47/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α;, 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α. Κ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Legislator headnote
AI generated47/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 47 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 47/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των καθων η κλήση:1.Λ. Λ. του Β., 2.Ι. συζύγου Χ. Α., το γένος Β. Λ., 3.Φ. Α., 4. Δ. Α. και 5.Δ. Α., τέκνων Ι. Α. το γένος Λ., κατοίκων ..., κληρονόμων εκ διαθήκης του αποβιώσαντος Β. Λ. του Λ., αρχικά αναιρεσιβλήτου, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Πάσχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2006 αγωγή του αρχικού ενάγοντος, δικαιοπαρόχου των καθων η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27295/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 466/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-5-2013 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας, μετά την έκδοση της 863/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου που την κήρυξε απαράδεκτη, επανήλθε στην ανωτέρω δικάσιμο με την από 18-5-2018 κλήση του αναιρεσείοντος . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 24-4-2017 έκθεση του Αρεοπαγίτη Νικήτα Χριστόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των καθων η κλήση ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α;, 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α. Κ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ* αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομιάς τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής.( ΑΠ 41/2018).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος Β. Λ. απεβίωσε στις 6-8-2013, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 2-5-2013, και με την από 28-4-2013 ιδιόγραφη διαθήκητου που δημοσιεύθηκε με το 1641 /2013 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ο αποβιώσας κατέλιπε το επίδικο ακίνητο στον πρώτο καθού η κλήση Λ.
Λ. σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και στις τρίτη ,τέταρτη και πέμπτη των καθών Φ. Α. ,Δ. Α. και Δ. Α. το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κοινώς και ισομερώς, ενώ δεν κατέλιπε στο επίδικο κληρονόμο του την δεύτερη καθής Ι. σύζ. Χ. Α. (βλ. πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως (άλλης) διαθήκης, μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος ,μη αποποίησης της κληρονομιάς πλησιεστέρων συγγενών κλπ).
Με την από 18-5-2018 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου,φέρεται νόμιμα για συζήτηση η κρινόμενη αναίρεση ,μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 863/2017 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της κρινόμενης αναίρεσης.και το αναιρεσείον, θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, επισπεύδει την επανάληψη αυτής, καλώντας τους καθών ως κληρονόμους εκ διαθήκης του αναιρεσίβλητου.
Όσον αφορά την δεύτερη καθής Ι. Χ. Α. που δεν είναι κληρονόμος του επιδίκου ακινήτου η κλήση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο εμφανίσθηκαν οι λοιποί των καθών κληρονόμοι του θανόντος αναιρεσίβλητου. Επομένως, η δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου του αναιρεσίβλητου, διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται επ' ονόματι των προειρημένων κληρονόμων του, μετά τη σχετική περί εκούσιας επαναλήψεώς της δήλωση αυτών.
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 466/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση .εξαφάνισε εν μέρει ,ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα ,την 27295/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", <<2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ αυτού ως διοικητού αλλότριων. 3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός'δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του Προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.
Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν περίληψις του Πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλότριων. 5.
Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον δι' αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών μετά γνώμιν του κατ' άρθρ. 10 Συμβουλίου". 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτη αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.
Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτη ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, προέδρον των πρωτοδικών. 8.
Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". Εξάλλου, η έκδοση από διοικητικές αρχές πρωτοκόλλων κατάληψης ακινήτων επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, αποτελεί διοικητική πράξη, που, χωρίς να συνιστά μέσο οριστικής επίλυσης διαφοράς, οδηγεί σε ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος αυτογνώμονη, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, η οποία κατ' αρχήν απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, γι' αυτό πρέπει, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, να προβλέπεται ειδικώς από το νόμο, μη αναγόμενη στα ευρύτερα διοικητικά καθήκοντα των οργάνων που την επιχειρούν.
Επομένως, πρωτόκολλο κατάληψης που εκδίδεται, κατά την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν 1 539/1 938 διαδικασία, για ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους, με πρόθεση παραίτησής τους από την κυριότητα, προς τον σκοπό τη διαχείριση από το Δημόσιο, ως διοικητή αλλότριων των ακινήτων αυτών, και την απόκτηση της κυριότητας τούτου από αυτό μετά την πάροδο 10ετίας από της κατάληψής του, είναι νόμιμο, αφού από τις ανωτέρω διατάξεις ρητώς προβλέπεται η έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης, και καθορίζονται, κατά τρόπο σαφή, οι προϋποθέσεις έκδοσής του και τήρησης της αρχής της δημοσιότητας, με καταχώριση τούτου στα βιβλία μεταγραφών, στην μερίδα του ιδιοκτήτη, εφόσον αυτός είναι γνωστός στην αρμόδια υπηρεσία [ΑΠ 648/2016, ΑΠ 2142/2014, ΑΠ 656/2012, ΑΠ 1758/2009].
Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και παρά ταύτα καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμένο, αυτό δεν περιέρχεται στην κυριότητα του Δημοσίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη , εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθόλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και να εκμεταλλεύεται το ακίνητο του.
Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητος σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίσθηκε αυτό εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης το οποίο ενεγράφη στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση εξακολουθούσε να νέμεται αυτό [ΑΠ 973/1982], Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051, 1094 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.
Άσκηση δε φυσικής εξουσίας επί του ακινήτου, η οποία εμπίπτει στην έννοια της νομής κατά το άρθρο 974 ΑΚ και η οποία (φυσική εξουσίαση) επέρχεται όταν υπάρχουν οι πραγματικοί όροι, έτσι ώστε κατά τη συνηθισμένη και ομαλή πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα και με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, το πράγμα να θεωρείται ότι τέθηκε στη διάθεση του αποκτώντος και να τελεί υπό την εξουσία του, συνιστούν όλες οι εμφανείς υλικές ενέργειες πράξεις οι προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και είναι δηλωτικές της εξουσίασής του απ' αυτόν, όπως, ενδεικτικά εποπτεία, επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια, εκμίσθωση, βόσκηση ζώων (ΑΠ 729/2014, ΑΠ 1077/2012).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν εχώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους.
Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση (ολΑΠ 1593/1979, ΑΠ 289/2016, 1328/2015 ΑΠ 729/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006 ].
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με το υπ' αριθμ.
….0/4-8-1927 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ι. Π. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο Μ. Ε. με α. α …9 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. ο πατέρας του ενάγοντος Λ. Λ. ..αγόρασε από την Σ. χήρα Ι. Τ. έναν αγρό εμβαδού τεσσάρων παλαιών στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται θέση …. της κτηματικής περιοχής ….
που συνόρευε κατά το συμβόλαιο αυτό αρχικά και δη κατά το αναφερόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο υπ' αριθμ. …3 ταπίου του αυτοκρατορικού Οθωμανικού Κτηματολογίου, του τουρκικού έτους 1274, με αγρό Ν., με αγρό Ι. Α. και με άμπελο Σ., και ήδη με αγρούς Λ. (αγοραστή) , από δύο μέρη, με αγρό Β. Κ. και αγρό κληρονόμων Μ.. Η έκταση του αγρού αυτού υπολογίζεται ότι είναι 6.400 τ.μ.
περίπου λαμ'βανομένου υπόψη ότι η έκταση αυτού αναφέρεται σε παλαιά τουρκικά στρέμματα όπου, ένα παλαιό τουρκικό στρέμμα στην περιοχή αυτή ισοδυναμεί" με 1.600 τ.μ. περίπου. Με βάση το εν λόγω συμβόλαιο ο πατέρας του ενάγοντος εγκαταστάθηκε σε έκταση 6.500 τ.μ. όπως αυτή φαίνεται στο από 3-5-1972 σχεδιάγραμμα με Α.Κ.Π. 32, 32β, 32γ, 32ε, που συνοδεύει την υπ' αριθμ.
…81/1972 πράξη τακτοποιήσεως του πολεοδομικού γραφείου ….ς που κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη …. για την εφαρμογή στην περιοχή του σχεδίου πόλης ….. Το ακίνητο αυτό από την εποχή της τουρκοκρατίας αποτελούσε αγρό, που εξουσιαζόταν, από κατοίκους του χωριού …… με καλλιέργεια κυρίως κηπευτικών και δεν είχε περιέλθει, ολόκληρο ή κατά ένα μέρος στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, όπως δέχεται και το τελευταίο, ως ανταλλάξιμη αυτού περιουσία η ως διαδόχου του οθωμανικού κράτους.
Συνεπώς ήταν δεκτικό χρησικτησίας μετά την εισαγωγή στις Νέες χώρες της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας. Στο τοπογραφικό διάγραμμα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος του 1 933 (η οποία αποτύπωσε τα αγροτικά κτήματα "της ….. με τη βοήθεια οριοδεικτών κατοίκων.5 της περιοχής χωρίς να κάνει εφαρμογή των τίτλων των κτημάτων) το ανωτέρω ακίνητο δεν απεικονίζεται, η επιφάνειά του δε φαίνετακνα ανήκει εν μέρει στο υπ' αριθμ.
….80 ακίνητο, εν μέρει στο υπ' αριθμ. …..81 και κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο υπ' αριθμ. …90 ακίνητο. Από την προαναφερόμενη εγκατάστασή του στο αγροτεμάχιο αυτό, ο πατέρας του ενάγοντος, μέχρι τον επισυμβάντα το έτος -1979 θάνατο του, ασκούσε την φυσική εξουσία πάνω σ' αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως την 23-2-1946, έκτοτε δε και υπό την ισχύ του αστικού κώδικα διανοία κυρίου.
Συγκεκριμένα αρχικά καλλιεργούσε, αυτόν με κηπευτικά, φασόλια κουκιά και αγκινάρες, των οποίων ήταν υποδειγματικός καλλιεργητής, και τον είχε υπό την εποπτεία του και τη δυνατότητα να ασκεί την φυσική εξουσία κάθε στιγμή και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων επ' αυτού. Στη συνέχεια όταν το ακίνητο αυτό εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και ρυμοτομήθηκε για την διάνοιξη της οδού …… που μετονομάσθηκε σε οδό ….., προέβη σε όλες τις νόμιμες ενέργειες ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών, προς προάσπιση των εκ της κυριότητος επ' αυτού, δικαιωμάτων του χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν.
Ειδικότερα κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του με τη υπ' αριθμ. 1986/1976 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίσθηκε με τις 1536/1973 και 1422/1974 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου (στις οποίες, όπως το εναγόμενο, ήταν διάδικος), ως κύριος ρυμοτομουμένων οικοπεδικών τμημάτων του ως άνω ακινήτου, κειμένων επί της οδού ……., εμβαδού 305,50 τ.μ., 75 τ.μ., 29,50 τ.μ., 29,50 τ.μ., 235 τ.μ.[συνεχόμενο του επιδίκου] 114 τ.μ., 1522,50 τ.μ., 8,50 τ.μ.
και 70 τ.μ., που απαλλοτριώθηκαν με τις 3281/1972 και 3430/1973 πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του πολεοδομικού γραφείου …., που κυρώθηκαν με τις ….18/1972 και …5/1973 αποφάσεις του, Νομάρχη …. προς εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης …., και των οποίων φερόταν ως ιδιοκτήτης, στο κτηματολογικό διάγραμμα της ….81/1972 πράξης τακτοποίησης και στον επισυναπτόμενο πίνακα φερομένων ιδιοκτητών ως και στο κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα της συμπληρωματικής της άνω πράξης υπ' αριθμ.
…..0/1973 πράξης τακτοποίησης (ιδιοκτησία 32, 32β, 32γ, 32ε και 6, 6α, 6β) αντιστοίχως). Ακόμη στην απόφαση αυτή γίνεται μνεία ότι με βάση την 4345/1976 βεβαίωση της Εφορίας Δημοσίων κτημάτων επί των απαλλοτριωθέντων αυτών ακινήτων δεν διεκδικεί δικαιώματα το Δημόσιο. Περαιτέρω ως κύριος των εκτός απαλλοτριώσεως οικοπεδικών τμημάτων: 1) με το υπ" αριθμ.
…..81/4-1-1979 συμβόλαιο πώλησης ακινήτων του συμβολαιογράφου Γ. Σ., που συντάχθηκε μεταξύ του προϊσταμένου του Γραφείου της ΔΑΠ ….., Ε. Κ., ενεργούντος ως εκπροσώπου του Υπουργού Οικονομικών, εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, και του ενάγοντος ως πληρεξουσίου του ως άνω πατέρα του, από το οικόπεδο, με αριθμό Α.Κ…03 αρχικού εμβαδού 1650 τ.μ.
και μετά τη ρυμοτόμηση του 494 τ.μ., που ανήκε στην κυριότητα της- ΥΔΑΠ …., κειμένου επί της άνω οδού …., αντάλλαξε και αγόρασε οικοπεδικά τμήματα εμβαδού 55 και 7 τ. μ. τα οποία δυνάμει της ….6/21-1-1977 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωση οικοπέδων του Πολεοδομικού Γραφείου …., που κυρώθηκε με την ….23/1978 απόφαση του Νομάρχη …., προσκυρώθηκαν στην όμορη ιδιοκτησία του (Λ.
Λ.) και από την τελευταία εμβαδού 3.319 τ.μ., όπως διαμορφώθηκε μετά την ρυμοτόμηση της, κειμένης εν μέρει επί της οδού .. και εν μέρει επί των οδών …… και ανωνύμου, αντάλλαξε οικοπεδικό τμήμα εμβαδού 55 τ. μ-, το οποίο δυνάμει της ίδιας ως άνω πράξης που κυρώθηκε με την 2…..6/502/23-8-1978 απόφαση του Νομάρχη, προσκυρώθηκε στο άνω ακίνητο του εναγομένου. 2) με το …..98/9-5-1978 συμβόλαιο του Ν.
Σ. -που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε, στον Γ. Κ. ένα τμήμα -εμβαδού 48,50 τ.μ., από οικόπεδο εμβαδού 380.50 τ.μ. (επιδίκο) το οποίο περιελήφθη στο όμορο από τη βόρεια πλευρά οικόπεδο- του τελευταίου, το οποίο είχε αγοράσει από την Ε. Χ. με το υπ' αριθμ. …..1/1976 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου που μετεγράφει νόμιμα, προκειμένου αυτό να καταστεί άρτιο και οικοδομήσιμο.
Έτσι ο πατέρας του ενάγοντος, ασκούσε τη νομή επί του αρχικού αγρού, και επί των μετά την ρυμοτόμηση αυτού οικοπεδικών τμημάτων, συνεχώς με διάνοια1κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 έως το έτος 1979 χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε. Μεταξύ των τελευταίων (οικοπεδικών τμημάτων) περιλαμβάνεται και το επίδικο εμβαδού ήδη 345 τ.μ.
που συνορεύει ανατολικά με οικόπεδο κυριότητος της Διεύθυνσης Κοινωνικής Προνοίας, δυτικά με οδό …. επί της οποίας έχει πρόσοψη, βόρεια με το ως άνω ακίνητο Γ. Κ., και νότια με ακίνητο Α. Π.. Το οικοπεδικό αυτό τμήμα κατά την εφαρμογή τίτλων φορολογικού βιβλίου ΕΣΑΣ της τουρκικής οικονομικής εφορίας, που έγινε την 23-9-1 980 από τον τοπογράφομηχανικό Β.
Χ. βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα, του με αριθμού …80 αγροτεμαχίου της παραπάνω αποτύπωσης του έτους 1933 (βλ. αυτό με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα του άνω τοπογράφου, που είναι συνημμένο στην από 4-5- 2004 τεχνική έκθεση που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, το οποίο (…80 αγροτεμάχιο) εφαρμόζει στον αριθμό …50 του βιβλίου ΕΣΑΣ, και καλύπτει ο 232 μηνός Νοεμβρίου, τουρκικού έτους 1307 (1901) τίτλος με αρχικό ιδιοκτήτη τον Κ.
Κ. και, κατά την ως άνω αποτύπωση, τον κληρονόμο αυτού αδελφό του Σ. Κ.. Σημειώνεται εδώ ότι ο τελευταίος, με το υπ' αριθμ. 17970/1941 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Δ. που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού στο Δ. Κ. και ο τελευταίος το ποσοστό αυτό συγκυριότητός του εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, με το με αριθμό …8/1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γ.
Δ. που μετεγράφη νόμιμα, στον πατέρα του ενάγοντος Α. Λ.. Ακολούθως μετά το θάνατο του ως άνω Σ. Κ. το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητος από 50% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού περιήλθε στην κληρονόμο, κόρη• του ως άνω Α. Π., ενόψει του ότι αυτή με την ….19/1955 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γ.
Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα αυτή κληρονομιά. Τέλος, με την 1020/1955 πράξη διανομής αγρού του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα οι ως άνω συγκύριοι διένειμαν το ακίνητο αυτό και ο πατέρας του ενάγοντος έλαβε διαιρετό τμήμα 1033,25 τ.μ. και η Α. Π. δύο διαιρετά τμήματα εμβαδού α) 773,90 και β) 261 τ.μ.
αντιστοίχως και συνολικά 1034,90 τ.μ., ενώ η υπόλοιπη έκταση του εν λόγω αγρού, στην οποία περιελαμβάνετο και το επίδικο και το επίδικο δεν διανεμήθηκε, προφανώς, γιατί την νομή και κατοχή επ' αυτού ασκούσε διανοία κυρίου, κατά τα προαναφερόμενα, ο πατέρας του ενάγοντος. Τούτο προκύπτει και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα υπ' αριθμ.
….84/4-10-1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Κ. που μετεγράφη νόμιμα, με το οποίο η άνω Α. Π. μεταβίβασε, την κυριότητα της επί του ως άνω υπό στοιχείο (β) διαιρετού τμήματος του 1880 ακινήτου εμβαδού 261 τ.μ., το οποίο προς βορρά συνόρευε με το επίδικο, λόγω δωρεάς στις θυγατέρες της Δ. και Α., στο οποίο ρητά πλέον αναφέρεται, ότι το εν λόγω οικόπεδο συνορεύει βόρεια με οικόπεδο του πατέρα του ενάγοντα Α.
Λ. (επίδικο). Το• τελευταίο ο ενάγων με. το από 22-2-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε στη Γ. Σ. για χρονικό διάστημα τριών ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 6.000 δραχμών αναπροσαρμοζομένου μετά την πρώτη διετία στο ποσό των 8.000 δρχ, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εκθετήριο κατεργασμένων μαρμάρων. Η μισθώτρια, σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης αυτής περιέφραξε το επίδικο και κατασκεύασε εντός αυτού κτίσμα εμβαδού 12 τ.μ.
περίπου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως γραφείο της άνω επιχείρησής της. Τον Δεκέμβριο 1979 έτους απεβίωσε στη ο Λ. Λ., χωρίς να αφήσει διαθήκη,η κληρονομιά δε αυτού στην οποία περιλαμβάνεται και η νομή επί του ανωτέρω ακινήτου περιήλθε στον ενάγοντα γιό του, ως μοναδικό αυτού εξ αδιαθέτου κληρονόμο, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ως άνω σχετική μείζονα σκέψη.
Έκτοτε ο ενάγων ενέμετο αυτό, χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν, ασκώντας αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις φυσικής εξουσίασης μέχρι την 17-12-1992. Ειδικότερα εισέπρατε τα μισθώματα της προαναφερομένης μίσθωσης μέχρι το έτος 1988, οπότε και έληξε αυτή και το επίδικο έμεινε απερίφρακτο και ακάλυπτο, αφού η άνω εκμισθώτρια κατά την αποχώρησή της, σύμφωνα με τους όρους της μίσθωσης, αποξήλωσε και παρέλαβε τα υλικά της περίφραξης και του οικίσκου.
Στη συνέχεια επέτρεπε τους περιοίκους, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας του, να σταθμεύουν σ' αυτό τα οχήματά των χωρίς αντάλλαγμα. Ακόμη κατέβαλε στην αρμόδια οικονομική εφορία ….τον φόρο ακίνητης περιουσίας που επεβλήθη, μεταξύ άλλων και για το οικόπεδο αυτό, κατόπιν της υπ' αριθμ. 1852/89 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου …., με τις …./31-10-1990, …/31-10-1983 και …/15-2-1990 πράξεις επιβολής φόρου ακίνητης περιουσίας του Ν.1 1/1975.
Για την ύπαρξη νομής δε στο επίδικο, του οποίου σημειωτέον η κύρια κατά προορισμό χρήση ήταν η ανέγερση σ' αυτό οικοδομής, δεν ήταν αναγκαίο να βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή μαζί του, ούτε σε συνεχή εγρήγορση, έχοντας τη διάνοια κυρίου ή τη θέληση εξουσίασης συνεχώς στραμμένη προς αυτό, αρκούσε όμως ότι η φυσική εξουσία του στο επίδικο μπορούσε να εκδηλωθεί κάθε στιγμή.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου κατά πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών (πλέον των 45 ετών από την 23-2-1946 και πλέον των 64 ετών από την 4-8-1927), προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας του και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου πατέρα του, σύμφωνα και με.
τα αναφερόμενα στη σχετική μείζονα σκέψη. Αλλά και μετά την 17-12- 1 992 και έως την 17-12-2002 τουλάχιστον, ο ενάγων συνέχιζε να ασκεί επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου, ήτοι συνέχιζε να επιτρέπει την ως άνω στάθμευση των οχημάτων των περιοίκων σ' αυτό, το επισκεπτόταν και υπέβαλε γι' αυτό τις σχετικές δηλώσεις για επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) και γενικά είχε την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή.
Παρά ταύτα το εναγόμενο, ύστερα από ειδική εντολή του Υπουργού Οικονομικών, κατέλαβε το επίδικο ως εγκαταλελειμμένο. Η κατάληψη του έγινε στις 17- 12-1992 από τον προϊστάμενο της κτηματικής Υπηρεσίας …. και συντάχθηκε το από 17-12-1992 πρωτόκολλο και καταγράφηκε στο βιβλίο καταγραφής Δημοσίων κτημάτων με αριθμό Β.Β…..60.
Της καταλήψεως αυτής προηγήθηκε έρευνα δικαιωμάτων επ' αυτού του Δημοσίου και εκδόθηκε η σχετική από 1 3-1 0-1992 έκθεση, η οποία συντάχθηκε από την υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ε. Κ.. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το εξεταζόμενο ακίνητο εμβαδού 345 τ.μ. αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου ιδιοκτησίας Σ. ή Κ.
Σ. στο οποίο αντιστοιχεί η φορολογική εγγραφή ….49 των βιβλίων ΕΣΑΣ του έτους 1907 του χωριού … (πρώην …) …, και εφαρμόζει, κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο με αριθμό …81 ακίνητο της άνω αποτύπωσης της Ε.Τ.Ε 1933 έτους, και κατά το υπόλοιπο στο ….80 ακίνητο, και ο Κ. Σ. ., ποτέ δεν .διαχειρίσθηκε το ακίνητο του. Της καταλήψεως αυτής δεν έλαβε γνώση .ο ενάγων, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη 2003 έτους, αυτός δε καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας μετά την κατάληψη, ήτοι από 17-12- 1992 έως 18-12-2002 εξακολουθούσε, κατά τα προαναφερθέντα, να ασκεί επ' αυτού τη φυσική εξουσίαση με εμφανείς, και στα αρμόδια όργανα του εναγομένου, πράξεις, που αρμόζουν στη φύση του διάνοια κυρίου.
Έτσι η έκδοση του ως άνω πρωτοκόλλου δεν ήταν νόμιμη και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριος του επιδίκου μετά πάροδο 10ετίας από της άνω καταλήψεώς του, αφού αυτό δεν είχε την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντος που την απέκτησε πρωτότυπα υπό την ισχύ του αστικού κώδικα, ο οποίος και το ενέμετο διανοία κυρίου κατά τη διάρκεια της εν λόγω δεκαετίας, και όχι στην κυριότητα του Κ.
Σ. . Κατ' ακολουθία αυτών εσφαλμένα καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογίου της περιοχής ... κατά την πρώτη εγγραφή ως κύριος του οικοπέδου αυτού με ΚΑΕΚ 19...10/0/0 το εναγόμενο Ελληνικό δημόσιο αντί του αληθινού κυρίου αυτού ενάγοντος>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 27.295/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι στις 17-12-1992 που εκδόθηκε το επίμαχο πρωτόκολλο, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσής του, γιατί, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσίβλητος, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, είχε ήδη καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ο μεν δικαιοπάροχός του το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από 23-2-1946 μέχρι τον κατά το έτος 1979 θάνατό του , ο ίδιος δε από τότε έως τις 17-12-2002, ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίου, τις υλικές και εμφανείς πράξεις, που αναφέρονται και προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του .
Με τις πράξεις δε αυτές, που είχαν το στοιχείο της μονιμότητας και ήταν διαρκείς, φανερωνόταν η βούληση του αναιρεσιβλήτου και του δικαιοπαρόχου του να εξουσιάζουν το επίδικο ακίνητο και να το έχουν για δικό τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔικ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔικ 561 παρ. 1).
Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ, όπως ισχύει, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώληση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι'αυτά [ΑΠ 1661/2012].
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του ως άνω άρθρου ότι απέρριψε την ένσταση ίδιας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο χωρίς να διατάξει απόδειξη και ειδικότερα <<για το θέμα αν το επίδικο ακίνητο που κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο συμβόλαιο [….40/1927 του συμβολαιογράφου I.
Π.] ακίνητο>>. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, λοιπά έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί της έλλειψης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο και απέρριψε την συναφή ένστασή του.
Επομένως στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν κατέληξε το Εφετείο χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος ως προς την παράλειψη να διατάξει αποδείξεις και δη πραγματογνωμοσύνη, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 368, 388 και 270 παρ. 7 ΚΠολΔικ, η διενέργεια ή μη πραγματογνωμοσύνης στη δίκη για κάποιο ζήτημα, που απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενόψει και του ότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του ζητήματος, για τη διαπίστωση της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου.
4. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.5.2013 αίτηση για αναίρεση της 466/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ