Legislator Case Law & Legislation
47/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds failing to specify procedural error.

Case Number 47/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a breach of contract claim. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim of abusive litigation, but the court found the appeal grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal failed to identify the exact procedural error, rendering it inadmissible under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact procedural error and relevant case facts, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds procedural error abusive litigation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 47 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 47/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φιλιππόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Α'ΒΙΠΕ Βόλου, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της και 2) Ν. Τ. του Κ., κατοίκου …. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Αντωνιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-11-1998 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 491/1999 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 67/2015 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με την υπ' αριθ. 180/2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου και 187/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 187/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων:

Η ενάγουσα εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 06-11-1998 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 394.000.000 δρχ. λόγω της επικαλούμενης, αδικοπρακτικής σε βάρος της, συμπεριφοράς του, καθώς και ποσό 100.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση για τη βλάβη που υπέστη η φήμη και αξιοπιστία της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 491/1999 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου και στη συνέχεια η 67/2015 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας ο δεύτερος αναιρεσίβλητος. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 24.673 ευρώ, ενώ αναγνώρισε την υποχρέωσή του να της καταβάλει και το ποσό των 111.519 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση τόσο ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, όσο και ο προσθέτως παρεμβαίνων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 187/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δέχτηκε την έφεση του εναγόμενου ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.336,35 ευρώ, ενώ αναγνώρισε την υποχρέωσή του να της καταβάλει και το ποσό των 66.031,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής βάλλει ο εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Αν ο αναιρεσείων ήταν ο εκκαλών, πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του που θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι τα "πράγματα" προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστος και απορριπτέος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν η σχετική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε πρωτοδίκως δεν μεταβιβάστηκε με λόγο έφεσης στο εφετείο και επομένως εκείνο δεν είχε την εξουσία να επιληφθεί (ΚΠολΔ 522, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 123/2020. ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1057/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο της αίτησης που έμεινε αδίκαστη και ποια είναι η αίτηση αυτή (ΑΠ 838/2012, ΑΠ 115/2011).

[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι:

«(α) Το δικόγραφο της από 01-03-2000 αιτήσεως, την οποία κατέθεσε η πρώτη αναιρεσιβαλομένη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, στερούμενη νόμιμης εκπροσώπησης, είναι άκυρο,

(β) όπως στην συνέχεια είναι άκυρη η ορισθείσα υπό του ως άνω Δικαστηρίου ημερομηνία ορισμού και εξέτασης μαρτύρων στις 26-05-2000, καθόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη, εκπροσωπούμενη και πάλι από το κριθέν τελεσιδίκως παράνομο Διοικητικό Συμβούλιο, εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο μη έχοντος το δικαίωμα παράστασης λόγω αδυναμίας ανάληψης εντολής από νόμιμο διοικητικό συμβούλιο,

(γ) η εξέταση μαρτύρων κατά τις ημεροχρονολογίες 30-03-2001, 25-05-2001, 28-09-2001, 09-11-2001, 09- 01-2002, 01-03-2002, 05-04-2002, 17-05-2002, 14-06-2002, 20-09-2002, 04-10-2002 και 4-12-2002, για τον ίδιο λόγο τυγχάνουν άκυρες».

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς δεν αναφέρεται ούτε αν ο εν λόγω ισχυρισμός περί ακυρότητας των συγκεκριμένων διαδικαστικών πράξεων προτάθηκε στο Εφετείο ούτε ποία επίδραση (και μάλιστα ουσιώδη) θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης ούτε με ποία αίτηση συνδέθηκε, που έμεινε αδίκαστη από το δικαστήριο.

Κατά το άρθρο 22α, Ν. 2190/1920 «Ευθύνη μελών του διοικητικού συμβουλίου»:

«1. Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων διά παν αυτού πταίσμα. Ευθύνεται ιδία εάν ο ισολογισμός περιέχη παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις αποκρυπτούσας την πραγματικήν κατάστασιν την εταιρείας,

2. ..., 3. ..., 4. ...,

5. Αι ως άνω αξιώσεις υπόκεινται εις τριετή παραγραφήν από της τελέσεως της πράξεως, εφ` όσον δε πρόκειται περί ζημίας εκ δόλου εις δεκαετή».

Περαιτέρω δε κατά το άρθρο 22β του ως άνω νόμου «Άσκηση αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου»:

«1. Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου που απορρέουν από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικά, εάν το αποφασίσει η γενική συνέλευση, με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 29 και την παράγραφο 1 του άρθρου 31, ή το ζητήσουν από το διοικητικό συμβούλιο ή τους εκκαθαριστές μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό αυτό. Η αίτηση της μειοψηφίας λαμβάνεται υπ' όψιν μόνο εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την αίτηση. Οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου».

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την άσκησή της, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι` αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.

Επομένως, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Ως διαδικαστική πράξη συνεπαγόμενη, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, διακοπή της παραγραφής λογίζεται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής η οποία περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης, αδιάφορου όντος με επιμέλεια ποιου ασκήθηκε.

Τέτοιες διαδικαστικές πράξεις είναι, ενδεικτικά αναφερόμενες, ο ορισμός δικασίμου, η εκφώνηση της υπόθεσης και η ματαίωσή της, η κλήση, με ξεχωριστό δικόγραφο, για συζήτηση της αγωγής, η συζήτηση της αγωγής, η αίτηση για ορισμό διεξαγωγής αποδείξεων, η εξέταση μάρτυρα, η έκδοση απόφασης, η έκδοση απόφασης αναβολής που σημειώνεται στο πινάκιο και είναι μη οριστική (απόφαση), η κοινοποίηση της απόφασης, η άσκηση ενδίκου μέσου και κάθε άλλη, έστω και αν είναι άκυρη, πρέπει πάντως να είναι υπαρκτή διαδικαστική ενέργεια (ΑΠ 1358/1999).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1/2020).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ,ΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή αξίωση είχε υποπέσει στην τριετή, άλλως στην δεκαετή (εν επιδικία) παραγραφή του άρθρου 22Α ν. 2190/1920, καθώς η τελευταία διαδικαστική πράξη που αφορά την ένδικη διαφορά ήταν η έκδοση της 491/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και όχι η από 1/3/2000 κλήση για έναρξη διεξαγωγών, ούτε η από 4/12/2002 πράξη έναρξης διεξαγωγής αποδείξεων και εξέτασης της μάρτυρα Β.

Χ., όπως εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς με την 263/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας κρίθηκε ότι όλες οι διαδικαστικές πράξεις που έγιναν μετά τις 06-11-1999 είναι άκυρες. Ότι από την έκδοση της 491/1999 προδικαστικής απόφασης (29-10-1999) μέχρι την κατάθεση της από 05-10-2012 κλήσης, με την οποία επαναφέρθηκε η ένδικη αγωγή, και την επίδοσή της στις 08-03-2013 παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των δέκα ετών, καθώς δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη διακόπτουσα την παραγραφή η ματαίωση διεξαγωγής των αποδείξεων στις 18-12-2002, όπως επίσης εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την με αριθμό 263/8-4-2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη η από 06-11-1999 γενική συνέλευση που συνεκλήθη για την εκλογή ΔΣ, με αποτέλεσμα από 08-04-2002 έως 06-05-2005, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η .../6-5-2005 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας με την οποία ανακλήθηκε η άδεια της εταιρείας και τέθηκε υπό εκκαθάριση, διορισθέτων και των εκκαθαριστών αυτής με την .../23-11-2005 απόφαση της Διεύθυνσης Εμπορίου της ως άνω Νομαρχίας η εταιρεία στερείτο διοίκησης.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, δέχτηκε τα ακόλουθα:

«|Εν προκειμένω, όπως και προαναφέρθηκε, η αγωγή ασκήθηκε στις 28-11-1998.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 491/29-10-1999 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με την από 01-03-2000 κλήση της ενάγουσας ζητήθηκε - ξεκίνησε η διαδικασία των αποδείξεων από μη νόμιμο αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Η εξέταση του μάρτυρα της ενάγουσας ήδη - εφεσίβλητης άρχισε στις 25-05-2001, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε από την ημερομηνία διεξαγωγής στις 20-03-2001.

Κατά τις 25-05-2001 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου ήδη εκκαλούντος ζήτησε αναβολή της εξετάσεως του μάρτυρα της ενάγουσας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης του εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 4649/1999 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου (αφορούσε την κατηγορία για απιστία σε βάρος της ενάγουσας και της υπεξαίρεσης δύο εκτοξευτήρων).

Το αίτημα απερρίφθη και άρχισε η εξέταση του μάρτυρα της ενάγουσας οποία συνεχίστηκε στις 28-09-2001, στις 09-11-2001, στις 09-01-2002, στις 08-02-2002, στις 01-03-2002 και στις 05-04-2002, οπότε και αναβλήθηκε για τις 17-05-2002, οπότε και πάλι αναβλήθηκε, κατ' αίτηση του πληρεξουσίου του εναγομένου για τις 14-06-2002, κατά την οποία εμφανίστηκε μόνο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και ζήτησε αναβολή προκειμένου να εξετάσει το μάρτυρα του.

Η διεξαγωγή ανεβλήθη για τις 20-09-2002. Κατά τη ημερομηνία διεξαγωγής στις 20-09-2002 η διεξαγωγή ανεβλήθη, με αίτηση του πληρεξουσίου του εναγομένου, που είναι ο μόνος που εμφανίστηκε. Έτσι η διεξαγωγή ανεβλήθη για τις 04-10-2002, οπότε εκ νέου εμφανίστηκε μόνο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και ζήτησε αναβολή.

Η διεξαγωγή και πάλι ανεβλήθη για τις 04-12-2002. Στις 04-12-2002 εμφανίστηκε και πάλι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και ζήτησε την εξέταση της μάρτυρός του. Η μάρτυρας του άρχισε την κατάθεσή της δηλώνοντας "είμαι σύζυγος του εναγομένου" και ανέβαλε τη διεξαγωγή για τις 18-12-2002. Στις 18-12-2002, δεν εμφανίστηκε κανένας διάδικος και ματαιώθηκε η διεξαγωγή των αποδείξεων.

Από την πλευρά του εναγομένου, προτάθηκε η εξέταση της μάρτυρα Β. Χ., η οποία όμως κατά την κατάθεσή της στις 04-12-2002 ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστή ουδέν κατέθεσε περί της παρούσας διαφοράς, λέγοντας μόνο ότι «Ο εναγόμενος είναι σύζυγος μου». Στις 18-12-2002 ματαιώθηκε η διεξαγωγή εμμάρτυρων αποδείξεων, λόγω μη προσελεύσεως των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Μετά από αυτά η αγωγή επαναφέρθηκε με την υπ' αριθ. .../5-10-2012 κλήση της υπό Α1 εφεσίβλητης και διεξήχθη απόδειξη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Η Γενική Συνέλευσης της ΑΕ για εκλογή ΔΣ στις 6-11-1999 κρίθηκε παράνομη καθώς και το από αυτήν εκλεγέν ΔΣ. Η αίτηση-κλήση που υπέβαλε η ενάγουσα δια του με την ως άνω 263/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας - κριθέντος παράνομου ΔΣ της 01-03-2000, για διεξαγωγή αποδείξεων, επάγεται ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων που διενεργήθηκαν στη συνέχεια, πλην όμως είναι υποστατή διαδικαστική πράξη και ως τέτοια διακόπτει την παραγραφή κατά παγίως κρατούσα νομολογία|».

Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση παραγραφής εν επιδικία και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης που είχε προβάλλει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε και ορθά το νόμο εφάρμοσε. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης υπόκειται στην δεκαετή παραγραφή του άρθρου 22 Α ν. 2190/1920, με δεδομένη την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί ενέργειας "εκ προθέσεως" του εναγόμενου.

Εξάλλου, τόσο η με ημερομηνία 01-03-2000 κλήση της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης περί ορισμού ημέρας διεξαγωγής των αποδείξεων όσο και οι λοιπές ημερομηνίες διεξαγωγής των αποδείξεων, μολονότι άκυρες, εντούτοις ως υπαρκτές και υποστατές διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή. Διαδικαστική πράξη διακοπτική της παραγραφής αποτελεί επίσης και η με ημερομηνία 18-12-2002 ματαίωση διεξαγωγής των αποδείξεων, αφού και η ενέργεια αυτή του δικαστηρίου τείνει στη συνέχιση της δίκης, χωρίς να εμπίπτει στην περίπτωση 1 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ματαίωση της υπόθεσης αλλά για ματαίωση διεξαγωγής.

Τέλος, διαδικαστική ενέργεια που διακόπτει την παραγραφή αποτελεί και η κατάθεση της κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση, μη απαιτούμενης και επίδοσης αυτής, αφού η κατάθεση και μόνο, με προσδιορισμό μάλιστα δικασίμου, αποτελεί διαδικαστική ενέργεια με σαφή πρόθεση επίσπευσης της δίκης με σκοπό την ολοκλήρωσή της.

Συνεπώς, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης δεν υπέπεσε σε παραγραφή αφού αυτή διακόπηκε κατά τα προαναφερθέντα, όπως ορθά έκρινε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του δεύτερου λόγου αναίρεσης. Τα λοιπά αναφερόμενα στον ίδιο λόγο και αφορούν την ουσία της διαφοράς απαραδέκτως προβάλλονται καθώς με αυτά επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι καμία γενική συνέλευση δεν αποφάσισε να ασκηθούν αξιώσεις εναντίον του, ενώ και η Α. Τ. δεν διέθετε το 33% των μετοχών, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22β ν. 2190/1920. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος καθώς δεν αναφέρεται στην αίτηση σε ποια πλημμέλεια υπέπεσε το Εφετείο ενώ σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος εφόσον στην ίδια τη διάταξη που επικαλείται ο αναιρεσείων αναφέρεται ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο δεν απαιτούνται όταν η ζημία οφείλεται σε δόλο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 281 AK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 126/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 218/2020).

Περαιτέρω, για να γίνει δεκτός λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι κατ' αρχήν παραδεκτός, δηλαδή να αναφέρονται στο αναιρετήριο όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του περιστατικά. Για το ορισμένο του αναιρετηρίου απαιτείται να περιέχει: α) σαφή, ορισμένη και ευσύνοπτη αναφορά αναιρετικής πλημμέλειας, εκ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, β) εξειδίκευση του αναιρετικού λόγου με αναφορά στο αναιρετήριο των απαραίτητων για τη διάγνωσή του ιστορικών στοιχείων, γ) περιληπτική αναφορά των εν λόγω στοιχείων, καθιστάμενης περιττής της αναφοράς όσων λεπτομερειών δεν άπτονται του αναιρετικού ελέγχου. Ως απαραίτητα ιστορικά στοιχεία νοούνται τα διαδικαστικά συμβάντα, επί των οποίων θεμελιώνεται η αναιρετική αιτίαση, ήτοι δικανικά γεγονότα (λ.χ. πρόταση ισχυρισμού, ερημοδικία διαδίκου ή λήψη υπόψη παρανόμου αποδεικτικού μέσου) ή κρίσεις του ουσιαστικού δικαστηρίου (λ.χ. αναιτιολόγητη απόρριψη ένστασης συμψηφισμού).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη επειδή "κατά παράβαση του νόμου και κατά πλημμελή εκτίμηση και εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων" απέρριψε την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός, ερειδόμενος κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποια αναιρετική πλημμέλεια υπέπεσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την εξέταση της σχετικής ένστασης. Αντιθέτως αναφέρονται μόνο τα πραγματικά περιστατικά που ο ίδιος ο αναιρεσείων έθεσε υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, οι επί των οποίων όμως παραδοχές είναι αναιρετικά ανέλεγκτες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2018 αίτηση του Κ. Χ., για αναίρεση της με αριθμό 187/2018 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2,700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ