47/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated47/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 1193/2012). Eξάλλου, από τα άρθρα 286, 287 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση έχει ο κληρονόμος του ενάγοντος, αν αυτός απεβίωσε μετά το πέρας της συζήτησης στο Εφετείο, οπότε δεν υπάρχει στάδιο βίαιης διακοπής της δίκης (ΑΠ 517/2011).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 47 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 47/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Χ. συζύγου Ν. Κ., το γένος Π. Π., 2) Π. συζύγου Θ. Γ., το γένος Π. Π., 3) Μ. Κ. του Ν., 4) Λ. Γ. του Θ., 5) Π. Γ. του Θ. και 6) Κ. Γ. του Θ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καλαϊτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον σύνδικο δικηγόρο Αθηνών Σπυρογιάννη Διονυσάτο, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: ελληνικού δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., κατοικοεδρευόντων στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων Κ. χήρας Π. Π. και Β. Π. του Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6812/1998 μη οριστική και 3707/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7851/2007 μη οριστική και 2683/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 520/2014 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-10-2010 αίτησης για αναίρεση της 2683/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 14-3-2017 κλήση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2054/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-3-2017 κλήσης των καλούντων και αναιρεσειόντων, με την οποία επισπεύδουν τη συζήτηση της από 2 Οκτωβρίου 2010 αίτησής τους για αναίρεση της υπ' αριθ. 2683/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 12-9-2018 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 556 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο της κατάθεσής του, με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της αναίρεσης, είναι άκυρο και η ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 1193/2012). Eξάλλου, από τα άρθρα 286, 287 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση έχει ο κληρονόμος του ενάγοντος, αν αυτός απεβίωσε μετά το πέρας της συζήτησης στο Εφετείο, οπότε δεν υπάρχει στάδιο βίαιης διακοπής της δίκης (ΑΠ 517/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την από 12-9-2018 κλήση των τρίτης έως και ογδόου των αναιρεσειόντων, η από 2-10-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2683/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 520/2014 και 2054/2017 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, με την πρώτη από τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και με τη δεύτερη κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της σχετικής από 14-3-2017 κλήσης των ίδιων ως άνω αναιρεσειόντων.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, ασκήθηκε και από τους Κ. χήρα Π. Π. και Β. Π. του Π. (δύο πρώτους αναιρεσείοντες), για τους οποίους οι καλούντες αναιρεσείοντες αναφέρουν στην πιο πάνω από 12-9-2018 κλήση τους, ότι αμφότεροι απεβίωσαν μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών στις 11-3-2008, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2683/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (δημοσιευθείσα στις 14-5-2008), και συγκεκριμένα ότι απεβίωσαν στις 14-6-2009 και 13-9-2010, αντίστοιχα, δηλαδή πριν από την κατά την 3-2-2011 άσκηση της αίτησης αναίρεσης, κατέλιπαν δε αυτοί μόνους εξ αδιαθέτου συγγενείς τους η μεν πρώτη (Κ.
χήρα Π. Π.) τα τέκνα της, ήτοι τον μετέπειτα αποβιώσαντα ως άνω Β. Π. του Π. (δεύτερο των αναιρεσειόντων), την Χ. σύζυγο Ν. Κ. και Π. σύζυγο Θ. Γ. (τρίτη και τετάρτη των αναιρεσειόντων και ήδη πρώτη και δεύτερη των καλούντων), ο δε δεύτερος (Β. Π. του Π.) τις ως άνω αδελφές του Χ. σύζυγο Ν. Κ. και Π. σύζυγο Θ. Γ. (δηλαδή τρίτη και τετάρτη των αναιρεσειόντων και ήδη πρώτη και δεύτερη των καλούντων).
Ενόψει αυτών, οι εν λόγω δύο πρώτες καλούσες (τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσείοντες), επικαλούμενες την πιο πάνω ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων των ανωτέρω δύο αρχικών διαδίκων, δηλώνουν με την προαναφερόμενη κλήση τους α) ότι παραιτούνται του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης καθό μέρος αυτή ασκήθηκε από τους αποβιώσαντες δύο αναιρεσείοντες Κ.
χήρα Π. Π. και Β. Π. του Π. και β) ότι ασκούν την αίτηση αναίρεσης με την παράλληλη ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των ανωτέρω δύο αρχικών διαδίκων. Ωστόσο, οι εν λόγω δύο καλούσες - αναιρεσείουσες δεν προσκομίζουν ούτε και επικαλούνται ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των πιο πάνω διαδίκων (δύο πρώτων αναιρεσειόντων) καθώς και τα λοιπά νομιμοποιητικά έγγραφα (πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών κλπ) σχετικά με την επικαλούμενη κληρονομική τους ιδιότητα και, κατά συνέπεια, ενόψει και του ότι σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου, οπότε δεν υπάρχει πλέον στάδιο διακοπής της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αυτής πρέπει, όπως εκτέθηκε, να ασκείται στο όνομα των κληρονόμων του θανόντος, ενώ αν ασκηθεί στο όνομα αυτού είναι άκυρο, οι προαναφερόμενες δηλώσεις των πιο πάνω καλουσών στερούνται εννόμων συνεπειών, επί πλέον δε, λόγω των ανωτέρω ελλείψεων, δεν μπορεί να κριθεί η τυχόν ύπαρξη απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, η οποία, άλλωστε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν εισάγεται ως προς αυτούς.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδα', 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί, (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 351/2004).
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ.
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια, ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 742/2017, ΑΠ 649/2016, ΑΠ 369/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανωτέρω καλούντες αναιρεσείοντες, με την προσκομιζόμενη από 10-9-2018 εξώδικη δήλωσή τους, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νίκο Καλαϊτζίδη δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-12-2015 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Α.
Β., παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθό μέρος αυτή στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό σύνδικο Σπυρογιάννη Διονυσάτο. Η εξώδικη αυτή δήλωση επιδόθηκε στην πιο πάνω αναιρεσίβλητη στις 11-10-2018, ήτοι πριν από την ημέρα της δικασίμου (25-11-2019), με επιμέλεια του ίδιου ως άνω δικηγόρου των καλούντων αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../11-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Γ.. Κατά συνέπεια, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι έγκυρη (άρθρο 297 ΚΠολΔ) και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή η αίτηση αναίρεσης θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (άρθρα 295 παρ. 1, 299 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει η προκειμένη δίκη να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτή, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος των εν λόγω αναιρεσειόντων που παραιτήθηκαν, αφού η ανωτέρω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, δηλαδή χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος), πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (Α.Π. 797/2014, 1021/2012, ΑΠ 936/2011).
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία που τελέστηκε από τον προστηθέντα και τελεί σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος (ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 238/2016, ΑΠ 797/2014). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688-691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, κατ` αρχήν, προστηθείς του εργοδότη.
Όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 374/2018, ΑΠ 182/2015). Τα πιο πάνω ισχύουν και επί εκτελέσεως δημοσίου έργου, όταν εργολάβος είναι τρίτη εταιρία και εργοδότης το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα από σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου (ΑΠ 1161/2008, ΑΠ 464/2000, ΑΠ 993/1993).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 εδ.ε'του 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", "Διευθύνουσα Υπηρεσία" ή "Eπιβλέπουσα Υπηρεσία", είναι τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου που είναι αρμόδια για την παρακολούθηση, έλεγχο και διοίκηση της κατασκευής του έργου, ενώ στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "1.
Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντά τους όταν είναι περισσότεροι από ένας, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια... 2.
Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση απ` τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Η επίβλεψη μπορεί να ασκηθεί εκτός από τον τόπο των έργων και σε όλους τους χώρους που κατασκευάζονται τμήματα του έργου.
Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα εργοτάξια που τυχόν κατασκευάζονται τμήματα του έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η επιβλέπουσα υπηρεσία". Επίσης, στο άρθρο 7 του αυτού νομοθετήματος ορίζονται τα εξής: "1. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου.
Ο ανάδοχος που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος. 2....". Εξάλλου, στο άρθρο 34 του π.δ/τος 609/1985, με τίτλο "Κατασκευή δημοσίων έργων" ορίζεται ότι "1. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τηρεί με ακρίβεια τη διάταξη και τις διαστάσεις των διαφόρων μερών του έργου, όπως προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια ή άλλα στοιχεία της μελέτης.... 3.
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο ανάδοχος υποχρεούται να διαθέσει για το έργο όλο το απαιτούμενο προσωπικό, υλικά, μηχανήματα, οχήματα, αποθηκευτικούς χώρους και οποιαδήποτε άλλα μέσα. Ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την ολοκλήρωση του έργου, όπως είναι...
οι δαπάνες αποζημιώσεων ζημιών στο προσωπικό του, στον κύριο του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο και γενικά κάθε είδους δαπάνη απαραίτητη για την καλή και έντεχνη εκτέλεση του έργου. 4. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό...
ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική, ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λπ.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα". Ακόμη, στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2744/1999, για θέματα ΕΥΔΑΠ, εκτίθεται ότι "η ευθύνη για την αποχέτευση των ομβρίων υδάτων και την αντιπλημμυρική προστασία στην εκάστοτε περιοχή της ΕΥΔΑΠ, ανήκει στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων `Εργων, το οποίο μεριμνά για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση και επέκταση του δικτύου ομβρίων υδάτων, καθώς και των έργων αντιπλημμυρικής προστασίας".
Από όλα τα παραπάνω με σαφήνεια συνάγεται, ότι και στην περίπτωση που εργοδότης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν ισχύουν, χωρίς άλλο, οι διατάξεις των άρθρων 922 επ ΑΚ για την πρόστηση, αλλά πρέπει ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών (βλ.
ΑΠ 2101/1986, ΑΠ 1554/1980), χωρίς να αρκεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1418/1984, με περιορισμένο περιεχόμενο, επίβλεψη, η οποία, όπως αναφέρθηκε, αποσκοπεί αποκλειστικά στην πιστή εκπλήρωση από τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του, δηλαδή στην έγκαιρη και κανονική εκτέλεση αυτού, κατά τους όρους της συμβάσεως και του νόμου.
Επίσης, από μόνη την παράθεση των πιο πάνω διατάξεων ούτε και σχέση πρόστησης κατά τις αρχές της καλής πίστης προκύπτει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Έως αρχές του έτους 1994 η κοίτη του ρέματος με την ονομασία "...ς", που αρχίζει να ρέει από ανατολή προς δύση, ήτοι από το όρος Πεντέλη προς τον Κηφισό ποταμό, στον οποίο και καταλήγει στην περιοχή του δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής, και συγκεκριμένα σε απόσταση περίπου 150 μέτρων από τη Λεωφόρο Ιωνίας ή ..., αποτελείτο από τρία τμήματα, ένα καλυπτόμενο, στο οποίο η ροή του ρέματος διευκολυνόταν από ένα υπόγειο αγωγό διαμέτρου 5 μέτρων, μεσολαβούσε ένα ακάλυπτο τμήμα της κοίτης, μήκους περίπου 60 μέτρων, και ένα τρίτο επίσης καλυπτόμενο, στο οποίο η ροή του ρέματος διευκολυνόταν από ένα αγωγό διαμέτρου επίσης 5 μέτρων και από ένα άλλο δίδυμο αγωγό διαστάσεων 6Χ4, 50Χ2 μ.
Στις 15-1-1994, δυνάμει του προσκομιζόμενου σε αντίγραφο υπό την ίδια ημερομηνία συμφωνητικού με τίτλο "ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ Εκτέλεσης έργου συνολικού ποσού...", το Ελληνικό Δημόσιο (αρχικώς δεύτερο και ήδη μόνο αναιρεσίβλητο), εκπροσωπούμενο από το δντή της Διεύθυνσης Κατασκευής Έργων Οδοποιίας (ΔΚΕΟ) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, μετά την προκήρυξη και διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού για την ανάδειξη εργολάβου εκτέλεσης του κατωτέρω αναφερόμενου έργου, ανέθεσε στη μειοδότρια τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "..." (αρχικώς πρώτη αναιρεσίβλητη) την εκτέλεση του δημόσιου έργου με τα στοιχεία ... "Επέκταση οδού ...
δια της καλύψεως του ρέματος ..."....,. Με την περιεχόμενη στο παραπάνω συμφωνητικό σύμβαση έργου, το οποίο θα ελάμβανε χώρα στην προαναφερόμενη περιοχή του δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής και είχε ως σκοπό τη βελτίωση της υδραυλικής παροχής του υφιστάμενου κυκλικού αγωγού διαμέτρου 5,00 μ., που υπήρχε κάτω από τις γραμμές του τρένου και οδηγούσε τα νερά στον υφιστάμενο αγωγό επί της οδού ......, Οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι δέχθηκαν το τελευταίο να εκτελεσθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα τεύχη δημοπράτησης, το τιμολόγιο και τον προϋπολογισμό προσφοράς, τις σχετικές με την κατασκευή του εγκεκριμένες μελέτες και σχέδια, τις ισχύουσες Π.Τ.Π.
και τις λοιπές διατάξεις που διέπουν την εκτέλεση των Δημοσίων Έργων, δηλαδή του π.δτος 93/1993, του ν. 1418/1984 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών διατάξεων. Η έναρξη των εργασιών για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου καθυστέρησε λόγω της ανάγκης διενέργειας και εκπόνησης νέας, τροποποιητικής της αρχικής, μελέτης από την ΕΥΔΑΠ.
Η νέα, εγκεκριμένη μελέτη της ΕΥΔΑΠ παραδόθηκε στην αρμόδια Δ/νση Μελετών του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 2-8-1994. Η έναρξη των εργασιών για την εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου έγινε στις 25-9-1994 και μέχρι την 21-10-1994 μέσα στο προαναφερόμενο ανοικτό ακάλυπτο τμήμα της κοίτης του ρέματος "...ς" (από χ.θ 0-289,46 έως χ.θ. 0-350,44), δηλαδή σε μήκος 60 μ., είχαν γίνει οι εξής εργασίες:
α) εκσκαφές για τον καθαρισμό της κοίτης του ποταμού (ρέματος) από φερτά υλικά, σκουπίδια κλπ ανάμεσα από τα δύο κλειστά τμήματα. Οι εργασίες αυτές αφορούσαν στη διαπλάτυνση του τμήματος αυτού με τρίδυμη έξοδο (μια στην υφιστάμενη κυκλική διατομή διαμέτρου 5,00 μ. και ένα δίδυμο αγωγό διαστάσεων 6Χ450Χ2), β) κατασκευή μέρους του αριστερού τοιχίου μήκους 42 μ.
και κοιτοστρώσεως από μπετόν διαστάσεων 60,00 Χ 7,00 μ..... Κατά το προαναφερόμενο περιορισμένο χρονικό διάστημα από 25-9-1994 έως 21-10-1994, ήτοι για διάστημα 26 ημερών, τις προαναφερόμενες εργασίες, που έγιναν από το προσωπικό της ανωτέρω επιχείρησης, εργολάβου - ανάδοχου του έργου, επέβλεπαν οι τεχνικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, κυρίου του έργου, Δ.
Μ., πολιτικός μηχανικός, και Ν. Β. και Σ. Π., εργοδηγοί, οι οποίοι διορίσθηκαν με το υπ' αριθμό ...30-12-1993 έγγραφο του Δντη της ΔΚΕΟ, ήτοι από την αρμόδια υπηρεσία του ανωτέρω κυρίου του έργου, δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου. Οι προαναφερόμενοι 3 υπάλληλοι του κυρίου του έργου, ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενεργούσαν τον έλεγχο και την επίβλεψη των παραπάνω εργασιών αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια των δικαιωμάτων, που παρέχουν στον κύριο του έργου οι εφαρμοζόμενες στην εξεταζόμενη περίπτωση διατάξεις της νομοθεσίας για την εκτέλεση των δημοσίων έργων, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό την έγκαιρη και κανονική, κατά τους όρους της συμβάσεως και του νόμου, εκτέλεση του έργου, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε πρόσφορο και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, ότι οι εργασίες αυτές εκτελέσθηκαν υπό τη διεύθυνση και κατόπιν οδηγιών των εν λόγω υπαλλήλων του Δημοσίου και μάλιστα σύμφωνα με δικαίωμα που τους παρείχε η εξεταζόμενη σύμβαση έργου....
Επομένως, μεταξύ του κυρίου του έργου και της αναδόχου του τελευταίου δεν υπήρχε σχέση προστήσεως, εφόσον... δεν προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο επεφύλαξε για το εαυτό του, με όρο περιεχόμενο στην ένδικη σύμβαση, δικαίωμα να δίδει διαταγές στην ανάδοχο του έργου πέρα από τα όρια που αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα με τις διατάξεις περί εκτελέσεως δημοσίων έργων.
Επομένως, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, ως κυρίου του εξεταζόμενου έργου, και της προαναφερόμενης επιχείρησης, ως αναδόχου αυτού, δεν υπήρχε σχέση πρόστησης, ώστε να θεμελιώνεται η επικαλούμενη από τους ενάγοντες αντικειμενική ευθύνη του πρώτου, λόγω της εκτιθέμενης στην αγωγή αδικοπραξίας των οργάνων (φερομένων ως υποπροστηθέντων) της δεύτερης, που πραγματοποιήθηκε κατά την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών και η συνεπεία της οποίας προκλήθηκε..., ο πνιγμός των συγγενών τους καθώς και οι φθορές και βλάβες των κατοικιών τους και ακολούθως η ψυχική τους οδύνη και η ηθική βλάβη της πρώτης εξ αυτών (εναγόντων) καθώς και η εκτιθέμενη στην αγωγή περιουσιακή τους βλάβη...
Περαιτέρω,... κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 25-9 έως 21-10-1994 οι εργαζόμενοι και απασχολούμενοι από την ανωτέρω ανάδοχο του έργου, οι εκπρόσωποι της οποίας είχαν τη διεύθυνση του έργου και έδιναν τις εντολές στο προαναφερόμενο προσωπικό της εργολήπτριας επιχείρησης, δεν μερίμνησαν, ενόψει του τρέχοντος φθινοπώρου και του κινδύνου προκλήσεως πλημμύρας από ενδεχόμενη βροχόπτωση μεγάλης έντασης, να διευθετήσουν κατά τέτοιο τρόπο τις εν λόγω εργασίες, ώστε να προστατεύσουν και να καταστήσουν το προαναφερόμενο ανοικτό τμήμα της κοίτης του ρέματος "...ς" κατάλληλο να διευκολύνει τη ροή των νερών μεταξύ των ανωτέρω των δύο κλειστών τμημάτων της κοίτης του άνω ρέματος και των υπογείων αγωγών και να παρεμποδίσουν την έμφραξη των τελευταίων.
Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι προστηθέντες της αναδόχου δεν απομάκρυναν με φορτηγά αυτοκίνητα τα χώματα της εκσκαφής που ενήργησαν προηγουμένως για τον καθαρισμό της κοίτης, αλλά εναπόθεσαν αυτά πλησίον της κοίτης, ούτε κατασκεύασαν προστατευτικό τοιχίο από μπετόν στο βόρειο τμήμα της κοίτης, με αποτέλεσμα περί την 19.00' ώρα της 21ης Οκτωβρίου όταν ξέσπασε, στην περιοχή της Αττικής γενικότερα, και ειδικότερα στην περιοχή του Δήμου Νέας Ιωνίας, ξαφνική και καταρρακτώδης βροχόπτωση και νεροποντή, να παρασυρθούν οι όγκοι των χωμάτων ύψους 10 μέτρων εντός του προαναφερόμενου ανοικτού τμήματος του άνω ρέματος, να προκληθεί έμφραξη των αγωγών και να δημιουργηθεί έτσι υπερχείλιση του άνω τμήματος του ρέματος, το νερό της βροχής, μαζί με την προκληθείσα από τα χώματα λάσπη, να εξέλθουν από το ανοικτό τμήμα και να συνεχίσουν τη ροή τους ορμητικά σε απόσταση 150 περίπου μέτρων, μέχρι την ευρισκόμενη επί της ...
πολυκατοικία, στο ημιυπόγειο της οποίας εισήλθε μεγάλος όγκος αυτών (νερού και λάσπης) και να πλημμυρίσουν τα υπ' αριθμούς …και … υμιυπόγεια διαμερίσματα, να πεθάνουν από πνιγμό και ειδικότερα από εισρόφηση νερού και λάσπης... οι κατοικούντες σ' αυτό και ευρισκόμενοι μαζί με την πρώτη ενάγουσα εντός του πρώτου διαμερίσματος, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, Π.
Π. του Α. και ο ανάπηρος και καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο υιός του Α. Π. του Π., ηλικίας 80 και 46 ετών αντίστοιχα..., να υποστούν σημαντικές φθορές και βλάβες τα παραπάνω διαμερίσματα καθώς και να καταστραφεί η ευρισκόμενη εντός του πρώτου διαμερίσματος οικοσκευή ανήκουσα στην ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας.
Ο θάνατος των ανωτέρω προσώπων και οι φθορές και βλάβες των άνω διαμερισμάτων και της οικοσκευής του πρώτου εξ αυτών οφείλεται στην προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εργολήπτριας επιχείρησης, οι οποίοι από αμέλειά τους παρέλειψαν να προβούν στις ανωτέρω ενδεδειγμένες και επιβαλλόμενες από τη σύμβαση και το νόμο ενέργειες...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγόντων), καθό μέρος στρεφόταν κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε την έφεση αυτού (αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας, απέρριψε την αγωγή ως προς το αναιρεσίβλητο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 και 681 ΑΚ, καθώς και στις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 1418/1984, του π.δ. 609/1985 και του ν. 2744/1999, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, χωρίς να αξιώσει περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι οι διατάξεις αυτές απαιτούν.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, ως κυρίου του έργου, και της προαναφερόμενης επιχείρησης, ως αναδόχου αυτού, ώστε να θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του ως άνω αναιρεσιβλήτου, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της προαναφερόμενης εργολήπτριας, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές:
α) ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν επεφύλαξε για τον εαυτό του, με όρο περιεχόμενο στην ένδικη σύμβαση, δικαίωμα να δίδει διαταγές στην ανάδοχο του έργου πέρα από τα όρια που αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα με τις διατάξεις περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, β) ότι οι ορισθέντες από αυτό τρεις υπάλληλοι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εκτέλεσης του έργου, ενεργούσαν τον έλεγχο και την επίβλεψη των παραπάνω εργασιών αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο των δικαιωμάτων, που παρέχουν στον κύριο του έργου οι ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις της νομοθεσίας για την εκτέλεση των δημοσίων έργων, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό την έγκαιρη και κανονική, κατά τους όρους της συμβάσεως και του νόμου, εκτέλεση του έργου και γ) δεν προέκυψε, ότι οι σχετικές εργασίες εκτελέσθηκαν υπό τη διεύθυνση και κατόπιν οδηγιών των εν λόγω υπαλλήλων του Δημοσίου και μάλιστα σύμφωνα με δικαίωμα που τους παρείχε η ένδικη σύμβαση έργου.
Δεν συνιστά δε αντίφαση η απόρριψη της σχέσης πρόστησης με τις παραδοχές αυτές, αφού με σαφήνεια το Εφετείο δέχεται, πως η επίβλεψη περιοριζόταν από μέρους του Δημοσίου μόνο στην έγκαιρη και κανονική εκτέλεση του έργου, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν αρκεί για τη θεμελίωση σχέσης προστήσεως μεταξύ Δημοσίου και αναδόχου, και όχι ότι το Δημόσιο είχε τη διεύθυνση του έργου, ούτε ότι ο ανάδοχος εκτελούσε το έργο με τις οδηγίες των υπαλλήλων του Δημοσίου.
Επίσης, δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων και δεν αιτιολογεί λεπτομερώς, γιατί δεν πείθεται σε όσα αυτός λεπτομερώς καταθέτει, εφόσον εκτίθεται σαφώς το πόρισμα, ούτε και ήταν αναγκαίο να αναφερθούν αναλυτικά και με κάθε λεπτομέρεια "από ποια πραγματικά περιστατικά ή ποια αποδεικτικά μέσα ή με ποιες σκέψεις", κατέληξε το Εφετείο στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, οι πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, τέταρτος και έκτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και έβδομο λόγους της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα, με τον πέμπτο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Α.
Π., ο οποίος, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, κατέθεσε για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του Δημοσίου και της αναδόχου εταιρίας, και με τον έβδομο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη α) τη διακήρυξη της δημοπρασίας του Σεπτεμβρίου 2003 και β) την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων, Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στην υπ' αριθμό 358/1999 έκθεση του δικαστή - εισηγητή που διορίσθηκε από την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) είτε ως δικαστικά τεκμήρια, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα και, συνακόλουθα, τόσο την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να αναφερθεί ειδικώς και αναλυτικά σ' αυτή, όσο και τα αναφερόμενα στον έβδομο λόγο έγγραφα, αφού στην απόφαση γίνεται αναφορά στη διακήρυξη της δημοπρασίας, καθώς και στα επί μέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των αναιρεσιβλήτων που απέρρεαν από την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων.
Επομένως, οι ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναρεσείοντες προβάλλουν, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν προέκυψε "από οποιοδήποτε πρόσφορο και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, ότι οι εργασίες αυτές εκτελέσθηκαν υπό τη διεύθυνση και κατόπιν οδηγιών των εν λόγω υπαλλήλων του Δημοσίου και μάλιστα σύμφωνα με δικαίωμα που τους παρείχε η εξεταζόμενη σύμβαση έργου", καθώς και ότι δεν επαρκεί για τη διαμόρφωση διαφορετικής από την προαναφερόμενη απόψεως η κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Θ.
Γ., στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: "...Έβλεπα στο έργο να έρχονται αυτοκίνητα κρατικής υπηρεσίας του ΠΕΧΩΔΕ και όπως μου έλεγαν οι εργάτες του Τ. αυτοί που ερχόντουσαν με τα κρατικά αυτοκίνητα ήταν μηχανικοί του κράτους. Τους έβλεπα πήγαιναν και ερχόντουσαν σε διάφορα σημεία του έργου μιλούσανε με τους ανθρώπους δηλαδή τους εργάτες και από αυτή τη στάση τους έκρινα ότι αυτοί οι μηχανικοί έδιναν εντολές για την εκτέλεση του έργου.
Δεν γνωρίζω ποια συγκεκριμένη δουλειά έκαναν οι μηχανικοί του Δημοσίου, αν δηλαδή επέβλεπαν ή εάν έδιναν οδηγίες ή κατευθύνσεις υποθέτω ότι ερχόντουσαν για να κάνουν έλεγχο", παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον δεν προσέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση αυτή του προαναφερόμενου μάρτυρα.
Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η αποδεικτική βαρύτητα, την οποία προσέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύει το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, αφού αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώμενη με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι καλούντες αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του (δευτέρου) αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 2-10-2010 αίτησης αναίρεσης των 1) Χ. συζ. Ν. Κ., 2) Π. συζ. Θ. Γ., 3) Μ. Κ., 4) Λ. Γ., 5) Π. Γ. και 6) Κ. Γ., ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...".
Απορρίπτει την από 2-10-2010 αίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων 1) Χ. συζ. Ν. Κ., 2) Π. συζ. Θ. Γ., 3) Μ. Κ., 4) Λ. Γ., 5) Π. Γ. και 6) Κ. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2683/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του (δευτέρου) αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ