Supreme Court partially allows appeal against defamation conviction, quashing guilt for one defendant and extending relief to co-defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by two defendants against a second-instance judgment for defamation. While the appeal by the absent co-defendant was dismissed as unsupported, the court granted relief to the present defendant, X. X., regarding his guilt and sentencing for the act of defamation. Consequently, the court quashed the conviction and penalty for X. X. and extended this favorable outcome to his co-defendant, S. P., who was also convicted for moral complicity in the same offense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510, 512, 514 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may quash a conviction and penalty for a defendant upon a valid appeal, and such favorable judgment must be extended to a co-defendant convicted for moral complicity in the same offense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 479 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Χαρλαύτη και 2. Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της υπ'αριθ. 34/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Π. χα Χ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παυλίνα Γαλάτη. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15 Οκτωβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.10.2024 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7223/2024, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 34/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και στους από 17.12.2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Χ. Χ., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τις διατάξεις που αφορούν την κήρυξη ενόχων των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και ηθικής αυτουργίας σε αυτήν και ως προς την περί ποινής διάταξή της για την κάθε μια πράξη και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξης και να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η, περί επιβολής ποινής, διάταξη και περί συνολικής ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 512 παρ.1 εδ.γ του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που κυρώθηκε με τον Ν.4620/2019, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠΔ, στην οποία κλήση αναφέρεται ρητά ότι, αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ'αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.
Σε περίπτωση δε που η επίδοση στον αναιρεσείοντα γίνει με θυροκόλληση, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο (άρθρο 155 παρ.2 του ΚΠΔ), οπότε τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ.α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ.3 του άνω άρθρου 512 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση ήτοι δεν εμφανιστεί προσηκόντως με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άνω άρθρα (155-162 ΚΠΔ) και εντός της προθεσμίας που ορίζει το ανωτέρω άρθρο (166 ΚΠΔ), για να παραστεί, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται και επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατά το άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ, τα δικαστικά έξοδα (ΟλΑΠ 4/1996,ΑΠ 563/2023).
Εξαίρεση εισάγεται με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 514 εδ.δ ΚΠΔ, κατά τις οποίες είτε εμφανισθεί είτε απολείπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, αν η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 844/2023, 825/2023, ΑΠ 578/2023, ΑΠ 563/2023, ΑΠ 475/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 6/11/2024 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Σ. Π., νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 155 παρ.2 εδ. β', δ' και 166 του ΚΠοινΔ, η υπ' αριθ.373 και από ... κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία καλείται ο αναιρεσείων να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο της 08/01/2024, προκειμένου να υποστηρίξει την από 15/10//2024 (αρ.316/2024) αίτησή του για αναίρεση της υπ'αριθμ.11834/2024 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και σε συκοφαντική δυσφήμηση και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών.
Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την δικάσιμο αυτή, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το σχετικό έκθεμα. Κατά συνέπεια, αφού ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε και, εφόσον α) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προαναφέρθηκε για να παρασταθεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, στον οποίο σημειωτέον, όπως βεβαιώνεται στο ως άνω αποδεικτικό επίδοσης, ανακοινώθηκε το περιεχόμενο της επιδοθείσας κλήσης με τη μνεία ότι αν δεν παραστεί στη δίκη με συνήγορο η αναίρεσή του θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και β) δεν συντρέχει κάποια από τις ως άνω κατ' εξαίρεση περιπτώσεις, ούτε και περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά το άρθρο 514 εδ.
β' του ΚΠΔ επιεικέστερου νόμου, αφορώντος στις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν.5090/2024, με έναρξη ισχύος από 1/5/2024), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Η υπό κρίση από 11/10/2024 αίτηση του Χ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.34/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (λόγω της ειδικής δωσιδικίας του αναιρεσείοντος δικηγόρου) και τον καταδίκασε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών για κάθε πράξη και σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ίδιο, με την επίδοση στις 16.10.2024 (βλ.σχετ.από 16.10.2024 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Χ.
Μ.) σχετικού δικογράφου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ.474 παρ.2Α) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση στις 26/9/2024 της προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου (άρθρ.473 παρ.2, 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης, παραδεκτή διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α (σε συνδ.
με 171 παρ.3) και Ε ΚΠΔ (άρθρ.462 παρ.1β, 464, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης συνεκδικάζονται και οι επ'αυτής από 17/12/2024 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, που έχουν κατατεθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 509 παρ. 2 του ΚΠΔ) και περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της EE (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1020/2023, ΑΠ 648/2020).
Σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ.1 εδ.α-β ΚΠΔ όπως αυτό τροπ. με το άρθρο 134 Ν.4855/2021 ΦΕΚ Α` 215/12.11.2021 και στη συνέχεια με το άρθρο 99 του Ν.5090/2024 και ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης "Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του.
Στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα για τα οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) ετών (προστέθηκε με το αρθρ.134ν.48855/2021) ή τα οποία ανήκουν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου (προστέθηκε με το άρθρ.99 του Ν.5090/2024), ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου".
Η προσθήκη στο β εδάφιο της παρ.1 του άνω άρθρου και των πλημμελημάτων για τα οποία ο νόμος απαιτεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν.4855/2021 "κρίνεται αναγκαία λόγω της βαρύτητας των συγκεκριμένων πράξεων και των συνεπειών που αυτές επιφυλάσσει". Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 περ.
γ` της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το Νόμο 2319/1957 και το Ν.Δ/μα 53/1974 και κατέστη εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 του Συντάγματος) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα "όπως αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της εκλογής του, ή αν δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορο, να του παρασχεθεί αυτός δωρεάν, όταν τούτο απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης".
Η διάταξη αυτή, λόγω της γενικότητας της διατυπώσεώς της, θεσπίζει υποχρέωση διορισμού συνηγόρου και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος δικάζεται για πλημμέλημα και τελεί υπό δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτήν : πρώτον ο κατηγορούμενος να προβάλλει και να αποδείξει την οικονομική του αδυναμία, ένεκα της οποίας αδυνατεί να αναλάβει ο ίδιος τη σχετική δαπάνη για διορισμό συνηγόρου υπεράσπισής του και δεύτερον το δικαστήριο να κρίνει ότι ο διορισμός συνηγόρου απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (ΑΠ 597/2024).
Ως συμφέρον της δικαιοσύνης έχει κριθεί ότι θεωρείται η ανάγκη διακριβώσεως της αλήθειας επί πολύπλοκων, δυσχερών εκκρεμών υποθέσεων ,επίσης όταν για το αδίκημα απειλείται σοβαρή ποινή φυλάκισης και υπάρχει σημαντικό ζήτημα στην υπόθεση (ΑΠ 1109/1993,αποφάσεις ΕΔΔΑ κατά Ην Βασιλείου : Grager, 28-3-90 - Boner 28-10-94-Maxwell, 28-10-94).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, στην υπεράσπιση του από συνήγορο και σε περίπτωση που δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορο, να του παρασχεθεί αυτός δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται από το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η παράλειψη του δικαστηρίου να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για διορισμό συνηγόρου όταν συντρέχουν οι προς τούτο απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις, ιδρύει, αφενός μεν τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφετέρου δε, τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας, αφού, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας, όταν το δικαστήριο παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 648/2020).
Περαιτέρω, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 2/2014, ΑΠ 970/2023, ΑΠ 442/2022, ΑΠ 1009/2021).Έτσι, επίκληση του από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο προς ενίσχυση ενός αναιρετικού λόγου από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (ΑΠ 970/2023, ΑΠ 537/2019, ΑΠ 448/2019, ΑΠ 1114/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 34/2024 απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε, ενώπιον του δικάζοντος, σε δεύτερο βαθμό, ως άνω Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 16-5-2024 και δήλωσε ότι παρίσταται αυτοπροσώπως, χωρίς να διορίσει συνήγορο (σχετ.
σελ.1 πρακτικών της απόφασης). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς να διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο στον κατηγορούμενο. Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα και εφόσον οι πράξεις για τις οποίες είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος της ψευδούς κατάθεσης (224 παρ.1 ΠΚ) και της συκοφαντικής δυσφήμησης (363 ΠΚ) είναι πλημμελήματα, για τα οποία ο νόμος δεν απειλεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και τα οποία δεν ανήκουν καθ' ύλη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αλλά στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου (115 ΚΠΔ, ως τροπ.με άρθρο 76 Ν.5090/2024), νομίμως το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς να διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο στον κατηγορούμενο, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 340 παρ.1 εδ.β ΚΠΔ, που προεκτέθηκαν, ούτε του άρθρου 6 παρ.3 περ.1γ της ΕΣΔΑ αφού α) οι δικαζόμενες σε βαθμό πλημμελήματος πράξεις ήταν απλές, δεν ήταν δυσχερείς και τις γνώριζε καλά ο αναιρεσείων, β) εν συνόλω η υπόθεση δεν ήταν πολύπλοκη, ούτε τόσο σημαντική, ούτως ώστε το Δικαστήριο να σταθμίσει ότι ενδείκνυται ο διορισμός συνηγόρου για το συμφέρον της δικαιοσύνης και γ) ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε, ούτε, συνεπώς, απέδειξε την οικονομική του αδυναμία και απορία, ένεκα της οποίας αδυνατούσε να αναλάβει ο ίδιος τη σχετική δαπάνη για το διορισμό συνηγόρου υπεράσπισής του.
Κατά συνέπεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, που δεν διόρισε αυτεπάγγελτα συνήγορο στον κατηγορούμενο αλλά συνέχισε την πρόοδο της δίκης και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση,δεν παραβίασε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και οι περί του αντιθέτου αναιρετικές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρώτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων είναι αβάσιμες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που ανέκυψε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέτοια απόλυτη ακυρότητα (άρθρ.171 ΚΠΔ) προκαλείται, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Πρόκειται για παραβίαση των υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης του κατηγορούμενου (ΑΠ 869/2023). Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 362 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ή υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας.
Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος εναπόκειται μεν στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό και μάλιστα να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, θεμελιώνεται η ως άνω πλημμέλεια (510 παρ.1στοιχ.Α), ενώ στην περίπτωση απόρριψης χωρίς ειδική ή εμπεριστατωμένη αιτιολογία στοιχειοθετείται η εκ του στοιχ.
Δ πλημμέλεια, αλλά και εκείνη εκ του στοιχ. Θ (υπέρβαση εξουσίας), εφόσον το δικαστήριο εν συνεχεία προχώρησε στην κήρυξη ενοχής και στην επιβολή ποινής (ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1483/2022). Για να επέλθει, όμως, η ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη από αυτό, παρά το νόμο, της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί (ΑΠ 301/2020, ΑΠ 733/2017, ΑΠ 471/2017, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 662/2015, ΑΠ 406/2014).
Η υποβολή δε αυτή του αιτήματος πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα (άρθρο 141 παρ.1 και 3 του ΚΠΔ (ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 301/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, και, επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σ' αυτά, προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 2024, ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, μετά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων της δικογραφίας και των εγγράφων που προσκόμισε η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας, προσκόμισε και ζήτησε να αναγνωσθεί και το υπ'άριθμ.πρωτ.2134/2023 πόρισμα προκαταρκτικής εξέτασης του Εισαγγελέως Οικονομικού Εγκλήματος . Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου της ουσίας, πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναγνώσεως του εν λόγω εγγράφου, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία συντάχθηκε με την εισαγγελική πρόταση.
Το ανωτέρω Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο κατηγορούμενος, εξέδωσε την υπ' αρ.34/2024 παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία:
"Στην προκειμένη περίπτωση ζητήθηκε από την υπεράσπιση να διαβαστεί 2134/2023 πόρισμα προκαταρκτικής εξέτασης του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, αναφορικώς με έλεγχο που διενεργήθηκε στην εταιρία ΗΑΡΡΥ DAYS και τα μέλη της διοίκησής της. μετά την κατά το έτος 2019 αναφορά του 2ου κατηγορουμένου, το οποίο όμως κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν έχει άμεση σχέση με την δικαζόμενη υπόθεση και την κατηγορία και ως εκ τούτου δεν πρέπει να περιληφθεί στα αναγνωστέα έγγραφα, απορριπτομένης της ανωτέρω προσφυγής στο Δικαστήριο". Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος και μάλιστα αιτιολόγησε επαρκώς την απορριπτική του κρίση, (δεχθέν ότι το έγγραφο αφορούσε ζητήματα εκτός του αντικειμένου της συγκεκριμένης δίκης), αφού κατά το άρθρο 362 παρ.3 ΚΠΔ "τα έγγραφα που προσκομίζονται για πρώτη φορά στο ακροατήριο πρέπει να ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Επομένως, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ούτε το δικαίωμα ακροάσεως αυτού.
Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω έλλειψης ακροάσεως του κατηγορουμένου και παραβίασης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362, 363 ΠΚ, με τις οποίες θεσπίζεται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης με αυτή του άρθρου 368 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική δίωξη της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται έγκληση. Έγκληση είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ' αυτού τελεσθείσας αξιοποίνου πράξεως, αποτελεί δε αφενός θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι αφενός ενεργοποιεί την υπόσταση της αξιόποινης πράξης στο χώρο της έννομης τάξης και αφετέρου η παραμέληση της υποβολής της, εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως (ΟλΑΠ 1,2/2007, ΑΠ 543/2023, ΑΠ 795/2020), και αφετέρου δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης (άρθρ.51 παρ1 ΚΠΔ) (ΟλΑΠ 2/2007, ΑΠ 795/2020) και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της.
Εξάλλου, κατά την ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 114 παρ.1 ΠΚ (ΑΠ 795/2020, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 628/2000) "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμετόχους".
Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη (ΑΠ 288/2022, ΑΠ 8/1996).
Η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της έγκλησης (που είναι ανεξάρτητη από την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των εγκλημάτων) (ΑΠ 795/2020, ΑΠ 696/2019), είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσεως, λήγει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β` ΑΚ και 145 παρ.2 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, λόγω της ενότητας της έννομης τάξης, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά με την ημέρα έναρξης, δηλαδή με την ημέρα κατά την οποία ο δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους (ΑΠ 795/2020 ΑΠ 696/2019, ΑΠ 512/2013).
Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 788/2022, ΑΠ 1612/2019, ΑΠ 1045/2012). Άν όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης ή εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως, πρέπει η καταδικαστική απόφαση να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της καθώς και για τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή.
Γι' αυτό, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, ώστε να κριθεί, αν η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα (εμπρόθεσμα) (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 628/2000, ΑΠ 350/2000, ΑΠ 1619/2019, ΑΠ 1612/2019, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 904/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 561/2017), ενώ η ύπαρξη και ο χρόνος απόκτησης της γνώσης συνιστούν πραγματικά ζητήματα μη ελεγχόμενα από τον 'Αρειο Πάγο.
Άν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν αναφέρεται ο χρόνος γνώσεως από τον παθόντα της τέλεσης της πράξης και δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του 114 παρ.1 του ΠΚ, η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με την ορθή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (114 παρ.1ΠΚ) , οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 628/2000 , ΑΠ 350/2000, ΑΠ 148/2020, ΑΠ1612/2019, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 904/2018 ΑΠ 835/2016, ΑΠ 1045/2012). Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β, 370 στοιχ.β και 511 του ΚΠΔ (ν.4620/2019), όπως το 3ο εδάφιο του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 περ.8 του ν.4637/2019 (ΦΕΚ Α'180/18-11-2019) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 156 του ν.4855/2021(ΦΕΚ Α'215/12-11-2021), προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 4 και 511 εδ.γ' του ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εγκαλούσας Π. Π. δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι η πράξη αυτή έλαβε χώρα την 26-1-2017. Περαιτέρω, η σχετική έγκληση της ως άνω παθούσας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, επισκόπηση του διαδικαστικού τούτου εγγράφου, που βρίσκεται στην δικογραφία, υποβλήθηκε στις 8-5-2017, δηλαδή μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξης (26/1/2017).
Για το ζήτημα όμως του χρόνου γνώσεως, από την δικαιούμενη σε έγκληση, της διαπράξεως του ανωτέρω εγκλήματος και του προσώπου που το διέπραξε, η προσβαλλόμενη απόφαση στο επί της ενοχής αιτιολογικό της καθώς και στο διατακτικό της δεν αναφέρει τον χρόνο που η παθούσα και δικαιούμενη σε υποβολή έγκλησης έλαβε γνώση της σε βάρος της τελεσθείσας πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως και του δράστη αυτής, ούτε διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά αιτιολογούντα τον χρόνο της γνώσης αυτής, ώστε να κριθεί εάν η παραπάνω έγκλησή της υποβλήθηκε εμπρόθεσμα.
Με το περιεχόμενο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την απαιτούμενη, από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν αναφέρει το χρόνο που η εγκαλούσα έλαβε γνώση της ως άνω πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενόψει του ότι αυτή διώκεται κατ' έγκληση και η παρούσα έγκληση υποβλήθηκε στις 8/5/2017, γεγονός απαραίτητο για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως και επιπλέον στερείται νόμιμης βάσης, διότι ενόψει των ως άνω ελλείψεων, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο η εγκαλούσα πληροφορηθηκε την σε βάρος της τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο ως άνω αξιόποινη και (μόνο ) κατ' έγκληση διωκόμενη πράξη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 114 παρ.1 ΚΠΔ, σε συνδ.
με 362, 363, 368 ΠΚ.
Συνεπώς, πρώτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 114 παρ.1 είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού και του αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι μόνον ως προς την καταδικαστική για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την εν λόγω πράξη, καθόσον εξαλείφθηκε το αξιόποινό της λόγω παραγραφής, (άρθρα 111 παρ.1 και 3, 112 και 113 παρ.1 και 2 εδ.α ΠΚ), που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση, στις 16-5-2024, της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού από την τέλεση της πράξης στις 26-1-2017 μέχρι τη διάσκεψη της υπόθεσης στις 5-2-2025 παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, που αφορά την ίδια ως άνω αξιόποινη πράξη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 469 εδ.α του ΚΠΔ "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορούμενους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. ....".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις, είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούταν να το ασκήσει και αυτό δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην αρμόζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό (ή εν μέρει δεκτό) και ως βάσιμο.
Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι, κατά τα παραπάνω, από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 933/2023, ΑΠ 455/2023, ΑΠ 400/2023, ΑΠ 594/2022, ΑΠ 1392/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπό του, του αναιρεσείοντος Χ. Χ., αλλά αφορούν και στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του Σ. Π., ο οποίος καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα Χ. Χ. αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και του οποίου (Σ. Π.) η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως ανυπόστηρικτη. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ. Χ. πρέπει να επεκταθεί, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, και στον εν λόγω ωφελούμενο συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος και συγκαταδικασθέντα, και να απαλειφθούν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι καταδικαστικές και περί επιβολής ποινής διατάξεις της για τις ανωτέρω πράξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.316/2024 από 15/102024 αίτηση του Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 34/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Αναιρεί, εν μέρει, την υπ'αριθ.32/2024 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης μόνον ως προς την διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Χ., για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ως προς την διάταξή της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για την πράξη αυτή.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ειδικότερα του ότι: "Στις 26/1/2017 ισχυρίσθηκε, ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του εν γνώσει του ότι αυτά ήταν ψευδή και συγκεκριμένα, κατά την εκδίκαση της υπό στοιχ. 1 υποθέσεως ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανιών για την εγκαλούσα Π. χήρα Χ. Π., εν γνώσει του ψευδώς, τα υπό στοιχ. 1 αναφερόμενα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της άνω εγκαλούσας καθόσον περιήλθαν εις γνώση του άνω Δικαστή, του γραμματέως του Δικαστηρίου, των δικηγόρων και όλων των παραγόντων της δίκης καθώς και εις γνώση του ακροατηρίου, και την εμφάνιζαν ότι επρόκειτο περί αδίστακτου ατόμου που μετήλθε παρανόμων, εκβιαστικών και εγκληματικών μεθόδων για τον απομακρύνει από την διοίκηση της ανωτέρω εταιρίας προκειμένου η ίδια να επωφελείται από την αποκλειστική οικονομική της διαχείριση".
Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της αναιρέσεως του Χ. Χ. και στον συγκαταδικασθέντα στην δευτεροβάθμια δίκη συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, Σ. Π. του Χ., κατοίκου ....
Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τις διατάξεις α) περί κηρύξεως ενόχων των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή και β) περί επιβολής σ'αυτούς ποινής δέκα (10) μηνών σε καθέναν για τις πράξεις αυτές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16-10-2024 αίτηση του Χ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 34/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και τους από 17-12-2024 πρόσθετους επ' αυτής λόγους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ