδων κυκλοφορίας του επίμαχου μηχανήματος έργου, δεν αιτιολογεί γιατί η αναιρεσίβλητη μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής συνέπραξε στην διεκπεραίωση της διαδικασίας αυτής, αφού κατά την παραδοχή της έπρεπε να συντελεστεί από την αναιρεσείουσα, δεν εξηγείται ο λόγος της ολιγωρίας της αναιρεσείουσας ως προς την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας, μολονότι δεν υπαναχώρησε από τη σύμβαση, αλλά ανέμενε την ολοκλήρωσή της και δεν διαπίστωσε ότι οποιαδήποτε πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα για σύμπραξή της στην ως άνω διαδικασία δεν ήταν εφικτή, αφού δεν είχε κινηθεί από την αναιρεσίβλητη η διαδικασία ανακλήσεως της αδείας κυκλοφορίας από το όνομα της μισθώτριας και δεν είχε εκδοθεί νέα άδεια στο όνομα της αναιρεσίβλητης, γεγονός που εμπόδιζε τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα ότι δεν υπάρχει υπαίτια αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ449/2019, ΑΠ1226/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα της καθυστερήσεως της αναιρεσίβλητης στη μεταβίβαση της επίμαχης αδείας κυκλοφορίας, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ποιά "πράγματα" δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινά, ότι τα δέχθηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους και ποιά ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της αποφάσεως.

Εξάλλου, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003 ). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 421/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που πρότεινε με την αγωγή και τις προτάσεις προς αντίκρουση της εφέσεως, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθυστέρησε επί ένα σχεδόν έτος να κινήσει τη διαδικασία μεταβιβάσεως της αδείας και των πινακίδων του μηχανήματος έργου στην αναιρεσείουσα, για να την δρομολογήσει μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της ένδικης αγωγής, τον οποίο (ισχυρισμό), αν λάμβανε υπόψη το δικαστήριο θα είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: << ...Από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής της εναγομένης πωλήτριας να μεταβιβάσει στην ενάγουσα αγοράστρια την άδεια κυκλοφορίας του πωληθέντος μηχανήματος έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της και συνεπώς η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της οικείας συμβατικής της υποχρέωσης.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν βαρύνεται με πταίσμα και δεν υπέχει ευθύνη, αφού η ίδια κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης στην ενάγουσα της άδειας κυκλοφορίας- χρήσης του πωληθέντος μηχανήματος έργου, με την ανάθεση αυτής στον Σπυρίδωνα Λέισο, διεκπεραιωτή αυτοκινητιστικών υποθέσεων.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν συνέπραττε στην έκδοση των ανωτέρω εγγράφων που ήταν απαραίτητα για την περαίωση της σχετικής διαδικασίας, η δε εναγομένη δεν προσδοκούσε κανένα όφελος από την καθυστέρηση εκπλήρωσης της συμβατικής της υποχρέωσης να μεταβιβάσει στην ενάγουσα την άδεια κυκλοφορίας- χρήσης του πωληθέντος μηχανήματος έργου.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καθυστέρηση εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής της εναγομένης εταιρείας οφείλεται στην αλλαγή των προσώπων της διοίκησης αυτής λόγω της απορρόφησης της εταιρείας CREDIT AGRICOLE LEASING HELLAS από την HELLAS CAPITAL LEASING. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης αγοραπωλησίας στις 29-4-2015, η τροποποίηση του καταστατικού της εναγομένης είχε ήδη συντελεσθεί με την από 7-10-2014 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ στις 27-1-2015 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 8-4-2015>>.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές του. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ' αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθμ.12 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 126/2019, ΑΠ 732/2017, ΑΠ 1176/2011, ΑΠ 700/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο ως προς τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου του υπογραφέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει με ευθύνη και δαπάνες της, σε άμεσο χρόνο την άδεια και τις πινακίδες στην αναιρεσείουσα, γεγονός το οποίο έπρεπε να δεχθεί το δικαστήριο ως πλήρως αποδεδειγμένο, ως βεβαιούμενο από το εν λόγω έγγραφο, νόμιμα συντεταγμένο, φέρον τις υπογραφές των διαδίκων και χωρίς να προσβληθεί για πλαστότητα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε με επίκληση το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ποια η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης, ποια η παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και ποια αποδεικτική δύναμη του αποδόθηκε από το Εφετείο, διαφορετική από εκείνη που του αποδίδει ο νόμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ. 4151/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ