Legislator Case Law & Legislation
479/2022 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against first instance judgment regarding liability of fourth defendant under Greek Civil Code.

Case Number 479/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment of 57/2020. The appellant argued that the lower court erred in finding no liability for the first two defendants and misapplied Article 922 of the Civil Code regarding the fourth defendant. The court found the first two arguments inadmissible but agreed that the fourth defendant acted with abuse of power, warranting a partial reversal of the lower court's decision on that specific point.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 554 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision contains errors regarding specific parties or legal applications, necessitating remittal for further adjudication on the affected portion.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Abuse of Power Partial Remittal Civil Liability Judicial Error Cost Allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 922 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 479 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 479/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αγροτικού Συνεταιρισμού Τρικάλων με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Η ΕΝΩΣΗ", που εδρεύει στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε.", 2) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 3) Π. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδων Σακκά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4) Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Υφαντή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2013 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε, θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία, επίσης, υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση.

Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι, κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του Κ.Πολ.Δ., για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει να επιδοθεί και η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση. Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του Κ.Πολ.Δ., τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ` αυτών αίτησης αναίρεσης. Επιπλέον, με την επίδοση, αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος, διαφορετικά, θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απολέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ` αυτής.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου, δηλαδή, η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, υπόκειται σε αναίρεση, μόνον, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι, έκτοτε, αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 15/2001, Ολ. Α.Π. 11/1998, Α.Π. 98/2001, Α.Π. 45/2020, Α.Π. 1470/2003, Α.Π. 162/1997). Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει, παρεμπιπτόντως, ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.Α.Π.15/2001, Α.Π. 45/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν, όμως, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι παρόντες. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' και 287 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 προκύπτει ότι δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης έχει ο κληρονόμος του ενάγοντος, αν αυτός απεβίωσε, μετά το πέρας της συζήτησης στο εφετείο, οπότε δεν υπάρχει στάδιο βίαιης διακοπής της δίκης (Α.Π. 47/2020, Α.Π. 517/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτά, ασκήθηκε από το Χ. Κ., υπό την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος Α. Κ., 8-2-2019, , του Ε., η από 14-7-2020 (32/15-7-2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσας 57/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν α) η από 30-5-2018 (138/2018) έφεση του τέταρτου εναγομένου και ήδη τέταρτου αναιρεσιβλήτου κατά του ενάγοντος (αποβιώσαντος πατρός του αναιρεσείοντος) β) η από 31-5-2018 (139/2018) έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ομοίως, κατά του ενάγοντος, γ) η από 28-6-2018 (164/2018) έφεση του τελευταίου (ενάγοντος) κατά της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και δ) η από 15-10-2018 (15/2018) αντέφεση του ενάγοντος κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ερήμην της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι ανωτέρω εφέσεις και η αντέφεση, απορρίφθηκαν κατ' ουσία η έφεση και η αντέφεση του ενάγοντος, έγιναν δεκτές κατ' ουσία οι λοιπές εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή.

Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι εχώρησε εγκύρως παραίτηση της ερήμην δικασθείσας εφεσίβλητης ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων από την ανακοπή ερημοδικίας ή ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε σ' αυτήν, ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του Κ.Πολ.Δ., η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τον αναιρεσείοντα ή ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθίσταται έτσι απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, με απούσα τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, παρότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα που επισπεύδει τη συζήτηση, με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη καταθέσεως και ορισμό δικασίμου και την 981/3-8-2020 πράξη του Προεδρεύοντος του Α' Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε ως δικάσιμος για εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 4608Β'/4-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Α.

Κ.) και, συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρούσα η αναιρεσίβλητη, κατ` άρθρο 576 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και να απορρίψει ως απαράδεκτη την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.

Εξάλλου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο (24-1-2022), με τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ομοίως, δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.

Σύμφωνα με την 6627Γ/14-10-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας, Α. Δ., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και την από 23-9-2020 πράξη της Αντιπροέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησης η 24η-1-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεση, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), καθόσον αφορά στους πρώτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς αυτούς, σχετικά με το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Αντίθετα, καθόσον αφορά στον τρίτο των εξ αυτών (αναιρεσιβλήτων), Π. Τ., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της δεύτερης εξ αυτών, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφο αυτής, δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, η οποία να αφορά στον ανωτέρω αναιρεσίβλητο.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Περαιτέρω, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (Α.Π. 10/2021, Α.Π. 96/2018, Α.Π. 1653/2010, Α.Π. 1500/2002).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του Α.Κ.), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 895/2019, Α.Π. 810/2017).

Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 του Κ.Πολ.Δ., όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 του Α.Κ., θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (Α.Π. 515/2016, Α.Π. 473/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ., "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση του πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεως αυτής, η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως (Α.Π. 1404/2008, Α.Π. 685/2008, Α.Π. 1616/2007).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αν, με το δικόγραφο της αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία, γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μη μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (Α.Π. 83/2021, Α.Π. 1854/2011, α.π. 832/2011, Α.Π. 181/2011, Α.Π. 180/2011, Α.Π. 1653/2010, Α.Π./ 1404/2008).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ.

και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά, κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του ή ακόμη και κατά κατάχρηση αυτής, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 300, 334 και 922 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για τις ζημίες, που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα, παρανόμως, σε τρίτο, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή (Α.Π. 1406/2021, Α.Π. 2/2020, Α.Π. 1359/2019, Α.Π. 93/2019, Α.Π. 2259/2014, Α.Π. 530/2014, Α.Π. 355/2013, Α.Π. 351/2013).

Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 558/2021, Α.Π.349/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 39/2021, Α.Π. 367/2020).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Ο ενάγων είναι οδηγός και ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου και στα πλαίσια της εκμετάλλευσης του παραπάνω οχήματος, στις 22-10-2009 μετέβη στο εκκοκκιστήριο Σερβωτών Τρικάλων, προκειμένου να φορτωθεί στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο βαμβακόσπορος.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η φόρτωση του βαμβακόσπορου έγινε με την χρήση ελαστικοφόρου φορτωτή (κουβά), το οποίο χειρίζονταν ο εναγόμενος Δ. Μ. του Χ.. Αφού ολοκληρώθηκε η παραπάνω φόρτωση, ο ενάγων είχε την υποχρέωση της ασφάλισης του φορτίου με την χρήση μουσαμά, ο οποίος θα το κάλυπτε και για τον λόγο αυτό έπρεπε να ανέβει στην καρότσα του φορτηγού του και να πραγματοποιήσει την παραπάνω εργασία του...

η μετάβαση των οδηγών των φορτηγών για αντίστοιχη εργασία γίνονταν με την χρήση σκάλας, την οποία διέθεταν οι ίδιοι ή ήταν ενσωματωμένη στην καρότσα του φορτηγού και δεν υπήρχε αντίστοιχη υποχρέωση της ιδιοκτήτριας του χώρου, όπου γίνονταν η φόρτωση για την ασφάλιση του φορτίου μετά τη φόρτωσή του. Επίσης αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν έκανε χρήση κάποιας σκάλας για να προβεί στην παραπάνω ενέργειά του (σκέπασμα του φορτίου με μουσαμά), αλλά προέτρεψε τον εναγόμενο χειριστή του φορτωτή να τον ανεβάσει στην καρότσα με την χρήση του παραπάνω μηχανήματος.

Ο τελευταίος, αν και η παραπάνω χρήση του φορτωτή δεν ήταν ενταγμένη στα καθήκοντα, τα οποία του είχαν ανατεθεί, ανέβασε τον ενάγοντα στην καρότσα και αφού τοποθετήθηκε ο μουσαμάς πάνω από το φορτίο, ανέβηκε πάλι στον κουβά του φορτωτή, προκειμένου να κατέλθει στο έδαφος... αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος χειριστής του φορτωτή δέχθηκε, κατόπιν πίεσης του ενάγοντα, να τον μεταφέρει στο ύψος της καρότσας του φορτηγού, ιδιοκτησίας του τελευταίου και στη συνέχεια, ενώ τοποθέτησε (ο ενάγων) τον μουσαμά πάνω από το φορτίο, χωρίς να βγει από τον κουβά, άρχισε η σταδιακή κάθοδος του τελευταίου προς το έδαφος.

Κατά τον παραπάνω χρόνο και ενώ ο κουβάς βρισκόταν σε απόσταση τριών μέτρων περίπου από το έδαφος, ευρισκόμενος σε διαδικασία καθόδου, ο ενάγων απώλεσε την ισορροπία του με αποτέλεσμα να επιπέσει στο έδαφος από το παραπάνω ύψος. Ο εναγόμενος χειριστής του φορτωτή, αντιλαμβανόμενος την παραπάνω πτώση, έκανε οπίσθια κίνηση του μηχανήματος, με ταυτόχρονη κάθοδο του κουβά, προκειμένου να αποφύγει τον περαιτέρω τραυματισμό του ενάγοντος με τον φορτωτή...

η παραπάνω ενέργεια του εναγόμενου χειριστή του μηχανήματος να αναλάβει την άνοδο και κάθοδο του ενάγοντος στην καρότσα του φορτηγού του τελευταίου έγινε με δική του πρωτοβουλία, εκτός των οδηγιών των φερόμενων ως προστησάντων, εναγομένων εταιρειών, αφού τα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί ήταν η φόρτωση των φορτηγών.

Έτσι... υπάρχει μεν τοπικός και χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα από αυτήν και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορούν να φέρουν στην προκειμένη περίπτωση οι φερόμενες ως προστήσασες εταιρείες.

Επιπλέον, οι τελευταίες απαλλάσσονται της ευθύνης, αφού ο προστηθείς χειριστής του φορτωτή έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας και ο ενάγων γνώριζε, κατά τα προαναφερόμενα, την κατάχρηση αυτή. Ακόμη... αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα του τραυματισμού του ενάγοντος ήταν ο τελευταίος, καθόσον αφενός αν και ήταν υποχρεωμένος να φροντίσει μόνος του για την κάλυψη του φορτίου με τη χρήση σκάλας που έπρεπε να φέρει το φορτηγό, προέκρινε να πραγματοποιήσει την παραπάνω υποχρέωσή του με την χρήση ανυψωτικού μηχανήματος, το οποίο δεν ήταν προορισμένο για τον παραπάνω σκοπό, ήτοι την ανύψωση ή μεταφορά προσώπων, αλλά φορτίου και στη συνέχεια κάνοντας χρήση του κουβά του φορτωτή, δεν έλαβε κάποιο μέτρο πρόσδεσης σ' αυτόν και κατά την κάθοδό του στο έδαφος, απώλεσε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα την πτώση του στο έδαφος.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο χειριστής του φορτωτή προέβη σε οποιαδήποτε μη ενδεδειγμένη ενέργεια, κατά το χειρισμό του μηχανήματος, κατά το στάδιο καθόδου του κουβά...". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε: Ότι, στις 22-10-2009, ο αρχικός ενάγων, Α. Κ., πατέρας του ήδη αναιρεσείοντος, ιδιοκτήτης φορτηγού αυτοκινήτου, ευρισκόμενος στον προαύλιο χώρο της δεύτερης των εναγομένων (ως προς την οποία ήδη απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης), φόρτωσε στο ως άνω όχημα βαμβακόσπορο, με τη χρήση του φορτωτή, τον οποίο χειριζόταν ο τέταρτος εξ αυτών και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Ότι, μετά το πέρας της φόρτωσης και, προκειμένου να τοποθετηθεί επί του φορτίου το απαραίτητο για την ασφαλή μεταφορά τούτου πλαστικό κάλυμμα, ο ενάγων, αντί να χρησιμοποιήσει την ειδική σκάλα, προς διευκόλυνσή του, ζήτησε μετ' επιτάσεως από τον τέταρτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος, να τον ανεβάσει με το μηχάνημα αυτό, παράκληση, την οποία αποδέχθηκε ο τελευταίος.

Ότι ο ενάγων εισήλθε στον "κουβά" του ανυψωτικού μηχανήματος και ο τέταρτος των εναγομένων προέβη στον κατάλληλο χειρισμό για την ανύψωση τούτου μέχρι το ύψος της καρότσας του φορτηγού. Ότι, μετά την ολοκλήρωση της ως άνω εργασίας, άρχισε η σταδιακή κάθοδος του μηχανήματος, πλην όμως, τρία (3) μέτρα πάνω από το έδαφος, ο ενάγων έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος από το παραπάνω ύψος, με συνέπεια τον τραυματισμό του.

Ότι ο τέταρτος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ανέλαβε και εκτέλεσε το χειρισμό του ανυψωτικού μηχανήματος, ενήργησε με δική του ευθύνη και από "δικό του προσωπικό του πταίσμα" και ότι η πτώση του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητά του, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Συγκεκριμένα, με βάση τις ανωτέρω αντιφατικές, αλληλοαναιρούμενες και ελλιπείς αιτιολογίες, το Εφετείο, παρότι δέχθηκε ότι ο τέταρτος των εναγομένων-και ήδη τέταρτος των αναιρεσιβλήτων επέδειξε "επιβλαβή συμπεριφορά", η οποία εκδηλώθηκε "από δικό του προσωπικό πταίσμα", με το αναλάβει να ανεβάσει και να κατεβάσει τον ενάγοντα, με το ως άνω ανυψωτικό μηχάνημα, που χειριζόταν, γνωρίζοντας ως επαγγελματίας χειριστής ότι τούτο ήταν προορισμένο, αποκλειστικά και μόνο για τη μεταφορά φορτίου, χωρίς να αιτιολογήσει αν η ενέργεια αυτή οφείλεται σε αμελή τούτου συμπεριφορά και αν συνετέλεσε στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, ανεξαρτήτως της όποιας συνυπαιτιότητας του ενάγοντος.

Συνεπώς, από την ως άνω ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολόγηση υφίσταται ασάφεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αν, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ως άνω εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ως και αν συνετέλεσαν ή όχι στην επέλευση της ζημίας.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 914 του Α.Κ. Σημειώνεται ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την παραδοχή της προσβαλλομένης περί του ορθού χειρισμού του φορτωτή από το χειριστή του, τέταρτο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, κατά το στάδιο καθόδου του κάδου, είναι απαράδεκτες, καθόσον βάλλουν κατά πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν ανελέγκτως δεκτά ως αποδειχθέντα από το Εφετείο, ως αποτυπώνοντα, κατά τρόπο σαφή, τι αποδείχθηκε, χωρίς να απαιτείται η διατύπωση επιχειρημάτων από το Δικαστήριο περί του γιατί αποδείχθηκε.

Αντίθετα, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης από πρόστηση των δύο πρώτων εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, για το λόγο ότι ο τέταρτος εξ αυτών ενήργησε μεν κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, πλην όμως, το γεγονός αυτό γνώριζε και αποδέχθηκε ο ενάγων (παθών), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.

Πρέπει, συνακόλουθα, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως, ήτοι πλημμέλειες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί μερικά η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, που αφορά, αποκλειστικά, στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Μετά ταύτα, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το κεφάλαιο αυτό στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος απ' αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται, καθόσον, οι δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ενώ ο τρίτος εξ αυτών δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 57/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς το στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κεφάλαιο, που αφορά στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Μ. του Χ..

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το κεφάλαιο αυτό στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, στη σύνθεση του οποίου θα μετέχει άλλος δικαστής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στον αναιρεσείοντα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αίτηση του Χ. Κ. του Α. για αναίρεση της 57/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ