47/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated47/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Full text
Απόφαση 47 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 47/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Α. Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσίβλητου : Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ο.Γ.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικαστικό αντιπρόσωπο Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2728/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7025/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 25 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 18 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση τέμνει τη διαφορά όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ 1889/1999).
Εξάλλου από τα άρθρα 914,297,340,345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για την ανόρθωση ζημίας από αδικοπραξία, υπόκειται χρηματική οφειλή και οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εφόσον ο οφειλέτης δεν κατέστη υπερήμερος από προηγούμενο χρόνο, συνεπεία οχλήσεως από τον δικαιούχο της απαίτησης.
Τέλος, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998). Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής:
Με τη 2308/1998 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος ΟΓΑ υποχρεούται να καταβάλει στην ήδη αναιρεσείουσα 5.782.355 δραχμές που της οφείλει ως "αδικοπρακτική αποζημίωση" κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ για διαφορές αποδοχών του από 4-7-1994 έως 31-10-1997 χρονικού διαστήματος λόγω της παράνομης και υπαίτιας παραλείψεως των οργάνων του ΟΓΑ να την προαγάγουν από τον βαθμό Α1 στον βαθμό του Γενικού Διευθυντή και απορρίφθηκε το αίτημά της για αναγνώριση της οφειλής του άνω ποσού νομιμοτόκως, με την αιτιολογία ότι δεν οφείλονται τόκοι επί αναγνωριστικής αγωγής.
Ακολούθως η αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-12-2001 ένδικη καταψηφιστική αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 6.721.621 δραχμών, στο οποίο ανέρχονται οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας επί του άνω ποσού των 5.782.355 δραχμών από τη δήλη ημέρα, που κάθε μηνιαίο ποσό αποδοχών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, σύμφωνα με το άρθρο 655 εδ.
α'του ΑΚ μέχρι και τις 30-11-2001. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι το αίτημα της προηγούμενης αναγνωριστικής αγωγής για επιδίκαση (αναγνώριση) τόκων επί κεφαλαίου μισθολογικών διαφορών, ως αδικοπρακτικής αποζημιώσεως, ενείχε αίτημα δικαστικής διαγνώσεως της εκ τόκων αξιώσεως της αναιρεσείουσας από κάθε νόμιμη τοκογόνο αιτία, δηλαδή τόσο από δήλη ημέρα, όσο και από την επίδοση της αγωγής και συνεπώς, αφού κρίθηκε αμετάκλητα με την ανωτέρω 2308/1998 απόφαση ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει αξίωση για τόκους από οποιαδήποτε νόμιμη τοκογόνο αιτία, δημιουργήθηκε δεδικασμένο και ως προς το κεφάλαιο των τόκων και έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου.
Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της επικυρωθείσας από αυτή αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μπορεί να συναχθεί ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε με την προγενέστερη από 25-11-19997 αγωγή της να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος ΟΓΑ της οφείλει το αναφερόμενο ποσό με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (νομιμοτόκως) και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με τη 2308/1998 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από την απόφαση αυτή, άρα, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τη μη οφειλή τόκων επί του ίδιου ποσού από άλλη αιτία και μάλιστα από την τυχόν προβλεπόμενη από τον νόμο καταβολή του ποσού αυτού σε δήλη ημέρα και συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε το αντίθετο υπέπεσε, καταρχήν, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ.
Παρά ταύτα, αν ληφθεί υπόψη ότι με την ένδικη αγωγή ζητούνται οι τόκοι επί του ποσού των 5.782.355 δραχμών που αναγνωρίστηκε αμετακλήτως ότι οφείλεται στην ήδη αναιρεσείουσα ως "αδικοπρακτική αποζημίωση" κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ για διαφορές αποδοχών που θα λάμβανε, αν τα αρμόδια όργανα δεν παρέλειπαν παράνομα και υπαίτια να την προαγάγουν στον επόμενο βαθμό, γίνεται φανερό ότι δεν ζητούνται τόκοι επί των διαφορών αποδοχών της αναιρεσείουσας, ώστε να τεθεί θέμα οφειλής αυτών από την οριζόμενη στον νόμο δήλη ημέρα καταβολής των αποδοχών (άρθρο 655 εδ.
α' του ΑΚ), αλλά τόκοι επί της αποζημιώσεως που δικαιούται γιατί στερήθηκε τις άνω διαφορές των αποδοχών. Οι τόκοι αυτοί οφείλονται, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, είτε από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής (άρθρο 346 ΑΚ), είτε από την όχληση, που προηγήθηκε της ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 340 ΑΚ). Η ένδικη αγωγή, άρα, με την οποία ζήτησε η αναιρεσείουσα τόκους υπερημερίας επί της παραπάνω αποζημιώσεως από τη δήλη ημέρα, που προβλέπεται στον νόμο για την καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων, χωρίς να υπάρχει προγενέστερη της αγωγής όχληση, δεν ήταν νόμιμη και συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένα την απέρριψε λόγω δεδικασμένου, αντί να την απορρίψει ως μη νόμιμη.
Παρά την εσφαλμένη όμως αιτιολογία του, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2004 αίτηση για αναίρεση της 7025/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ