Legislator Case Law & Legislation
47/2016 AI generated

47/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 47/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 47 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

47/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 47 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
dismissal for economic reasons cessation of business loss of legal basis corporate fraud trade secret violation dismissal of damages action
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 47 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 47/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπατσώρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας που εδρεύει στη Γαλλία με την επωνυμία "..." και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ. Μ., κατοίκου ..., από τους οποίους η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, ενώ ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθμ. 2680/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8-12-1999 προσεπίκληση-παρεμπίτπουσα αγωγή που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βεροίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2001 μη οριστική, 144/2007 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 2841/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις με αριθμό ...3-7-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Γ. Γ., ακριβή αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 30-5-2014 κλήσης για παράσταση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο, η οποία σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Άρα η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδαφ. 4 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση, η οποία δεν περιέχει κάποιο λόγο, και αν αυτή στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσίβλητων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους, έναντι των οποίων δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης, αρμόζων στο πρόσωπό τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 2841/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 18-9-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 144/2007 απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που στρεφόταν κατά των δύο αναιρεσιβλήτων. Οι λόγοι όμως αναιρέσεως, που περιέχονται στο αναιρετήριο, δεν πλήττουν την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου, αλλά την προσβάλλουν μόνο κατά το μέρος, που απέρριψε την πιο πάνω έφεσή του, στρεφόμενη κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επομένως, εφόσον δεν περιέχεται λόγος αναίρεσης, που να αρμόζει στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Χ. Μ. για την απόρριψη της πιο πάνω έφεσης του αναιρεσείοντος κατ" αυτού, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η απευθυνόμενη κατ’ αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "...Ο ενάγων της κύριας αγωγής Ι. Γ. (ήδη αναιρεσείων) ο οποίος διατηρεί κτηνοτροφική μονάδα στο ... ήλθε σε επαφή με τον δεύτερο εναγόμενο της κυρίας αγωγής, Χ. Μ. (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), ο οποίος ασχολείται με την εισαγωγή και διάθεση στην Ελλάδα αρμεκτικών μηχανημάτων και την εγκατάσταση αυτών σε κτηνοτροφικές μονάδες, προκειμένου να αγοράσει αγελάδες από το εξωτερικό, καθ’ όσον αυτός (2ος εναγόμενος) έχοντας εμπειρία, ως μεσίτης της εδρεύουσας στην Ολλανδία εταιρίας με την επωνυμία "...", γνώριζε τη διαδικασία εισαγωγής των ζώων από το εξωτερικό. Έτσι το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 1999 ο ενάγων, με τη μεσολάβηση του Χ. Μ. διαπραγματεύτηκε με την προαναφερθείσα εταιρία, που ασχολείται με την εκτροφή και εμπορία ζώντων ζώων διεθνώς, την αγορά εβδομήντα (70) εγκύων αγελάδων, ράτσας Χολτσάιν Φρέζιαν (Holstein Fresian). Ο προαναφερθείς μεσίτης της ως άνω Ολλανδικής εταιρίας συμμετείχε στις σχετικές διαπραγματεύσεις για την πώληση των αγελάδων στον ενάγοντα και τελικά καταρτίσθηκε άτυπα μεταξύ της ως άνω Ολλανδικής εταιρίας και του ενάγοντα η σύμβαση αγοραπωλησίας των αγελάδων, τις οποίες θα επέλεγε ο ίδιος. Λόγω όμως εποχιακής έλλειψης στο εκτροφείο αυτής εγκύων αγελάδων της αυτής ράτσας, η πωλήτρια Ολλανδική εταιρία με τη μεσολάβηση του δευτέρου εναγομένου συμφώνησε με τον ενάγοντα αγοραστή να μεταβεί ο ίδιος, συνοδευόμενος από τον παραπάνω συνεργάτη της στις εγκαταστάσεις της εναγομένης γαλλικής εταιρίας "..." (στο εξής "..." (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), στην πόλη Anglet Γαλλίας, με την οποία η ως άνω ολλανδική εταιρία είχε συνεργασία και προμηθευόταν απ’ αυτήν ζώα και να επιλέξει ο ίδιος τις εβδομήντα (70) αγελάδες που ήθελε να αγοράσει. Με την προαναφερθείσα γαλλική εταιρία (1η εναγομένη) είχε προσυνεννοηθεί η πωλήτρια Ολλανδική εταιρία, για τα παραπάνω, ενώ στον ενάγοντα αγοραστή τονίστηκε, ότι η εναγομένη γαλλική εταιρία "..." δεν θα ενεργούσε ως πωλήτρια των αγελάδων στον ενάγοντα, αλλά πωλήτρια των ζώων προς αυτόν θα παρέμεινε η ολλανδική εταιρία, η εμπλοκή δε της ως άνω γαλλικής εταιρίας (εναγομένης) θα γίνονταν στα πλαίσια της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των προαναφερθεισών εταιριών στον τομέα της εμπορίας ζώντων ζώων. Για το λόγο αυτό ο ενάγων, ως πελάτης της Ολλανδικής εταιρίας "...", μετέβη στις εγκαταστάσεις της εναγομένης εταιρίας "..." στη Γαλλία, το τρίτο δεκαήμερο του 1999 και επέλεξε επί τόπου μία - μία τις αγελάδες που ήθελε να αγοράσει, λαμβάνοντας απ’ αυτή έγγραφη κατάσταση με τα στοιχεία γενεολογίας κάθε ζώου... την οποία κατάσταση υπέγραψε ο ενάγων στις 22-1-1999. Μεταξύ της εναγομένης γαλλικής εταιρίας "..." και του ενάγοντα δεν έγινε καμία συζήτηση για το τίμημα, ούτε σχετική συμφωνία, αφού ο μεν ενάγων εγνώριζε, ότι πραγματική πωλήτρια των ζώων προς αυτόν ήταν η προαναφερθείσα Ολλανδική εταιρία "..." η δε εναγομένη Γαλλική εταιρία "..." στα πλαίσια της συνεργασίας της με αυτήν (...) θα ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός της και θα τον εξυπηρετούσε ως πελάτη της Ολλανδικής εταιρίας και σε καμία περίπτωση δεν θα υπεισέρχονταν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πιο πάνω πωλήτριας εταιρίας. Μετά την επιλογή των 70 αγελάδων από τον ενάγοντα στις εγκαταστάσεις της γαλλικής εταιρίας, συμφωνήθηκε το τίμημα της πώλησης, μεταξύ της πωλήτριας εταιρίας "..." και του ενάγοντα, ορίστηκε στο ποσό των 13.250 γαλλικών Φράγκων για κάθε μία αγελάδα, ενώ το συνολικό τίμημα στο ποσό των 927.500 .γαλ. φράγκων... Στο μεταξύ την 1-2-1999 η παραγωγός εταιρία "..." (εναγόμενη) εξέδωσε το υπ’ αριθμ. .../1-2-1999 τιμολόγιο, δυνάμει του οποίου αυτή πώλησε στην πιο πάνω Ολλανδική εταιρία (...) τις προαναφερθείσες 70 αγελάδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδωσε και όλα τα αναγκαία έγγραφα και τα νόμιμα πιστοποιητικά υγειονομικού ελέγχου για τη μεταφορά των αγελάδων από τις εγκαταστάσεις της (εκτροφεία) στην Ελλάδα, επειδή για τη μεταφορά αυτών έπρεπε να συνοδεύονται από τα υγειονομικά πιστοποιητικά της εταιρίας παραγωγής. Στο προαναφερθέν τιμολόγιο πώλησης αναφέρεται ως συνολικό τίμημα 595.000 γαλ. φράγκα (70 αγελάδες Χ 8.500 γαλ.φρ.), μετά δε την αφαίρεση της προκαταβολής ποσού 118.650 γαλ. Φρ., αναφέρεται ως υπόλοιπο τίμημα το ποσό των 476.350 γαλ. Φράγκων, το οποίο ήδη έχει εξοφληθεί το έτος 1999 και ουδεμία αξίωση έχει η εναγομένη κατά της ως άνω ολλανδικής εταιρίας... Στη συνέχεια, την ίδια ημερομηνία (1-2-1999) η ολλανδική εταιρία "..." την μεταπώληση των παραπάνω αγελάδων στον ενάγοντα εξέδωσε τα υπ’ αριθμ. .../1-2-19993 τιμολόγια πώλησης ποσού 463.750 γαλ. φράγκων έκαστο, (συνολικό τίμημα 927.500 γαλ. Φράγκα), δηλαδή το τίμημα που αναφέρεται στα προαναφερθέντα τιμολόγια, που αφορούν την μεταπώληση των 70 αγελάδων από την πιο πάνω ολλανδική εταιρία στον ενάγοντα (927.500 γαλ. φράγκα), είναι ανώτερο του τιμήματος πώλησης από την εναγομένη εταιρία "..." προς την προαναφερθείσα Ολλανδική εταιρία, γεγονός που δείχνει ότι η τελευταία (...) πέτυχε το νόμιμο κέρδος από την μεταπώληση στον εναγόμενο των 70 αγελάδων που είχε αγοράσει προηγουμένως από τη γαλλική εταιρία ..., πλην όμως στο προαναφερθέν τίμημα συνυπολόγησε και τα ποσά για την ασφάλιση απ’ αυτήν των αγελάδων κατά τη μεταφορά, τα έξοδα μεταφοράς αυτών από τη Γαλλία στο ... (κόμιστρα και λοιπά έξοδα μεταφοράς μέχρι την παράδοση τους στην Ελλάδα). Από τα παραπάνω αποδεικνύονται ότι στην προκειμένη περίπτωση πραγματοποιήθηκαν δύο διαφορετικές πωλήσεις, στην πρώτη των οποίων η πρώτη εναγομένη εταιρία ..., πώλησε στην ολλανδική εταιρία "..." τις 70 αγελάδες που επέλεξε ο ενάγων και στη δεύτερη η ολλανδική εταιρία ... πώλησε στον ενάγοντα τις ως άνω 70 αγελάδες, τις οποίες έπρεπε να παραδώσει, στις εγκαταστάσεις του ενάγοντα, στο .... Το τίμημα της πώλησης των αγελάδων από την ... στον ενάγοντα πιστώθηκε, και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις με τη μεσολάβηση του δευτέρου εναγομένου, πλην όμως επειδή ο ενάγων δεν κατέβαλε κανένα ποσό του τιμήματος, μολονότι οι αγελάδες παραδόθηκαν στον ενάγοντα, και αυτός τις παρέλαβε ανεπιφύλακτα, η πωλήτρια εταιρία ... άσκησε εναντίον αυτού αγωγή για καταβολή σ’ αυτή του τιμήματος πώλησης, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η 57/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην πωλήτρια ολλανδική εταιρία το ποσό των 141.396,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 16-1-2004. Κατά της παραπάνω απόφασης ο εναγόμενος (νυν ενάγων) άσκησε έφεση, η οποία συζητήθηκε στις 18-9-2009 και επ’ αυτής εκδόθηκε η 2829/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, γνωστή στα μέλη του Δικαστηρίου που συγκρότησαν την σύνθεσή του και η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, όμως η απόφαση αυτή δεν κατέστη αμετάκλητη. Στην παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου αυτού αναφέρονται αναλυτικά τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισε η ενάγουσα ολλανδική εταιρία στη δίκη εκείνη... με βάση τα οποία κρίθηκε ότι πωλήτρια των εβδομήντα (70) αγελάδων, που επέλεξε ο ενάγων είναι η ολλανδική εταιρία "..." και όχι η γαλλική εταιρία "...", όπως ισχυρίζετο αβάσιμα ο ενάγων Ι. Γ.. To τίμημα της πώλησης αυτής πιστώθηκε και θα καταβάλλονταν σε δόσεις, από τον αγοραστή... στην προαναφερθείσα ολλανδική εταιρία... Για την ολοκλήρωση της μεταφοράς, η εναγομένη γαλλική εταιρία "...", ενεργώντας για λογαριασμό της πωλήτριας Ολλανδικής εταιρίας ως αντιπρόσωπος αυτής, μεταξύ των λοιπών εγγράφων και πιστοποιητικών για τις ως άνω αγελάδες που είχε εκδώσει, εξέδωσε και δύο τιμολόγια πώλησης των παραπάνω αγελάδων από αυτήν στον ενάγοντα, (με αριθμ. .../1-2-1999) που συνόδευαν τα ζώα κατά τη μεταφορά, και στη συνέχεια ακυρώθηκαν από την ίδια με την έκδοση του πραγματικού τιμολογίου πώλησης των αγελάδων προς την "..." με αριθμό .../1-2-1999, ενώ συνέταξε ως εκδότης, στις 1-2-1999, πέντε(5) έντυπα συναλλαγματικών, ποσού 199.062,50 γαλ. φράγκων εκάστη, τις οποίες θα αποδέχονταν ο αγοραστής - ενάγων μετά την παράδοση των αγελάδων σ’ αυτόν... Η εναγομένη γαλλική εταιρία "...", φρόντισε για τη μεταφορά των αγελάδων από τις εγκαταστάσεις της (εκτροφεία) στην Ελλάδα... απέστειλε και όλα τα απαραίτητα έγγραφα και πιστοποιητικά που ήταν απαραίτητα για τον εκτελωνισμό τους, μαζί με τις προαναφερθείσες πέντε (5) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 927.000 γαλ. φράγκων, προκειμένου να τις αποδεχθεί ο ενάγων αγοραστής. Στις συναλλαγματικές αυτές ποσού 199.062,50 γαλ. φράγκων εκάστη, αναγράφηκαν ως ημερομηνίες λήξης 1-5-1999, 1-9-1999, 1-3-2000, 1-9-2000 και 1-3-2001. Τις συναλλαγματικές αυτές, μετά την αποδοχή τους από τον ενάγοντα θα τις μεταβίβαζε η εναγομένη εταιρία "..." με οπισθογράφηση στην πωλήτρια εταιρία "..." που ήταν δικαιούχος του τιμήματος πώλησης. Μαζί με τα πιστοποιητικά υγείας και τα λοιπά έγγραφα που εξέδωσε η εναγόμενη, συμπληρώθηκαν και οι... φορτωτικές (...) στις οποίες ως φορτωτής αναφέρεται η εναγομένη εταιρία "..."... Οι αγελάδες παραδόθηκαν από το μεταφορέα που προαναφέρθηκε στο ... στις 6-2-1999, συνοδευόμενες από τα σχετικά πιστοποιητικά και έγγραφα, ο δεν ενάγων τις παρέλαβε χωρίς να διατυπώσει αντίρρηση ή παρατήρηση επί των φορτωτικών εγγράφων (...). Επειδή όμως, μετά την πάροδο μικρού χρόνου, από την παράδοση των αγελάδων, διαγνώσθηκε έντονη πνευμονία στα περισσότερα ζώα που παρέλαβε ο ενάγων, λόγω του κρούσματος Pasteurella Haemolytica kai Pasteytella Maltosida, ενώ παρατηρήθηκε σε αριθμό ζώων δυσκολία στους τοκετούς, λόγω μεγάλου μεγέθους των κυοφορούμενων, εξ αιτίας των οποίων απεβίωσαν αρκετά ζώα (29) μέχρι το τέλος Μαρτίου 1999, ο ενάγων αγοραστής ουδέν ποσό κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρία για την εξόφληση του τιμήματος, επικαλούμενος έλλειψη συμφωνηθεισών ιδιοτήτων των αγελάδων και ελαττώματα αυτών... Όμως το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη συνέταξε όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα και πιστοποιητικά, τις οδηγίες μεταφοράς και το πρόγραμμα δρομολογίου, δεν μεταβάλει τη θέση της από παραγωγό -εκτροφέα - φορτωτή των αγελάδων σε πωλήτρια εταιρία αυτών, αφού αποτελεί τη συνήθη στις διεθνείς πωλήσεις ζώων πρακτική, να εκδίδονται και να υπογράφονται όλα τα παραπάνω έγγραφα από την παραγωγό - εκτροφέα εταιρία, η οποία παραδίνει προς μεταφορά τα ζώα, να υποβάλλονται όλα τα έγγραφα στην κτηνιατρική υπηρεσία πριν τη μεταφορά, προς ,έγκριση και χορήγηση πιστοποιητικών υγείας. Με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται, ότι πωλήτρια των 70 αγελάδων στον ενάγοντα είναι η Ολλανδική εταιρία "..." και όχι η εναγομένη εταιρία "...", ο ενάγων δε αγοραστής γνώριζε ότι η προαναφερθείσα γαλλική εταιρία στην ένδικη πώληση, ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρίας "..." παρέχοντας όλες τις οδηγίες για τη μεταφορά των αγελάδων από την Γαλλία στην Ελλάδα και εκδίδοντας όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την παραλαβή, διακίνηση, μεταφορά και παράδοση των ζώων για λογαριασμό της "..." που ήταν η πωλήτρια, χωρίς όμως η ίδια να υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πωλήτριας εταιρίας προς τον ενάγοντα. Λόγω του γεγονότος των δύο διαφορετικών πωλήσεων που προαναφέρθηκαν, η εναγομένη εταιρία "...", δεν συμβλήθηκε με κανέναν τρόπο στην κρινόμενη πώληση των αγελάδων στον ενάγοντα, ενήργησε δε σ’ αυτήν λόγω της ιδιομορφίας της πώλησης και των δύο διαφορετικών συμβάσεων πώλησης, ως άμεσος αντιπρόσωπος για λογαριασμό της προαναφερθείσας εταιρίας... Επομένως, εφ’ όσον δεν αποδείχθηκε ότι πώληση των αναφερομένων στην αγωγή αγελάδων στον ενάγοντα έγινε από την πρώτη εναγομένη εταιρία "...", δεν νομιμοποιείται παθητικά αυτή στην κρινομένη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητεί λόγω των επικαλουμένων ελαττωμάτων την καταβολή αποζημίωσης με βάση τα άρθρα 543 και 544 ΑΚ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταψηφίσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς καταβολή αποζημιώσεως εκ της συμβάσεως πωλήσεως Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και καθόλου αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν απολύτως εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των περί πωλήσεως ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, την έλλειψη συνδρομής των οποίων, αφού διαπίστωσε, αναφορικά με την πρώτη αναιρεσίβλητη, ορθά δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα, από το σύνολο των προαναφερθεισών παραδοχών και όχι μόνον εκείνων που αποσπασματικά και κατ’ επιλογήν επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν νομιμοποιείται παθητικά στην κρινόμενη αγωγή, διότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως των μοσχίδων, δεν καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος, αλλά μεταξύ του τελευταίου και της ολλανδικής εταιρείας "...". Με σαφήνεια δέχεται επίσης το Εφετείο, ότι η έλλειψη εγκύων μοσχίδων, της αυτής με τη συμφωνηθείσα ράτσας, στο εκτροφείο της πωλήτριας ολλανδικής εταιρείας, κατέστησε αναγκαία την διαμεσολάβηση της αναιρεσίβλητης γαλλικής εταιρείας, η οποία, ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπος της πωλήτριας, στα πλαίσια της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας, στον τομέα των ζώντων ζώων, διέθεσε τις επίδικες μοσχίδες από το δικό της εκτροφείο, στο οποίο και μετέβη αυτοπροσώπως ο αναιρεσείων και επέλεξε ο ίδιος επί τόπου μια προς μια τις επίδικες μοσχίδες, εν γνώσει και με τη συναίνεση αυτού, ότι πραγματική πωλήτρια των ζώων ήταν η ολλανδική εταιρεία και όχι η αναιρεσίβλητη γαλλική εταιρεία, προς την οποία, άλλωστε, κατά τις παραδοχές του εφετείου, δεν κατέβαλε τίμημα και η οποία παρείχε όλες τις οδηγίες για την μεταφορά των αγελάδων από την Γαλλία στην Ελλάδα, εκδίδοντας και όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την παραλαβή, διακίνηση, μεταφορά και παράδοση για λογαριασμό της πωλήτριας ολλανδικής εταιρείας. Ως εκ τούτου, καμία αντίφαση δεν δημιουργεί η παραδοχή της προσβαλλόμενης περί καταρτίσεως δύο διαφορετικών συμβάσεων πωλήσεων μοσχίδων, με βάση τη συνήθη στις διεθνείς πωλήσεις ζώων πρακτική, της πρώτης, μεταξύ της αναιρεσίβλητης γαλλικής εταιρείας και της πωλήτριας ολλανδικής εταιρείας, (διότι η τελευταία δεν διέθετε στο εκτροφείο της έγκυες μοσχίδες της συμφωνηθείσας με τον αναιρεσείοντα ράτσας) και της δεύτερης (και επίδικης) μεταξύ της τελευταίας και του αναιρεσείοντος των μοσχίδων αυτών. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι δεν προτάθηκαν ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των διαδίκων ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν από την αναιρεσίβλητη: α) ότι αυτή ενήργησε ως άμεση αντιπρόσωπος της ολλανδικής εταιρείας, β) ότι τα τιμολόγια που εξέδωσε για την επίμαχη πώληση θα ακυρώνονταν στη συνέχεια και 3) ότι η αναιρεσίβλητη εξέδωκε για την επίδικη πώληση πέντε συναλλαγματικές, οι οποίες μετά την αποδοχή τους από τον αναιρεσείοντα, θα ακυρώνονταν. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγματα" με την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά η μεν πρώτη, συμπέρασμα του εφετείου, στο οποίο κατέληξε κατά την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, οι δε λοιπές, επιχειρήματα του εφετείου, συναχθέντα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

O αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι βάσιμος. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προκείμενος λόγος, αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, εκτός των άλλων, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τα από 6-4-1999 και 17-4-1999 fax που απέστειλε προς τους αναιρεσιβλήτους και με τα οποία "προσπάθησε να ενισχύσει τον ισχυρισμό του", ότι πωλήτρια των επίδικων μοσχίδων ήταν η αναιρεσίβλητη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης "και από όλα τα έγγραφα, νόμιμα μεταφρασμένα και επικυρωμένα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται...", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, η έλλειψη δε ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης αυτών, δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους. Εξάλλου, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, είναι ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του περί έκδοσης και ακύρωσης των τιμολογίων της αναιρεσίβλητης και έκδοσης και μεταβίβασης προς την ολλανδική εταιρεία των συναλλαγματικών "έλαβε υπόψη αφενός μεν ανύπαρκτες αποδείξεις και αφετέρου αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν...", εφόσον δεν προσδιορίζονται οι επικαλούμενες αποδείξεις. Μετά απ’ αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (ο δεύτερος αναιρεσίβλητος λόγω της απουσίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα) σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Απριλίου 2010 αίτηση του Ι. Γ. του Α., για αναίρεση της 2841/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ