Legislator Case Law & Legislation
479/2026 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against excessive combined prison sentence calculation under Art. 94 Criminal Code.

Case Number 479/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment convicting him for late social security payments. The lower court incorrectly calculated the combined prison sentence by adding four months to an eight-month base term, exceeding half of the secondary sentence. Consequently, the Court annulled only the sentencing portion while remanding the case for a new calculation by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 94 para. 1 Criminal Code; Art. 510 para. 1 items E and H of the Code of Criminal Procedure: The court must annul a sentence if the calculation of the combined prison term violates the statutory rule that the secondary term cannot exceed half of the primary term.

Keywords

AI generated
combined prison sentence Criminal Code Art. 94 excessive sentencing appellate review remittal for retrial statutory limits procedural error

Cited Legislation

AI generated
Art. 473 para. 2 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 474 para. 1, 2 and 4 of the Code of Criminal Procedure
Art. 168 para. 1 item d of the Code of Criminal Procedure
Art. 510 para. 1 items D, E and H of the Code of Criminal Procedure
Art. 94 para. 1 of the Criminal Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 479 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγαθή Δερέ, Εισηγήτρια, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη και Φωτεινή Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Καλουτά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Α. του Κ. , κάτοικος ... , ο οποίος παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Πολλάλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2424/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18-12-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει μόνο για τον δεύτερο λόγο δεκτή εν μέρει η αναίρεση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος του καθορισμού συνολικής ποινή φυλακίσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, από 18-12-2025, αίτηση του Α. Γ. του Κ. , κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 2424/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, που ανεστάλη για τρία έτη, και συνολική χρηματική ποινή εννιακοσίων (900,00) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του (με συνημμένη την από 16-12-2025 εξουσιοδότηση), ενώπιον του Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 18-12-2025, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 02-12-2025, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω δικαστηρίου, (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 1, 2 και 4, 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε και Θ' του ΚΠοινΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών, κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών.

Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό, για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή υπηρεσία του.

Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967.

Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό (ΑΠ 631/2025, ΑΠ 890/2025).

Ειδικότερα, επί εργοδότη νομικού προσώπου, με τη μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ), η ευθύνη για την καταβολή των εν λόγω εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. γ' του α.ν. 86/1967, ανήκει στον διαχειριστή της (άρθρα 16, 17, 18 του ν. 3190/1955), ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος, δηλαδή μη εταίρος, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι απλός πληρεξούσιος, αλλά όργανο της εταιρείας, έχει δηλαδή την ίδια νομική θέση που έχουν οι εταίροι διαχειριστές (μπορούν δε να οριστούν διαχειριστές περισσότεροι του ενός), ενώ τα ίδια ισχύουν και στη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Μ.Ε.Π.Ε), για την οποία ορίζει το άρθρο 43Α' του ν. 3190/1955, οπότε ο διαχειριστής της είναι το υποκείμενο τέλεσης των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων (ΑΠ 620/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 71/2021).

[2] Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι το θεσπιζόμενο με αυτήν, με σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς, πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους, λόγω της ενότητας του δόλου και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, με την επανάληψη από τον ίδιο δράστη των επιμέρους πράξεων, καθεμία από τις οποίες περιέχει πλήρη τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος.

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον ένοχο περισσότερες ποινές και κατά τον καθορισμό της συνολικής να επαυξήσει τη βαρύτερη από αυτές με μέρος καθεμίας από τις συντρέχουσες, να επιβάλει εξαρχής μια ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο όλων των μερικότερων πράξεων μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος.

Οι μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ` ιδίαν μερικότερων πράξεων επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1 είναι αυτοτελής, έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 403/2022).

Και στα αδικήματα του Α.Ν. 86/1967, η τέλεσή τους μπορεί να έχει τη μορφή του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, εφόσον αυτή ανάγεται σε χρονικό διάστημα περισσότερων του ενός μηνών. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, για να στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, θα πρέπει το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργοδοτικές εισφορές και το ποσό των 10.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργατικές εισφορές (ΑΠ 342/2025, ΑΠ 482/2025).

[3] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 631/2025).

Όσον δε αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτήν όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του (ΑΠ 1165/2024, ΑΠ 345/2023).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε καθώς και η αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, προκειμένου δε για ΕΠΕ η ιδιότητα αυτού ως διαχειριστή (άρθρα 16 επ.

ν.3190 /1955 και 1 παρ.7 Α.Ν. 86/1967), ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, (ΑΠ 20/2017, ΑΠ 473/2015 ) καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου για καταβολή των εισφορών και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1741/2019), και επί μονοπρόσωπης εταιρίας αν ο μοναδικός εταίρος αυτής είναι και διαχειριστής της, ο οποίος είναι το υποκείμενο του αδικήματος (ΑΠ 1741/2019, ΑΠ 488/2019).

[4] Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία μπορεί να εμπεριέχεται στον ΠΚ ή τους ειδικούς ποινικούς νόμους. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 970/2025, ΑΠ 349/2025).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμ. 2424/2025 απόφασης, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρος κατηγορίας και υπεράσπισης, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 15/11/2021, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ...

ΕΠΕ και Α.Μ.Ε. : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α (τ. IKA - ΕΤΑΜ) 047 ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ, και συγκεκριμένα διαχειριστής αυτής με είδος επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο άλλων οικοδομικών υλικών και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/10/2018 έως 31/05/2020 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α (τ.ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.

ΙΚΑ- ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 79.098, 28 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμούς .../2020, .../2018, .../2019, .../2019, .../2020, .../2021, .../2021, .../2021, .../2021, .../2019, .../2019, .../2019, .../2020, .../2019, .../2019, .../2019, .../2019, .../2019 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 79.098, 28 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 52.732,19 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 26.366,09 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.

Το αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία αίτησης ένταξης στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών πρέπει να απορριφθεί διότι είναι αλυσιτελές αφού όπως κατέθεσε η μάρτυρας του ΕΦΚΑ ο κατηγορούμενος είχε υπαχθεί σε ρύθμιση στο παρελθόν και την οποία απώλεσε και τυχόν νέα ρύθμιση βάσει νόμου δεν είναι δυνατόν να συμπεριλάβει τα επίδικα χρέη.

Όπως δε κατέθεσε η μάρτυρας του ΕΦΚΑ σήμερα από το επίδικο χρέος οφείλονται συνολικά 69.777,15. Οι εργοδοτικές είναι 46.518,10 και οι εργατικές εισφορές 23.259,05, χρονικού διαστήματος από τον 10 του δέκα, από τον 12ο. Δεύτερο του 19 μέχρι τον 5ο του 20. Επομένως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινές πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει αν κηρυχθεί ένοχος αυτών.

Περαιτέρω,.......".

Στη συνέχεια, το άνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι : στην Αθήνα την 15/11/2021, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΕΠΕ και Α.Μ.Ε. : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α (τ.

ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) 047 ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ, είδος επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο άλλων οικοδομικών υλικών και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/10/2018 έως 31/05/2020 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α (τ.ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.

ΙΚΑ- ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 79.098,28 ΕΥΡΩ και ήδη 69.777,15 μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμούς .../2020, .../2018, .../2019, .../2019, .../2020, .../2021, .../2021, .../2021, .../2021, .../2019, .../2019, .../2019, .../2020, .../2019, .../2019, .../2019, .../2019, .../2019 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 79.098, 28 ΕΥΡΩ και ήδη 69.777,15 ευρώ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 46.518,10 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 23.259,05 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". [2] Με τις προαναφερόμενες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, που τα θεμελιώνουν, και το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συναξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ.

α', 27, 94 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 ΝΔ 1160/1972, 21 παρ. 11 Ν. 1902/1990 και 20 του Ν. 2721/1999, άρθρου 1 του Ν. 362/1976, άρθρου 115β ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 337/1969, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 (που κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 Ν. 2972/2001, 27 παρ. 1 του ΑΝ 1846/1951 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 Ν. 2972/2001 και 8 παρ. 2 Ν. 4321/1963, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4469/1965 και του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010 και παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως αυτό ισχύει μετά το άρθρο 30 του ν. 3904/2010 και άρθρο 22 του Ν. 4038/2012, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρει 1) την επιχείρηση [... ΕΠΕ και Α.Μ.Ε. : ...], με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο άλλων οικοδομικών υλικών, που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, 2) το ύψος των βαρυνουσών τον ίδιο τον αναιρεσείοντα εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών [52.732,19 ευρώ (ήδη 46.518,10)] και των εργατικών εισφορών [26.366,09 ευρώ (ήδη 23.259,05)], ήτοι συνολικά 79.098,28 ευρώ που παρακρατήθηκαν από τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες έπρεπε να αποδοθούν στο ταμείο ασφάλισής τους, ενώ ουδεμία αντίφαση δημιουργείται ως προς το συνολικό μη καταβληθέν τον αντίστοιχο κρίσιμο χρόνο των 79.098,28 ευρώ, από το οποίο το ποσό των εργοδοτικών εισφορών ανέρχεται σε 52.732,19 ευρώ και το ποσό των εργατικών εισφορών σε 26.366,09 ευρώ, από την αναφορά, ότι λόγω μεταγενέστερων καταβολών, απέμεινε συνολικό ποσό 69.777,15 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 46.510,10 ευρώ είναι εργοδοτικές εισφορές και το ποσό των 23.259,05 ευρώ είναι εργατικές, καθώς οι εν μέρει μεταγενέστερες καταβολές μέρους μόνο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών δεν προβλέπεται, από το άρθρο 2 του α.ν. 86/1967, ως λόγος μερικής άρσης του άδικου ή του αξιοποίνου, ώστε να θεωρείται ότι αντικείμενο των ως άνω αξιόποινων πράξεων είναι η καταβολή του εναπομείναντος ποσού των εισφορών και, ούτε καθίστανται ανέγκλητες στην περίπτωση που το εναπομένον ποσό είναι κατώτερο του προβλεπόμενου στις ανωτέρω διατάξεις ορίου (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 46/2020), ενώ επί κατ' εξακολούθηση αδικημάτων θα πρέπει το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργοδοτικές εισφορές και το ποσό των 10.000 ευρώ, όσον αφορά στις εργατικές εισφορές (ΑΠ 342/2025, ΑΠ 482/2025), 3) το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο παρείχαν οι εργαζόμενοι την εργασία τους [01/10/2018 έως 31/05/2020], κατά το οποίο παρακρατήθηκαν οι εισφορές αυτές, περιφραστικά ο χρόνος που ήταν απαιτητές και οι δύο αυτές κατηγορίες των εισφορών από τον ασφαλιστικό φορέα τους, ήτοι ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα κατά το οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ενώ η εξειδίκευση των μερικοτέρων πράξεων του κατ' κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξης, ή στην περίπτωση κατά την οποία για τη μία ή για περισσότερες από τις επιμέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της δίωξης ή ανεγκλήτου (ΑΠ 342/2025, ΑΠ 1081/2017), και δεν συντρέχει κάποια τέτοια περίπτωση, στην προκείμενη υπόθεση, 4) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως διαχειριστή και μοναδικού εταίρου της αναφερόμενης μονοπρόσωπης εταιρίας, υπόχρεου, κατά νόμο, προς καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες γεννήθηκαν μετά την ισχύ του Ν. 4075/11-04-2012, αφού η ανωτέρω ιδιότητα του διαχειριστή και μοναδικού εταίρου της μ.ε.π.ε. , κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αρκούσε, για την απόδοση της ποινικής ευθύνης, της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών των εργαζομένων της προαναφερθείσας μ.ε.π.ε. , στον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό, ήτοι τον καθιστούσε ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού (άρθρ. 1 παρ. 7 περ.

α του ν. 86/1967), ενώ δεν απαιτείται η αναφορά πρόσθετων στοιχείων (όπως καταστατικό/τροποιήσεις, εταιρική απόφαση, στοιχεία δημοσιότητας/καταχώρηση στο ΓΕΜΗ, πρακτικό διορισμού κ.ο.κ. , 5) ο δόλος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων και προκύπτει από τις γενόμενες δεκτές ειδικότερες συνθήκες τέλεσής τους, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση των επίδικων αξιόποινων πράξεων του άρθρου 1 του ν. 86/1967 δεν αξιώνεται άμεσος ούτε υπερχειλής δόλος, 6) κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται μνεία τι προέκυψε από καθένα χωριστά, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα κατ' επιλογή.

Επομένως, ο πρώτος και έβδομος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (και με την έννοια της εκ πλαγίου παραβίασης), είναι αβάσιμοι.

Λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τους αυτούς παραπάνω λόγους, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων, επιχειρημάτων και συλλογισμών του, που κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος της παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ και Ε του ΚΠοινΔ πλημμέλειες, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 836/2025).

IV. [1] Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΑΠ 668/2025, ΑΠ 717/2025).

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, και, συνεπώς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 432/2024, ΑΠ 239/2024). Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 314/2025, ΑΠ 606/2025).

[2] Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

[3] Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, 1) η (υπό στοιχ. β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, ή ...... , 2) η (υπό στοιχ. δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, 3) η (υπό στοιχ. ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.

[3α] Για να στοιχειοθετείται η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ πρέπει να αναφέρεται ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ποία είναι αυτά, ή από μεγάλη ένδεια, που πρέπει να προσδιορίζεται ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, η οποία, επίσης, πρέπει να προσδιορίζεται (ΑΠ 1009/2025, ΑΠ 898/2025). Ως μη ταπεινά αίτια νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για το ορισμένο δε αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του, όμως, η έλλειψη της ταπεινότητας των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 946/2025, ΑΠ 1212/2024). Μεγάλη ένδεια (μεγάλη φτώχεια, μεγάλη οικονομική ανάγκη) υπάρχει όταν ο υπαίτιος βρέθηκε σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, η οποία άγγιξε αλλά δεν στοιχειοθέτησε κατάσταση ανάγκης, ώστε κάτω από την επίδρασή της τέλεσε την πράξη για να αποφύγει κίνδυνο που πίστευε ότι απειλούσε σοβαρά αυτόν ή συγγενή του ή την περιουσία του (ΑΠ 902/2025, ΑΠ 1416/2024).

[3β] Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ, απαιτείται αληθινή και θετική ψυχοβουλητική μεταστροφή του υπαιτίου προς την έννομη τάξη και την πλευρά του παθόντος, η οποία προϋποθέτει κατ' ελάχιστο την ειλικρινή ομολογία τέλεσης της πράξης και η οποία πρέπει να εκδηλώνεται και εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή δήλωση συγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη. Ο κατηγορούμενος που δεν αποδέχεται ότι τέλεσε την ένδικη πράξη, προδήλως δεν έχει επίγνωση των συνεπών αυτής και, επομένως, δεν δείχνει ότι μεταμελήθηκε, άρα δεν συντρέχουν τα στοιχεία της έμπρακτης και ειλικρινούς μεταμέλειας που απαιτεί η ως άνω διάταξη για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού (ΑΠ 717/2025, ΑΠ 1302/2023).

[3γ] Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 παρ. 2 ε ΠΚ πρέπει η συμπεριφορά αυτή να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, και για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας είτε κρατούμενου, δεν αρκεί μόνο η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής στην πρώτη περίπτωση (της διαβίωσης υπό καθεστώς ελευθερίας), αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, και στην περίπτωση της διαβίωσης υπό συνθήκες κράτησης) είναι ανάγκη να επικαλεσθεί αυτός τη συνδρομή στο πρόσωπο του εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 170/2025, ΑΠ 1012/2024).

[4] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου υπέβαλε, πριν την κήρυξη αυτού ενόχου, [επικουρικά] ανέπτυξε προφορικώς και εγχείρησε εγγράφως, και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, αυτολεξεί ως εξής : "Ελαφρυντικές περιστάσεις που συντρέχουν στην περίπτωση μου (άρθρο 84 ΠΚ): 1.

Οικονομική δυσχέρεια λόγω ατυχήματος και αναπηρίας: Η επιχείρηση μου περιήλθε σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση λόγω σοβαρού τροχαίου ατυχήματος το 2005, για το οποίο προσκομίζεται η υπ' αριθμ. 3112/2009 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξαιτίας του ατυχήματος αυτού υπέστην μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό 50% και ήμουν εκτός κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας για χρονικό διάστημα περίπου ενάμιση έτους. (Άρθρο 84 παρ. 2β:

ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη από μεγάλη ένδεια ή/και διατελών υπό την επίδραση σοβαρής απειλής - εν προκειμένω, της προσωπικής και οικονομικής καταστροφής λόγω του ατυχήματος και της αναπηρίας.). 2. Μερική εξόφληση του ποσού μετά την πράξη: Παρά τη δυσχερή οικονομική κατάσταση, κατέβαλα το ποσό των 4.902 ευρώ στις 2.12.2024 προς τον ΕΦΚΑ, εκτός εξωδικαστικού συμβιβασμού, αποδεικνύοντας ειλικρινή μεταμέλεια και πρόθεση να αποκαταστήσω τις συνέπειες της πράξης μου. (Άρθρο 84 παρ. 2δ:

ειλικρινής μεταμέλεια και επιδίωξη άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης.). 3. Έντιμος βίος και καλή διαγωγή μετά την πράξη: Μετά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, επέδειξα καλή διαγωγή για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να υποπέσω σε οποιαδήποτε άλλη παράβαση ή αδίκημα. Η συμπεριφορά μου υπήρξε άμεμπτη και σύμφωνη με τις κοινωνικές και επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, γεγονός που αποδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια μου και τη βούληση μου για ομαλή κοινωνική συμβίωση. 4. (Άρθρο 84 παρ., 2ε:

έντιμος βίος μέχρι την πράξη και καλή συμπεριφορά για μεγάλο διάστημα μετά από αυτήν.)

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Παρακαλώ το δικαστήριο να αναγνωρίσει τις ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις, να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και να καταχωρηθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί στα πρακτικά της δίκης". Ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου - εκκαλούντος ενέμενε (επικουρικά), στην αναγνώριση περί των ελαφρυντικών περιστάσεων.

[5] Το δικαστήριο ουσίας, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά το περί ενοχής του κατηγορουμένου μέρος, απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς ως κατ' ουσίαν, διαλαμβάνοντας, αυτολεξεί, τα εξής : "ο κατηγορούμενος ζητά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ διότι όπως ισχυρίζεται η επιχείρηση του περιήλθε σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση λόγω σοβαρού τροχαίου ατυχήματος το 2005 από το οποίο υπέστη μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό 50% και ήταν εκτός κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας για χρονικό διάστημα περίπου ενάμιση έτους.

Το αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο διότι ο κατηγορούμενος έπαθε το ατύχημα στις 17.11.2005 και η τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε είναι το τέλος του έτους 2018 και έπειτα. Δεν προέκυψε πως συνδέονται μεταξύ τους καθώς είναι χρονικά απομακρυσμένα.

Άλλωστε δεν προσκομίζονται οικονομικά στοιχεία των ετών 2006, 2007 κλπ για να κριθεί η οικονομική πορεία της επιχείρησης του κατηγορουμένου, αλλά σε κάθε περίπτωση από την υπ' αριθμ. 3112/2009 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι αναγνωρίστηκε στον κατηγορούμενο το ποσό των 120.000 ευρώ ως αποζημίωση για το εν λόγω ατύχημα.

Ακόμη, ο κατηγορούμενος ζητά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ διότι όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε το ποσό των 4.902 ευρώ στις 2.12.2024 προς τον ΕΦΚΑ, εκτός εξωδικαστικού συμβιβασμού, αποδεικνύοντας ειλικρινή μεταμέλεια και πρόθεση να αποκαταστήσω τις συνέπειες της πράξης μου. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο διότι προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία υπήρξε μικρή μείωση του χρέους από κατασχέσεις και πλειστηριασμούς και όχι από οικειοθελείς καταβολές.

Τέλος, ο κατηγορούμενος ζητά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ διότι όπως ισχυρίζεται, μετά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, επέδειξε καλή διαγωγή για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να υποπέσω σε οποιαδήποτε άλλη παράβαση ή αδίκημα. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο διότι όπως αποδείχθηκε η εταιρεία του κατηγορουμένου είναι ενεργή και συνεχίζει να δημιουργεί νέα ληξιπρόθεσμα χρέη τα οποία συνολικά φτάνουν στις 415.000 ευρώ στο ΕΦΚΑ".

[5] Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, οι νομικοί και πραγματικοί συλλογισμοί, και όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της ενοχής από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2β, δ και ε ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος, κατά τις αντίστοιχες παραδοχές, α) υπέστη το σοβαρό τροχαίο ατύχημα στις 17/11/2005, με προκληθείσα μόνιμη σωματική αναπηρία 50% και η τέλεση των ένδικων πράξεων έλαβαν το έτος 2018 και είναι χρονικά απομακρυσμένα, ενώ για τη σωματική αναπηρία του κατηγορουμένου αναγνωρίστηκε απαίτηση αποζημίωσης 50.000,00 ευρώ, β) το καταβληθέν μεταγενέστερα, στις 02.12.2024, ποσό των 4.902,00 ευρώ, προς τον ΕΦΚΑ, εκτός εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν έγινε οικειοθελώς δηλαδή με δική του επιμέλεια, αλλά στο πλαίσιο κατασχέσεων και πλειστηριασμών, γ) ότι η εταιρία συμφερόντων του κατηγορουμένου - εκκαλούντος παρέμεινε ενεργής και συνεχίζει να δημιουργεί νέα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τον ΕΦΚΑ, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 415.000,00 ευρώ.

Επομένως, οι, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη αυτής με την οποία απορρίφθηκαν οι αντίστοιχες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β, δ και ε ΠΚ, για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.

V. [1] Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ όριζε: "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 του ΠΚ, όπως ίσχυσε με τον Ν. 4619/2019, όριζε: " Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4637/2019 ορίζει "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του νέου ΠΚ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4855/2021, ορίζει: "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε" Στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος, αλλά και του ισχύοντος Π.Κ., περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στον δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής.

Η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί την ποινής (ΑΠ 19/2025, ΑΠ 967/2024).

[2] Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επέβαλε στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, για τις επίδικες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ μισθωτών και μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 600,00 ευρώ για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 600,00 ευρώ για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών, όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης και, ειδικότερα, από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, με ειδική σκέψη του κατά το ουσιαστικό μέρος για την επιβολή των ποινών, δέχτηκε τα ακόλουθα : "Επειδή το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, αφενός μεν τη βαρύτητα των εγκλημάτων που τελέσθηκαν από τον κατηγορούμενο, την οποία εκτίμησε σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 79 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή στάθμισε την βλάβη που επήλθε από αυτά, τη φύση, το είδος και το αντικείμενό τους, καθώς επίσης και τις περιστάσεις του χρόνου, του τόπου, των μέσων και του τρόπου που συνέτρεχαν κατά την τέλεση και προπαρασκευή τους, αφετέρου δε το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου, τον οποίο εκτίμησε σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 79 παρ. 3 του Π.Κ. , δηλαδή στάθμισε την ένταση του δόλου του, τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση των εγκλημάτων, τον σκοπό που επιδίωξε, τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν τις πράξεις, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με τα εγκλήματα, τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, καθώς και τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια των πράξεων και μετά από αυτές.

Περαιτέρω, κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό του αριθμού των ημερήσιων μονάδων, έλαβε κατ' άρθρο 80 παρ. 2 ΠΚ υπόψη του μόνο τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του κατηγορουμένου για αυτή, ενώ καθόρισε το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 80 παρ. 3 Π.Κ, ήτοι με βάση την προσωπική και οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα τα καθαρά έσοδα που αποκτά από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις".

[3] Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο ουσίας κατά την επιμέτρηση των ποινών που επέβαλε στον αναιρεσείοντα έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος, το βαθμό της ενοχής του, για δε την εκτίμηση των στοιχείων αυτών έλαβε υπόψη του όλα τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται, ειδικότερα, στην προηγούμενη περί ενοχής απόφαση του, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με εκείνο περί ποινής, και από την οποία αντλεί στοιχεία, είτε υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 79 του παλαιού Π.Κ., είτε υπό το πρίσμα του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) ή του νέου Π.Κ. , όπως ισχύει μετά το Ν. 4637/2019, είτε υπό το πρίσμα του Ν. 4855/2021, και καθόρισε τη χρηματική ποινή λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του, την προσωπική, οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και τις οικογενειακές του περιστάσεις, και δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία, ενώ με βάση τις ως άνω παραδοχές ορθά εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ και ουδεμία αντίφαση δημιουργείται για το ύψος της ποινής φυλάκισης που επέβαλε για κάθε πράξη.

Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την περί της επιμέτρησης ποινής διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ είναι αβάσιμος.

VΙ. [1] Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 18 του ν. 5090/2024, "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη.

Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση".

Η ανωτέρω διάταξη είναι ευμενέστερη, σε σχέση με την αντίστοιχη του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 ΠΚ, καθόσον με αυτήν: α) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώθηκε στο ένα δεύτερο, από τα τρία τέταρτα, κάθε συντρέχουσας ποινής και γ) μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι πέντε (25) έτη στα είκοσι (20) έτη στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα δέκα (10) έτη σε οκτώ (8) έτη στην περίπτωση της φυλάκισης (ΑΠ 722/2024, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 971/2021), αλλά και σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 18 του ν. 5090/1-5-2024, καθόσον αυξήθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι (20) έτη στα είκοσι πέντε (25) έτη στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα οκτώ (8) έτη στα δέκα (10) έτη στην περίπτωση της φυλάκισης (ΑΠ 1440/2025, ΑΠ 1527/2024).

[2] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη διάταξης αυτής περί συνολικής ποινής φυλάκισης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δικαστήριο ουσίας, επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, διαλαμβάνοντας, ως προς τη συνολική ποινή φυλάκισης στο σκεπτικό τα εξής : "Νομική σκέψη.. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για κάθε πράξη, που αντιστοίχως του αποδίδεται.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ως άνω οριζόμενα, πρέπει να επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η οποία αποτελείται από την ποινή των 8 μηνών ως ποινής βάσης, προσαυξημένη κατά 4 μήνες από την άλλη ποινή". Όμως, εσφαλμένως, ως προς την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων καταδικάστηκε για κάθε πράξη σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, αφού, ρητά, αναφέρεται στο διατακτικό ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ανέρχεται σε οκτώ (8) μήνες για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και σε έξι (6) μήνες για την πράξη της της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών διαφορών, και, συνεπώς, εσφαλμένως προσαύξησε τη βαρύτερη ποινή φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών κατά τέσσερεις (4) μήνες από τη συντρέχουσα ποινή των έξι (6) μηνών, λαμβάνοντας περισσότερο από το ήμισυ αυτής, και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης (8 μήνες + 4 μήνες=) δώδεκα (12) μηνών. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής συνολικής ποινής φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ και υπερέβη την εξουσία του κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλάκισης, και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Θ ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος.

VII. Kατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξης αυτής με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, παραμένοντας ως έχει κατά λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ τη με αριθμό 2424/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής συνολικής ποινής φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος επιμέτρησης της συνολικής ποινής φυλάκισης, προς νέα συζήτηση της επιμέτρησης της συνολικής ποινής φυλάκισης, στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ