Supreme Court dismisses appeal on property ownership facts already settled by lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a third-instance court ruling regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate claims of acquisitive prescription, but the court found the lower court had correctly rejected these claims based on established facts. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 §2, 495 §3, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible when the lower court has already correctly assessed the facts and rejected the appellant's claims regarding property acquisition without new evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 479 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ. Α. κατοίκου ..., 2) Θ. Γ. Α., συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ... 3) Ε. Γ. Ξ., κατοίκου ..., (οδός ...), 4) Δ. Γ. Ξ., κατοίκου ..., οδός ...), οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Ορφανίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. Β., κατοίκου ..., ως κυρίου διαδίκου (ενάγοντα) στην δεύτερη δίκη που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Νικόλαο Κανελλόπουλο και Αλέξανδρο Στρίμπερη, 2) Ν.ΠΙ.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Παπαδημητρίου, 3)Του Υπουργού Οικονομικών, προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ..., που κατοικοεδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμαπου εκπροσωπήθηκε από τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 4) Σ. Β. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σ. Λάλα. ε) Α. Β. Γ., συζύγου Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 31-12-1977 ανακοπή του Σ. Β., την από 7-9-2000 κλήση προς συζήτηση της ως άνω ανακοπής που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν με τις από 3-4-2001 κύρια παρέμβαση του Ι. Γ. Α. κλπ και την από 6-2-1979 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, β) την από 3-2-1985 αγωγή του Χ.
Β. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν αντίστοιχα α) οι αποφάσεις: 108/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 913/2003 του Εφετείου Πατρών. Ακολούθως με την από 1-10-2003 κλήση επανήλθε προς μετ' απόδειξη συζήτηση η από 31-12-1977 ανακοπή, εκδόθηκε η 39/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, β) εκδόθηκε η 21/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και η 15/2003 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, 73/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι παρόντες διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του 4ου αναιρεσίβλητου Σ. Γ., υπέβαλε το αίτημα διατήρησης αναστολής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτησή της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, αν ο τελευταίος κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για την συζήτηση, δεν επιδόθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που υπάρχουν στον φάκελο της δικογραφίας, προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη δεν έχει γίνει από τους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες επίδοση ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο. Γι' αυτό, ως προς αυτήν, η οποία και δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη 1041ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία) και περαιτέρω, κατ' άρθρ. 1045ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Εξ ετέρου, κατ'άρθρ. 1049 ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου. Η διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Οι διατάξεις για την διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως.
ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητος ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα οριζόμενα κατ' άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσεώς του εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου και των ορίων του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Προσέτι, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την στήριξη του αγωγικού αιτήματος, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως απ' τον αρ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
ΙV. Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα ως άνω, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναιρετήριος λόγος θεμελιώνεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχει σημασία αν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων? αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου, πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας τη διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου, το κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ.ο.κ.
Προσέτι, κατά τον αριθμό 9 του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται, "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Έτι, περαιτέρω, συμφώνως προς τον αρ. 11 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν".
Ωσαύτως, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του ανωτέρω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
V. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με την προσβαλλομένη, 73/2017, απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση ) του αρ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αυτοί υποστηρίζουν, ότι: 1ο Σκέλος: 1ο Σκέλος "Η ένδικη αγωγή, έπρεπε να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού περιλαμβάνει στοιχεία ουσιωδώς λιγότερα από όσα απαιτούνται από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β ΚΠολΔ και συγκεκριμένα:
α) δεν προσδιορίζεται το σχήμα και η θέση των διεκδικούμενων ακινήτων των 160 στρεμμάτων συνολικά και μάλιστα των 40, 40 και 80 στρεμμάτων καθένα, μέσα στην όλη ιδιοκτησία μας των 685 στρεμμάτων ή των 638,08 στρεμμάτων, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση αποβολής και εγκατάστασης.
β) δεν προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένα τα όριά του με σημεία σταθερά και εντοπίσιμα επί του εδάφους αλλά αντίθετα προσδιορίζονται όχι μόνο με όμορες ιδιοκτησίες (που ενδεχομένως θα μπορούσαν -και υπό προϋποθέσεις- να εντοπισθούν), αλλά και με γενικούς φυσικούς ή γεωγραφικούς όρους, όπως "...", "...", "... ..." και "... του βουνού", "...", "...", "...", "...", "...", "...", "...",
γ) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πλευρική διάσταση.
δ) η επιφάνειά του 160 (40 + 40 + 80) στρεμμάτων είναι προφανές ότι είναι υπολογισμένη χονδρικά και χωρίς μέτρηση.
Αποτέλεσμα της πλήρους αοριστίας περιγραφής του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς είναι ότι παρά τις προσπάθειες πραγματογνωμοσυνών (όπου αυτό επιχειρήθηκε) κατέστη αδύνατο να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, όσο αφορά την εφαρμογή των σαφών και πλήρως εντοπισμένων τίτλων της δικής μας ιδιοκτησίας σε σύγκριση με τους αδιευκρίνιστους τίτλους ιδιοκτησίας του ανακόπτοντα.
Και έτσι, η προσβαλλόμενη χωρίς καν να αναφέρει στις παραδοχές της ο,τιδήποτε σχετικά με τη δική μας ιδιοκτησία τη θέση της και την έκτασή της, κατέληξε στο αίωλο και αναιτιολόγητο συμπέρασμα ότι η ιδιοκτησία του ανακόπτοντα βρίσκεται μέσα στη δική μας ιδιοκτησία των 638,08 στρεμμάτων, η οποία μας αποδόθηκε με την υπ' αριθμ. …47/1977 έκθεση "βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή Φ. Χ. Β..
Ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ θα δεχόταν ότι η ένδικη ανακοπή (είτε ως ανακοπή, είτε ως διεκδικητική αγωγή) αποτελεί παραδειγματική περίπτωση αόριστης και ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης αγωγής, αφού περιλαμβάνει ουσιωδώς λιγότερα στοιχεία από εκείνα που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις και θα την απέρριπτε ως απαράδεκτη.
Για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. 2ο Σκέλος: Συναφώς, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εμείς με τις προτάσεις μας τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου Πατρών και του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά την τελευταία συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και με την έφεσή μας και τους πρόσθετους λόγους της, προτείναμε νόμιμα και ότι η ένδικη αγωγή, σε οποιαδήποτε περίπτωση, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης αφού δεν περιέχει τα ελάχιστα στοιχεία που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ όσο αφορά την επιγραφή του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα:
α) δεν προσδιορίζεται το σχήμα και η θέση του διεκδικούμενου ακινήτου των 200 στρεμμάτων μέσα στην όλη ιδιοκτησία μας των 638,08 στρεμμάτων.
β) δεν προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένως τα όρια των τριών τμημάτων της υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του αντιδίκου με σημεία σταθερά και εντοπίσιμα επί του εδάφους αλλά αντίθετα προσδιορίζονται όχι μόνο με όμορες ιδιοκτησίες (που ενδεχομένως θα μπορούσαν να εντοπισθούν), αλλά και με γενικούς φυσικούς ή γεωγραφικούς όρους, όπως "...", "...", "... ..." και "... του βουνού", "...", "...", "...", "...", "...", "...", "...".
γ) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πλευρική διάσταση.
δ) η επιφάνειά του 160 στρεμμάτων των τριών αυτοτελών τεμαχίων του ενάγοντα (40 + 40 + 80) είναι προφανές ότι είναι υπολογισμένη χονδρικά και χωρίς μέτρηση.
Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψη προκειμένου να την καταστήσει ορισμένη για την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή αλλά προκύπτουν από "το από μήνα Μάϊο του έτους 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων των πραγματογνωμόνων Δ. Κ. και Π. Λ., που συνοδεύει την από το μήνα Μάϊο του έτους 2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτών, με στοιχεία ΤΕΜΑΧΙΟ 1 με αριθμούς συντεταγμένων: 5001-5002-5015-5014-5007- 5008-5009-5010-5011-5012-5013-5001
εμβαδού 22.317,58 τ.μ. και τεμάχιο 3Α με αριθμούς συντεταγμένων 5010-5009-5008-5046-5068-5016-5010, εμβαδού 90.923,91 τ.μ.
Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι είναι κύριος τριών (3) αυτοτελών τμημάτων, που δεν εφάπτονται μεταξύ τους ("αφισταμένων αλλήλων") με επιφάνεια 40, 40 και 80 στρεμμάτων αντίστοιχα, όπως τα περιγράφει ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδικάζει δύο τμήματα με διαφορετικές επιφάνειες από τις αιτούμενες, τα οποία μάλιστα δεν αφίστανται μεταξύ τους (όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή) αλλά εφάπτονται (αφού έχουν κοινή πλευρά 5008- 5009-5010) και το πρώτο είναι μικρότερο των 40 στρεμμάτων της αγωγής (22.317,58 τ.μ.) και το δεύτερο μεγαλύτερο και από το 2° (40 στρέμματα) και από το 3° της αγωγής (80 στρέμματα) αφού κατά την απόφαση είναι 90.923,91 τ.μ.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ.
Υπό άλλη προσέγγιση, η προσβαλλόμενη απόφαση που παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ όσον αφορά την περιγραφή του επίδικου ακινήτου για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, όπως προβλήθηκε νόμιμα με τις προτάσεις μου ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι δήθεν αυτά εκτίθενται με επάρκεια πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι επιδίκασε και στις δύο περιπτώσεις κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που ζητήθηκε και συγκεκριμένα ενώ ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι είναι κύριος τριών (3) αυτοτελών τμημάτων, που δεν εφάπτονται μεταξύ τους ("αφισταμένων αλλήλων") με επιφάνεια 40, 40 και 80 στρεμμάτων αντίστοιχα, όπως τα περιγράφει ανωτέρω στην αγωγή του, η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδικάζει δύο αυτοτελή τμήματα με διαφορετικές επιφάνειες από τις αιτούμενες, που προσδιορίζει με βάση "το από μήνα Μάϊο του έτους 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων των πραγματογνωμόνων Δ.
Κ. και Π. Λ., που συνοδεύει την από το μήνα Μάιο του έτους 2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτών, με στοιχεία ΤΕΜΑΧΙΟ 1 με αριθμούς συντεταγμένων: 5001-5002-5015-5014-5007-5008-5009- 5010-5011-5012-5013-5001 εμβαδού 22.317,58 τ.μ. και τεμάχιο 3Α με αριθμούς συντεταγμένων 5010-5009-5008-5046-5068-5016-5010, εμβαδού 90.923,91 τ.μ. , τα οποία τμήματα δεν αφίστανται μεταξύ τους αλλά εφάπτονται (αφού έχουν κοινή πλευρά 5008-5009-5010 του ανωτέρω σχεδιαγράμματος) και το πρώτο είναι μικρότερο των 40 στρεμμάτων των δύο πρώτων τεμαχίων της αγωγής (22.317,58 τ.μ.), χωρίς να προσδιορίζεται για ποιο από τα δύο αυτά τμήματα έγινε δεκτή η αγωγή και για ποιο από τα δύο αυτοτελή τμήματα αυτά απορρίφθηκε, και το δεύτερο ουσιωδώς μεγαλύτερο και από το το 3° αυτοτελές τμήμα της αγωγής (80 στρέμματα) ενώ κατά την απόφαση επιδικάζονται 90.923,91 τ.μ. (δηλαδη 10.923,91 τ.μ.
περισσότερα).". Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασηή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 α ΚΠολΔ, καθόσον έλαβε υπόψιν ανεπίτρεπτο κατά νόμον αποδεικτικό μέσον και δη την …0/2-3-2000 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου μηχανικού Μ.
Ρ., η οποία διορίσθηκε ως πραγμ/νας με την 135/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, αποδεικτικό μέσο που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην προκειμένη υπόθεση εν σχέσει με την θέση και (την) έκταση των επιδίκων ακινήτων του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου Χ. Β.. Εντούτοις, κατά τους αναιρεσείοντες παρά το ότι δεν προέκυψε η όρκιση της άνω πραγματογνώμονος, το Εφετείο έλαβε υπόψιν του την εν θέματι έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στην προσβαλλομένη απόφασή του βαρύνεται με την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψιν τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που περιέχονται στις σελίδες 31-39 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρεσεως και συναρτώνται με την περίπτωση της διαφιλονικούμενης εκτάσεως των 638, 08 στρεμμάτων, που τους αποδόθηκε με την …47/1977 "έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολλογίου Φ.
Β., έκταση επί της οποίας ισχυρίζονται ότι συγκυριεύουν εκείνοι και το ... κατά το ιδανικό ποσοστό του 1/2, και ότι αντίθετα ο αναιρεσίβλητος Χ. Β.ς δεν έχει δικαίωμα κυριότητος επί της εκτάσεως αυτής. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υπό το δεδομένο, ότι: "Στην ένδικη περίπτωση ο ενάγων Χ.
Δ. Β. πρόβαλε ότι είναι κύριος τριών αυτοτελών ακινήτων συνολικής έκτασης εκατόν εξήντα στρεμμάτων και συγκεκριμένα:
α) Ενός λιβαδίου εκτάσεως ογδοήκοντα (80) στρεμμάτων κειμένου στη θέση "..." απαρτιζόμενου εκ δύο αφισταμένων αλλήλων τεμαχίων εξ ων:
I) "Το μεν έν, έχον έκτασιν τέσσαρα κοντά (40) στρεμμάτων, συνορεύει ανατολικώς με ... και ... ή ..., δυτικώς με ... και ... ..., αρκτικώς με ... του βουνού ή ... και μεσημβρινώς με ... ... και ...".
II) "Το δεύτερον έχον και τούτο έκτασιν τεσσαράκοντα (40) στρεμμάτων, συνορεύει Ανατολικώς με ... και ... ..., δυτικώς με ... και ..., αρκτικώς με ... και μεσημβρινώς με δημόσιον δρόμον και αγρόν Σ. Ρ."
β) "Έτερον λειβάδιον έχον έκτασιν ογδοήκοντα (80) στρεμμάτων κείμενον εις θέσιν "..." ή "Γ. Σ." και συνορευόμενον ανατολικώς με ...ς και ..., δυτικώς με Ξηρόρευμα, ... ... και λειβάδιον Σ. Β. και Π. Σ.".
και ότι με την αναγκαστική εκτέλεση που έγινε με την υπ' αριθμ. …47/1977 "έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ. Χ. Β., έκταση επί της οποίας ισχυρίζονται ότι τον αποβάλαμε δήθεν από το ανωτέρω ακίνητο του.
Εμείς (καθώς και ο Β. Γ. αρχικά και ο Σ. Γ. στη συνέχεια, αλλά και το ...-Πτωχοκομείο, αλλά και το Ελληνικό Δημόσιο) με τις προτάσεις μας (σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης και στους δύο βαθμούς) αρνηθήκαμε τη διεκδικητική αγωγή προβάλλοντας ότι το ακίνητο που μας αποδόθηκε με την αναγκαστική εκτέλεση ανήκει στην αποκλειστική συγκυριότητα ημών του ... και του Γ., αρνούμενοι αιτιολογημένα την αγωγή.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή, παραβιάζοντας, όμως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1041 και 1045 ΑΚ αφού, με αυτά που δέχθηκε και περιλαμβάνονται αναλυτικά παραπάνω στέρησε εαυτήν νόμιμης βάσης ενώ περιλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα:
α) Με δεδομένο ότι στην ένδικη περίπτωση υπάρχουν δύο ομάδες ιδιοκτησιών (οι τρεις αυτοτελείς του ανακόπτοντα και η δική μας), που στηρίζονται σε διαφορετικούς τίτλους και σχεδιαγράμματα κύριο ζητούμενο, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1041 και 1045 ΑΚ είναι η εφαρμογή των τίτλων κάθε διάδικης πλευράς επί του εδάφους και τα συμπεράσματα από την εφαρμογή αυτή.
Στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για εφαρμογή τίτλων ιδιοκτησίας του δικού μας ακινήτου στο έδαφος, καθώς και για τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την εφαρμογή αυτή. Δεν αναφέρεται δηλαδή οποιαδήποτε παραδοχή σχετικά με το αν οι τίτλοι των δύο ιδιοκτησιών αφορούν την ίδια εδαφική έκταση ή όχι, αν εφάπτονται, αν επικαλύπτονται και σε θετική περίπτωση κατά ποιο συγκεκριμένο μέρος και επιφάνεια.
Καθόσον, αν οι δύο ιδιοκτησίες δεν επικαλύπτονται θα έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή γιατί θα αφορούσε διαφορετική εδαφική έκταση εκτός της ιδιοκτησίας μας.
Αν πάλι οι ιδιοκτησίες επικαλύπτονται, τότε, αφού διευκρινιζόταν κατά ποιο τμήμα τους (κατά θέση έκταση και όρια) ταυτίζονται, από εκεί και κάτω η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να περιλαμβάνει συγκεκριμένες πραγματικές παραδοχές (και σκέψεις) για ποιο νομικό λόγο είναι επικρατέστερη η κυριότητα του ανακόπτοντος από τη δική μας κυριότητα επί του ιδίου τμήματος εδάφους.
Αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση στην κατάστρωση της ελάσσονος πρότασής της δέχεται ότι ο ενάγων είναι κύριος των τριών εδαφικών εκτάσεων των 160 περίπου στρεμμάτων στην ένδικη περιοχή (που περιορίζει αυθαίρετα σε 113 στρέμματα), όπου έλαβε χώρα η αναγκαστική εκτέλεση, ως εάν η εδαφική έκταση της αναγκαστικής εκτέλεσης να μην ανήκει στην κυριότητα κάποιου (δηλαδή ημών).
Και συνεπώς με όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενη την αγωγή στερείται νόμιμης βάσης αφού είναι αδύνατον να υπαχθούν στις ανωτέρω διατάξεις τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε.
β) Συναφώς, σε περίπτωση που οι ιδιοκτησίες (τρεις του ενάγοντα και η δική μας επικαλύπτονται εν μέρει κατά 113 στρέμματα), όπως φαίνεται να δέχεται η προσβαλλόμενη στο διατακτικό της, δεν αναφέρει ο,τιδήποτε πραγματικό ώστε να προκύπτει σε ποια τμήματα επικαλύπτονται και σε ποιά όχι και, προεχόντως, δεν περιλαμβάνονται πραγματικές παραδοχές ώστε να γίνει εφαρμογή των ανωτέρω νομικών διατάξεων προκειμένου να εξαχθεί συμπέρασμα γιατί η κυριότητα του ενάγοντα είναι επικρατέστερη της δικής μας.
Και στην περίπτωση αυτή η αιτιολογία της προσβαλλόμενης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι καταφανώς ελλιπής.
γ) Αν πάλι η προσβαλλόμενη απόφαση υπονοεί ότι η δική μας κυριότητα καταλύθηκε με χρησικτησία του ενάγοντα, και πάλι η αιτιολογία της είναι καταφανώς ελλιπής αφού δεν αναφέρεται οπουδήποτε στην απόφαση ότι η ένδικη εδαφική έκταση των 160 ή 113 στρεμμάτων ανήκε αρχικώς στην ιδιοκτησία μας, αλλά ο ενάγων τη νεμόταν σε βάρος μας (προσδιορίζοντας και το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) και έτσι κατέστη κύριος από χρησικτησία.
Και στην περίπτωση αυτή η αιτιολογία της προσβαλλόμενης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι καταφανώς ελλιπής.
δ) Πέρα από τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει και αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, στο αν δηλαδή οι ιδιοκτησία του ανακόπτοντος και η δική μας ταυτίζονται.
Ενώ αποτελεί δεδομένο ότι με την αναγκαστική εκτέλεση αποδόθηκε σε μας τμήμα της ιδιοκτησίας μας 638,08 τ. μ. (όπως δέχεται επανειλημμένα η προσβαλλόμενη στις ανωτέρω παραδοχές της) σε άλλο σημείο του κειμένου της (και μάλιστα επανειλημμένα) δέχεται ότι: "το επίδικο ακίνητο των 200 στρεμμάτων που ανήκει κατά τα προαναφερόμενα στην κυριότητα του Σ. Β. του Γ., αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής, δεδομένου ότι η τελευταία οριοθέτησε το ακίνητο της δίκης, επί της άνω από 21.04.1973 αγωγής σύμφωνα με το οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ. Π., το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08 στρεμμάτων".
Με άλλες λέξεις η προσβαλλόμενη δέχεται ταυτόχρονα επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ότι:
I) με την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση άλλοτε μας αποδόθηκαν 638,08 στρέμματα και άλλοτε 1.408,78 στρέμματα, γεγονός που αποκλείεται να συναληθεύει και, προεχόντως, II) ότι ενώ η εδαφική έκταση των 200 στρεμμάτων του ενάγοντα Χ. Β. βρίσκεται εντός μεν της έκτασης των 1.408,78 στρεμμάτων του σχεδιαγράμματος Χ. Π. (που φέρεται, κατά την προσβαλλόμενη, ότι ακολούθησε από παραδρομή ο δικαστικός επιμελητής Β. κατά την ένδικη αναγκαστική του εκτέλεση) αλλά εκτός των 638,08 στρεμμάτων του σχεδιαγράμματος Π., τελικώς την τοποθετεί εντός της έκτασης των 638,08 στρεμμάτων και την επιδικάζει.
Για τους λόγους αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου, επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1041 και 1045 ΑΚ και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ". Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου πατέρα τους συνέτρεξαν όλες οι προυποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων περί έκτακτης χρησικτησίας, βάσει των οποίων αυτός απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα όχι μόνο επί του 1/5 εξ αδιαιρέτου, αλλά;
και επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου της εκτάσεως των 685 στρεμμάτων και παραλλήλως αποσβέσθηκε η προηγουμένη κυριότητα. Το δε Εφετείο, που με την βαλλομένη απόφασή του, δεχθέν ότι με την άσκηση της (στραφείσας μόνο κατά Βασ. Γ. και ...) αγωγής του αναιρεσιβλήτου Χ. Β. διεκόπη η χρησικτησία κυριότητος του πατέρα τους Γ.
Α. και συνακόλουθα των ιδίων (αναιρεσειόντων) και απόρριψαν την κύρια παρέμβασή τους και την έφεσή τους,υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια παραβιάζοντας τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθ. 1045, 974 και 1049 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών. Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι τόσο η κύρια παρέμβασή τους (πρωτοδίκως), όσο και με πρόσθετο λόγο εφέσεως είχαν προβάλει, ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση ο δικαιοπάροχός τους , Γ.
Α., κατέστη κύριος του 1/5 της ένδικης εκτάσεως με τακτική χρησικτησία, αφού:
α) Απέκτησε τη νομή της εκτάσεως με μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό τίτλο (…92/1-12-77) του συμ/φου Μεσολογγίου Δ. Μ.),
β) υπήρξε καλόπιστος νομέας κατά την κτήση της νομής της εκτάσεως και για αδιάλειπτο διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών και γ) ασκούσε σε ολόκληρο το ανωτέρω διάστημα συγκεκριμένες υλικές πράξεις, από τις οποίες συνάγεται η φυσική εξουσίαση της εκτάσεως και η βούληση να την κατέχει ως δική του, τουλάχιστον κατά το ποσοστό αυτό. Εν τούτοις, η προσβαλλομένη, κατά τους αναιρεσείοντες, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψιν τον προρρηθέντα ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και είχαν προβάλει νομίμως, θα οδηγούσε δε σε παραδοχή της κυρίας παρεμβάσεως.
ΙV. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως ακολούθως: Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος-απόδειξης Τ. Π., που περιέχεται στην υπ' αριθμό 61/1990 εισηγητική έκθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των κυρίως παρεμβαινόντων-ανταπόδειξης Δ.
Κ. του Σ., η οποία δόθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 21/2002 οριστική (παραπεμπτική) απόφαση αυτού πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα του καλούντος-εφεσιβλήτου Γ. Σ. του Κ., του μάρτυρα των εκκαλούντων της από 10-3-2002 έφεσης-ανταπόδειξης Χ.
Ι. του Κ. και του μάρτυρα των κυρίως παρεμβαινόντων-εκκαλούντων της από 12-3- 2003 έφεσης, Ν. Τ. του Ε., που δόθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Εφετείου Πατρών και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την 399/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού πρακτικά τη δημόσιας συνεδρίασής του, της από 29/2/2000 και με αριθμό κατάθεσης 10/2-3-2000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικού διαγράμματος (τοπογραφικής αποτύπωσης περιοχής επιδίκων από 28-2-2000) της Μ.
Β. Ρ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου της Δνσης Τεχν. Υπηρ. του Νομού ..., που διορίσθηκε με την 135/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, της από 31-10-2007 και με αριθμό κατάθεσης 18/2007 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή από 31-10-2007 σχεδίου πραγματογνωμοσύνης με θέμα σχεδίου "τοποθέτηση επιδίκων σε υπόβαθρο χάρτη της ΓΥΣ Αρ.
φύλλων 6213.4 και 6213.6" των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Δ. Π. και Γ. Γ., που διορίσθηκαν με την 1155/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για τα ζητήματα που έθεσε η 725/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, της από το μήνα Μάιο του έτους 2011 και με αριθμό κατάθεσης 7/2011 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή από το μήνα Μάιο του έτους 2011 τοπογραφικού διαγράμματος με πίνακα συντεταγμένων των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Δ.
Κ. και Π. Λ., που διορίσθηκαν με την 399/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προκειμένου να• χρησιμοποιηθούν είτε ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, άρθρα 339, 432-465 ΚΠολΔ), είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δηλαδή για την ενίσχυση των απόψεων του δικαστηρίου, εφόσον επιτράπηκε η απόδειξη και με μάρτυρες (άρθρο 395 ΚΠολΔ), στα οποία (δικαστικά τεκμήρια) περιλαμβάνονται οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ, ΑΠ 496/201,6, ΑΠ 616/2015, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 1471/2014, ΑΠ 1025/2014 Νόμος) και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και τα επ' αυτών τοπογραφικά διαγράμματα (άρθρο 392 ΚΠολΔ, Ολ.
ΑΠ 11/2005, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 624/2013, ΕΦ ΠΕΙΡ 34/2015, ΑΠ 621/2000 Νόμος) όπως η από 25-7-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Ζ., Αγρονόμου-Τοπογράφου από μηνός Σεπτεμβρίου Ιανουαρίου 2009 και από μηνός Σεπτεμβρίου 2012 τεχνική έκθεση του Γ. Π., Αγρονόμου -Τοπογράφου από μηνός Φεβρουαρίου 2009 τεχνική έκθεση - γνωμοδότηση του Χ. Ι. από μηνός Απριλίου 2012 σχολιασμός "πραγματογνωμοσύνης του Χ.
Ι., από μηνός Ιανουαρίου 2013 συμπληρωματικό σημείωμα σχολιασμού του Χ. Ι. καθηγητή ΕΜΠ, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση "..." ή. "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... του Δήμου Μεσολογγίου τoυ Νομού ... και αποτελούνται: α)από ένα λιβάδι, το οποίο με τη σειρά του αποτελείται από δύο μικρότερα και αφιστάμενα μεταξύ τους εδαφικά τεμάχια,- εμβαδού 40 στρεμμάτων το καθένα. Το πρώτο συνορεύει ανατολικά, με,... .και ,....
ή ..., δυτικά με ... και ... ..., βόρεια με ... του βουνού ή,Χιλιάδες και νότια με ... ... και ... και το δεύτερο ανατολικά με ... και ... ..., δυτικά με ... και ..., βόρεια με βουνό και νότια με δημόσιο δρόμο και αγρό Σ., Ρ. και β) από ένα άλλο λιβάδι, εμβαδού 80 στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με ... και υψηλό βράχο, δυτικά με Ξηρόρευμα, ... ...
και λιβάδι Σ. Β., βόρεια με εθνικό λιβάδι και βράχο και νότια με λειβάδια Σ. και Π. Σ.. Τα ανωτέρω ακίνητα ανήκαν κατά κυριότητα αρχικά, στον παππού του ενάγοντος Χ. Β. του Δ., δικηγόρο Μεσολογγίου, ο οποίος εξουσίαζε και νεμόταν αυτά με νόμιμο τίτλο, ήτοι: α) ...17/18-10-1910 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών Δήμου … στον τόμο …9 και αριθμό ….83, δυνάμει του οποίου αγόρασε από τον πατέρα του Δ.
Β. του Γ. ένα λιβάδι έκτασης 280 στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το δεύτερο με στοιχείο β εκ των περιγραφομένων παραπάνω επιδίκων ακινήτων έκτασης 80 στρεμμάτων και το οποίο (μεγαλύτερο ακίνητο των 280 στρεμμάτων) είχε περιέλθει στον ανωτέρω πωλητή από την κληρονομία του πατέρα του Γ. Δ. Β., που απεβίωσε κατά το έτος 1866 και είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο από το Θ.
Γ. κατά το έτος 1852 και
β) το ...32/30-12-1906 Παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, δυνάμει του οποίου έλαβε 80 στρέμματα αποτελούμενα από δύο εδαφοτεμάχια έκτασης 40 στρεμμάτων το καθένα, με όρια που αντιστοιχούν ακριβώς στο προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο με στοιχείο α, αποτελούμενο από τα ανωτέρω εδαφικά τεμάχια έκτασης 40 στρεμμάτων το καθένα, καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτών, μέχρι το χρόνο του θανάτου του κατά το έτος 1965, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση, προορισμό και χαρακτήρα τους πράξεις εκμετάλλευσης, ήτοι εκμισθώνοντας αυτά προς βοσκή ή καλλιέργεια.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε αντίγραφο ...06/9-11-1911 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, εκμίσθωσε στο γεωργό Κ. Π. του Τ., δηλαδή στον πατέρα του μάρτυρα του ενάγοντος Τ. Π. του Κων/νου, ο οποίος στην προαναφερόμενη κατάθεση αυτού [σελίδα 7 της ανωτέρω 61/1990 εισηγητικής έκθεσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου] αναφέρεται στην παραπάνω μίσθωση.
Όταν ο ανωτέρω Χ. Β. του Δ. απεβίωσε κατά το έτος 1965 τα παραπάνω δύο επίδικα ακίνητα περιήλθαν με κληρονομία στον υιό του και πατέρα του ενάγοντος, δηλαδή στο Δ. Β. του Χ., τραπεζικό υπάλληλο, δυνάμει της από 10-6-1963 ιδιόγραφης διαθήκης του πρώτου, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το 186/1965 πρακτικό του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκε ο τελευταίος δυνάμει της 156/5-9-1965 έκθεσης αποδοχής κληρονομιάς του γραμματέα του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο …5 και αριθμό ...43.
Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του ο Δ. Β. του Χ. εγκαταστάθηκε στα παραπάνω κληρονομικά ακίνητα και εξακολούθησε να ασκεί με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτών τις προαναφερόμενες πράξεις εξουσίασης που ασκούσε και ο πατέρας του μέχρι το χρόνο του θανάτου του κατά το έτος 1974.
Μετά το θάνατο του Δ. Β. του Χ. τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν με κληρονομία κατά κυριότητα στον ενάγοντα, δηλαδή στον υιό του Χ. Β. του Δ., χημικό, δυνάμει της από 10-6-1973 ιδιόγραφης διαθήκης .του πρώτου, η οποία δημοσιεύθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 500/1974;
απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκε αυτός (ενάγων) με την υπ' αριθμό ...9/18-7-1974 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο …3 και αριθμό ...78. Ο ενάγων, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα και εξακολούθησε να ασκεί επ' αυτών με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις που ασκούσαν προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί του, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτών τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομία, αποδοχή, μεταγραφή) όσοι και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας και εικοσαετίας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Με τους παραπάνω τρόπους είχαν καταστεί κύριοι των επίδικων και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος. Για τις ανωτέρω πράξεις νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, με τα προσόντα της -τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, σαφείς, κατηγορηματικές και κατά την κρίση του δικαστηρίου περισσότερο αξιόπιστες από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και των κυρίως παρεμβαινόντων είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, διότι με σαφήνεια και με άμεση γνώση όσων καταθέτουν αναφέρουν με λεπτομέρεια όσα υπέπεσαν στην αντίληψη τους και συνδέονται με τα ,θέματα απόδειξης.
Ειδικότερα, ο μάρτυρας του ενάγοντος Τ. Π., κάτοικος ... και ηλικίας 64 ετών κατά το έτος 1991, μεταξύ άλλων καταθέτει και τα εξής; "....Τα παραπάνω κτήματα που ανέφερα ανήκαν αρχικά στον παππού του ενάγοντα ο οποίος τα είχε αγορασμένα με συμβόλαιο περίπου το 1900. Πλην τα δύο τμήματα τα αποτελούμενα από 40 στρέμματα τα οποία είχε με παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου.
Ο παππούς του ενάγοντα εκμεταλλεύτηκε τα κτήματα αυτά όσο ζούσε και μέχρι το 1965, μετά το θάνατο του παππού του τα κτήματα τα πήρε ο πατέρας του ενάγοντα ο Δ. Χ., Β. ο οποίος έζησε μέχρι το 1974 και μέχρι τότε τα εκμεταλλευόταν για λογαριασμό του. Μετά τον θάνατο αυτού τα κτήματα περιήλθαν στον ενάγοντα ο οποίος τα εκμεταλλευόταν μέχρι και την ημέρα της αποβολής του.
Οι ανωτέρω ιδιοκτήτες εκμεταλλεύοντο τα επίδικα αγροτεμάχια φανερά χωρίς ποτέ κανένας να τους εμποδίσει και όλος ο κόσμος στον ... το ήξερε πώς ήταν δικά τους. Ποτέ στο παρελθόν μέχρι της αποβολής του ενάγοντα δεν είχαν εμποδιστεί από κανέναν. Τα παραπάνω αγροτεμάχια κυρίως τα εκμεταλλεύοντο σαν λιβάδια για βοσκή ζώων πλην ένα κομμάτι από τα ογδόντα στρέμματα το οποίο εκαλλιεργείτο με βρώμη και καπνό και ήταν περίπου το καλλιεργήσιμο αυτό κομμάτι 8-10 στρέμματα.
Τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι του ποτέ δεν•ασχολήθηκαν αυτοπροσώπως με τη βοσκή ζώων, διότι ο μεν παππούς ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα ο γιός του ήταν τραπεζικός υπάλληλος και ο ενάγων είναι χημικός. Όμως οι ανωτέρω πάντοτε τα εξεμίσθωναν σε τρίτους. Γνωρίζω ότι τά επίδικα αγροτεμάχια ενοικιάζοντο σε διάφορους τρίτους για βοσκή και ειδικότερα στον πατέρα μου Κ.
Τ., Π. και για την οποία μίσθωση υπάρχει και συμφωνητικό του έτους 1911 το οποίο και σας προσκομίζω. Επίσης ξέρω ότι ενοικιαστής των ανωτέρω αγροτεμαχίων ήταν και ο Γ. Δ., Β. και ο Σ. Μ. και εν συνεχεία ο γιός του Κ. Μ.. Και ο τελευταίος ενοικιαστής από το 1930 μέχρι και τον χρόνο της αποβολής ενοικιαστής ήταν ο Σ.
Γ., Β. κάτοικος ..." [σελίδες 6 και 7 της 61/1990 εισηγητικής έκθεσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου], Επίσης ο μάρτυρας του ενάγοντος Γ. Σ., κάτοικος και αυτός ..., ηλικίας 62 ετών κατά το έτος 2009 κατά τα οποίο ήταν αιρετός διαμερισματικός σύμβουλος και τέως Πρόεδρος της Κοινότητας ..., μεταξύ άλλων καταθέτει και τα εξής: "...Πριν την περίφραξη που μπήκε με δικαστική απόφαση την περιοχή αυτή την εξουσίαζαν οι Β.
Αυτό λέγεται στην περιοχή. Έτσι τα θυμάμαι αυτά από τότε που ήμουν μικρός και μέχρι σήμερα που είμαι 62 ετών...Πριν την εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως το 1977 εξουσία με όλες τις μορφές εκμετάλλευσης όπως λέγεται ασκούσαν οι Β... Αυτό που εκτέλεσε ο δικαστικός επιμελητής με περίφραξη το 1977 είναι Β., Το 1977 με την δικαστική απόφαση μπήκε εκεί ο Γ.ς.
Ο Σ. Β.ς το είχε και το βοσκούσε όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Πριν τον Γ. πριν από την περίφραξη δεν υπήρχε ουδείς άλλος εκεί όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Από τη θέση ... μέχρι τη θέση ... όλη η έκταση αυτή είναι του Β... Είμαι 62 ετών και εκεί ήταν όλα αυτά τα χρόνια Β..... Ο Σ. Β.ς κατείχε την έκταση αυτή και την μίσθωνε από τα εξαδέλφια του..." [σελ. 3 και 4 των ταυτάριθμων με την 399/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Πατρών πρακτικών της δημόσιας στο ακροατήριο του συνεδρίασης].
Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το εναγόμενο ... με τους εκπροσώπους του και ο κληρονομηθείς από τους λοιπούς εναγόμενους Β. Γ. που απεβίωσε την 26-2-1982, αν και γνώριζαν ότι ο ενάγων ήταν κύριος της επίδικης έκτασης, εν τούτοις κατά το χρονικό διάστημα από 17 έως 21 Δεκεμβρίου 1977 αλλά και (κυρίως) αργότερα προέβησαν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του άνω ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, διότι, εφόσον αρχικά επιμελήθηκαν, με την 647/17, 19, 20 και 21 Δεκεμβρίου 1977 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Χ. Β., την αναγκαστική εκτέλεση της 21/1976 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε ερήμην των παρακάτω αναφερομένων εναγομένων και αντιμωλία των άνω εναγόντων καθώς και της παρακάτω αναφερόμενης κυρίως παρεμβαίνουσας επί των α) από 21-4-1973 αγωγής αυτών κατά των Κ. Σ. Μ., Π. συζ.
Κ. Μ., Δ. Κ. Μ., Σ. Δ. Μ., Γ. Β. Β. και Β. Ν. Β. και β) από 4-9- 1973 κύριας παρέμβασης της κοινότητας ... και κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της από 17-3-1976 έφεσης της ανωτέρω κοινότητας ... με την 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατόπιν απέβαλαν, από την εδαφική έκταση που περιγράφεται στην ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης, στην οποία (εδαφική έκταση) περιλαμβάνονται και εδαφικά τμήματα της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας του ενάγοντος συνολικής έκτασης 113.241,49 τ.μ.
Η εν λόγω έκταση προκύπτει κυρίως από την από το μήνα Μάιο του έτους 2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτη τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων των πραγματογνωμόνων Δ. Κ. και Π. Λ., αγρονόμων-τοπογράφων μηχανικών, που διορίσθηκαν με την 399/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Πατρών, αλλά και των προαναφερομένων από 29-2-2000 και με αριθμό κατάθεσης 10/2-3-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντας αυτή τοπογραφικού διαγράμματος (τοπογραφικής αποτύπωσης περιοχής επιδίκων από 28-2-2000) της Μ.
Β. Ρ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου της Δνσης Τεχν. Υπηρ. του Νομού ..., που διορίσθηκε με την 135/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και από 31-10-2007 και με αριθμό κατάθεσης 18/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή από 31-10-2007 σχεδίου πραγματογνωμοσύνης με θέμα σχεδίου "τοποθέτηση επιδίκων σε υπόβαθρο χάρτη της ΓΥΣ Αρ.
Φύλλων 6213.4 και 6213.6" των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Δ. Π. και Γ. Γ., που διορίσθηκαν με την 1155/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με τρόπο, που κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου παρέχουν αξιοπιστία και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, τους φερόμενους ως παρανόμως κατέχοντες-εναγόμενους (της από 21-4-1973 αγωγής) την ανήκουσα κατά τις ανωτέρω αποφάσεις με αριθμούς 21/1976 και 568/1976 στους άνω ενάγοντες, με ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο πρώτο και 3/4 εξ αδιαιρέτου στο δεύτερο, εδαφική έκταση 638,03 στρεμμάτων, στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν οι ίδιοι οι άνω ενάγοντες με τα ανωτέρω ποσοστά στην παραπάνω εδαφική έκταση, στην οποία ανήκουν και το ανωτέρω τμήμα έκτασης 113.241,49 τ.μ, και άρχισαν να προβαίνουν σε διάφορες πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος Χ.
Β. του Δ. και αποβολή του τελευταίου από την ιδιοκτησία του. Συγκεκριμένα, προέβησαν σε ισοπέδωση τμημάτων της επιδίκου εκτάσεως με μηχανικά μέσα, δηλαδή με μπουλντόζες και σε τοποθέτηση οροσήμων, στη συνέχεια δε εκχέρσωσαν και φύτευσαν ελαιόδενδρα σε μεγάλα τμήματα αυτής. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την ίδια την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης και δέχεται και η 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ο συντάκτης αυτής Φ.
Β., από προφανή παραδρομή και έλλειψη εξιδιασμένης γνώσης, όπως εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, χωρίς να προσλάβει πρόσωπα αρμόδια να προβαίνουν στην εξεύρεση ακινήτων και στην οριοθέτηση αυτών, δηλαδή πολιτικούς μηχανικούς ή τοπογράφους κλπ, αντί κατά την άνω διαδικασία εκτέλεσης να εφαρμόσει το από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Β.
Π., νομομηχανικού στην 1η ΥΕΚΕ Πατρών, που διορίσθηκε με την 49/1974 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο (σχεδιάγραμμα) συνοδεύει την αναφερόμενη στις ανωτέρω δύο δικαστικές αποφάσεις από 24-6-1975 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και αναβιβάζει την έκταση στην οποία ορίζεται να γίνει εκτέλεση σε 638,08 στρέμματα και για την οποία (έκταση) έγινε εν μέρει δεκτή η από 21-4-1973 αγωγή, με όρια ανατολικά με τη θέση ...
περιφερείας ... κοινότητας ... και βραχώδεις πρόποδες …, δυτικά με ιδιόκτητα κτήματα και τη θέση Ξυλοκερατιά, βόρεια με ιδιόκτητα κτήματα ... και δασικών ή κοινοτικών περιφερειών ... και νότια με ιδιόκτητα κτήματα και δημόσια .ορό ...-..., εφάρμοσε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο στην ανωτέρω δίκη από 15-10-1975 από την ανωτέρω κυρίως παρεμβαίνουσα κοινότητα ... "οριζοντιογραφικόν διάγραμμα επιδίκου τμήματος κειμένου επί ν.δ.
κλιτύος όρους ... υπό κλίμακα 1:5000 που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός της Νομαρχίας ... Δνσης Εσωτερικών ΤΥΔΚ Χ. Π.ς με υπόμνημα στο οποίο αναφέρεται ότι: "1.-Η αποτύπωσις εγένετο δια περιμετρικής οδεύσεως δια της μεθόδου της ταχυμετρίας 2.- Η εμβαδομέτρησις εγένετο δι' εμβαδομέτρου εις 5 μετρήσεις 3.-Εξαχθέν εμβαδόν 1.408,778 στρέμματα.
Παρατήρησις. Οι ιδιοκτήται και τα όρια των ιδιοκτησιών υπεδείχθησαν επί τόπου υπό του Προέδρου της κοινότητας ...; κοινοτικών συμβούλων, κατοίκων τινών της κοινότητος και του αγροφύλακος. Σημειούται ότι εγένετο κατά το εφικτόν εφαρμογή των υπ' αριθμ. …20/17-8-70 και …02/23-10-970 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ε.
Π.. Κατά την σύνταξιν του παρόντος ελήφθη υπ' όψιν και το υπό του ορισθέντος πραγματογνώμονος Πολ. Μηχ. Κ. Β. Π. συνταχθέν σχεδιάγραμμα μετά του οποίου το παρόν οριζοντιογραφικόν διάγραμμα αφίσταται κατά το Βόρειον και Δυτικόν τμήμα μόνον". Στη συνέχεια ο ανωτέρω Δικαστικός Επιμελητής ως όργανο της εκτέλεσης των άνω δικαστικών αποφάσεων άρχισε χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων δηλ.
των επισπευδόντων την εκτέλεση και των καθών η εκτέλεση, την 17-12-1977 να ενεργεί την οριοθέτηση του περιγραφόμενου στο ανωτέρω οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ. Π. ακινήτου. Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση κατά την οποία: ...Τα όρια της εν της άνω αποφάσει αναφερομένης εκτάσεως λαμβάνονται βάσει του από 15-10-1975 οριζοντιογραφικού διαγράμματος του Μηχανικού ΤΥΔΚ Χ.
Π.... από τη νότια πλευρά με την τοποθέτηση σιδηρών πασάλων "μέχρι του σημείου συναντήσεως του αγροκτήματος Σ. Μ.", όπως αναφέρεται στην παραπάνω πράξη, χωρίς όμως να περιγράφεται το σημεία αφετηρίας της παραπάνω νότιας πλευράς του ακινήτου, στο οποίο έγινε η εγκατάσταση των άνω εναγόντων, μετά τη φερόμενη αποβολή των άνω εναγομένων από αυτό, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της άνωΝ έκθεσης που περιγράφηκε την τελευταία ημέρα της εκτέλεσης, δηλαδή την 21η Δεκεμβρίου 1977, κατά την οποία: "Ούτω εξετέλεσα την άνω απόφασιν δια της αποβολής εκ της προπεριγραφόμενης εκτάσεως των καθών αφενός και αφετέρου δια της οριοθετήσεως του όλου αγροκτήματος δι' εμπίξεως σιδηρών πασσάλων ως λεπτομερώς προανέφερα και εγκατέστησα εν αυτώ τους άνω επισπεύδοντας κατά την αναλογούσαν ενός εκάστου τούτων μερίδα οίτινες παρέλαβον και ήρξαντο δια μηχανημάτων την εκχέρσωσιν τούτου προς δενδροφύτευσιν.", Στη συνέχεια την 19-12-1977 ο ίδιος δικαστικός επιμελητής χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων εξακολούθησε την εκτέλεση οριοθετώντας το ακίνητο κατά την ανατολική του πλευρά, όπως εκτιμάται, με την τοποθέτηση πασάλων εκ σιδήρου έως το σημείο ..., όπως αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση.
Όταν την επομένη ημέρα, δηλαδή την 20-12-1977 ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής επισκέφθηκε το ακίνητο στο οποίο εκτελούσε την αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς την παρουσία των ενδιαφερομένων προσώπων, προκειμένου να εξακολουθήσει την οριοθέτηση αυτού κατά τα ανωτέρω και κατά τη δυτική πλευρά του εν λόγω ακινήτου, εμφανίσθηκε ο Σ.
Β.ς του Γ., που ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη-ποιμένα και δήλωσε στον επιμελητή ότι ένα τμήμα του επιδίκου ακινήτου στη δίκη επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής, το οποίο είχε έκταση 40 περίπου στρεμμάτων και τμήμα αυτού ήταν καλλιεργημένο με βρώμη ανήκει στον ίδιο, με αποτέλεσμα ο επιμελητής να εξαιρέσει, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στην ένδικη πράξη εκτέλεσης, το εν λόγω καλλιεργημένο τμήμα και στην οριοθέτηση της δυτικής πλευράς του άνω επιδίκου•να μη συμπεριλάβει και αυτό.
Την επομένη ημέρα, δηλαδή την 21-12-1977, κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση των άνω αποφάσεων με την αποβολή των εναγομένων από το ακίνητο και την εγκατάσταση σ' αυτό των άνω εναγόντων, όπως προαναφέρθηκε, ο δικαστικός επιμελητής οριοθέτησε τη βόρεια πλευρά του ακινήτου με την τοποθέτηση πασάλων από σίδηρο ως εξής κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω έκθεση: "Πρώτος πάσσαλος εις θέσιν ..., ένθα υπάρχει ένα τσουγκρί (πέτρες), δεύτερος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπου προς ανατολάς δεύτερο τσουγκρί, τρίτος πάσσαλος εις θέσιν αγραπιδιά, βορείως κειμένης του υψώματος ...
και ο τέταρτος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπού οικιών Μ. με κατεύθυνσιν από αγραπιδιά νοτιοατολικήν, εκείθεν δε με ... και με νοητήν γραμμήν μέχρι συναντήσεως θέσεως ....". Από την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης, το από 15-10-1975 οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ., Π., το από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του Β. Π., που συνοδεύει την από 24-6-1975 πραγματογνωμοσύνη αυτού, η οποία πραγματοποιήθηκε με την παρουσία του αρχικού εναγομένου Β.
Σ. Γ., που συμφώνησε στα όρια του επιδίκου, που υπέδειξε ο παριστάμενος επίσης Σ. Β.ς του Γ. και επιδικάσθηκαν υπέρ των εναγόντων της από 21-4-1973 αγωγής ακινήτου συνολικής έκτασης 638,08 στρεμμάτων, όλες τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες, τις προαναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και τα προαναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το περιγραφόμενα στην τελευταία από το μήνα Μάϊο του έτους 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Δ.
Κ. και Π. Λ. εδαφικά τμήματα συνολικής έκτασης 113.241,49 τ.μ,, που ανήκουν στην ιδιοκτησία του ενάγοντος συνολικής έκτασης 160 στρεμμάτων, αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής. Συγκεκριμένα με την έκθεση αυτή οριοθετήθηκε το ακίνητο της δίκης επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής, σύμφωνα με το οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ.
Π., το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08 στρεμμάτων, κατά την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή και διατάχθηκε η αποβολή των εναγομένων και η εγκατάσταση των εναγόντων της από 21-4-1973 αγωγής σ' αυτή και στη συνέχεια καταλήφθηκε από τους επισπεύδοντες την εκτέλεση, οι οποίοι, με την συμπεριφορά τους αυτή απέβαλαν της νομής αυτού (ήτοι εδαφικού τμήματος 113.241,49 τ.μ., οπτό την κατά τα ανωτέρω συνολική έκταση 160 στρεμμάτων που ανήκει στον ενάγοντα) τον ενάγοντα, νόμιμο κύριο της επίδικη έκτασης, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητας αυτού.
Ο εν λόγω ενάγων λόγω της ως άνω προσβολής άσκησε την από 3-9-1984 διεκδικητική αγωγή που κρίνεται εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το με την από 21-4-1973 προαναφερόμενη αγωγή φερόμενο ως συγκύριο της έκτασης της ευρισκομένης στην ίδια με τα επίδικα περιοχή των 685 στρεμμάτων σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, τα οποία περιορίσθηκαν σε 638,08 στρέμματα με την ανωτέρω 21/1976 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ..., με την 159/25-11-1977 απόφαση της διοικούσας επιτροπής αυτού, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την επίσπευση της εκτέλεσης της παραπάνω δικαστικής απόφασης με την προαναφερόμενη 647/1977 έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου του δικαστικού επιμελητή το Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Β., δέχθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη του φερόμενου ως άλλου συγκυρίου με ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου της ίδιας έκτασης, δηλαδή του Β. Γ., την πρόταση του πατέρα των κυρίως παρεμβαινόντων, δηλαδή του Γ. Α., να εγκρίνει την αξιοποίηση αυτής (έκτασης 685 στρεμμάτων) με την παραχώρησή της στον τελευταία για μια πενταετία, προκειμένου να αξιοποιήσει την έκταση αυτή, μεταβάλλοντάς της σε ελαιοστάσιο, με τη χρήση άρτιου μηχανικού εξοπλισμού και την εν συνεχεία μεταβίβαση αυτής- σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή με τη μεταβίβαση 342,5 στρεμμάτων, με τις προϋποθέσεις μάλιστα, όπως μνημονεύονται και στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε φωτοτυπικό αντίγραφο 159/25-11-1977 απόφαση της διοικούσας επιτροπής του ...:
α)να ελαιοφυτευθεί η συνολική έκταση των 685 στρεμμάτων, τα δε δένδρα κατά την παράδοση και την μετά από παρέλευση της πενταετίας μεταβίβαση αυτής να είναι ηλικίας πέντε (5) ετών ή-στην περίπτωση μερικής αποτυχίας κατά τη φύτευση των δενδρυλίων - τριών ή τεσσάρων ετών και β) να η εγκριθεί η ανωτέρω απόφαση από το Υπουργείο Οικονομικών.
Ακολούθως και πριν την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης ,την 1-12-1977•ο Β. Γ. φέρεται να μεταβιβάζει, με το ...92/1-12-1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Μ.ή, αιτία πωλήσεως στο Γ. Α., τον οποίο οι κυρίως παρεμβαίνοντες θεωρούν ότι κληρονόμησαν στη διεκδικούμενη με την παρέμβασή της έκταση των 342,5 στρεμμάτων, εδαφική έκταση 132 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου από τη συνολική έκταση των 685 στρεμμάτων, στην οποία φερόταν ως συγκύριος σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή σε έκταση 513,75 εξ αδιαιρέτου.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες δεν κατέστησαν (συγ)κύριοι της διεκδικούμενης από αυτούς εδαφικής έκτασης ούτε με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά) αλλά ούτε και με πρωτότυπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, διότι: 1) η προαναφερόμενη απόφαση της διοικούσας επιτροπής του ..., δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε ως προσύμφωνο, αφού δεν καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρα 166, 369, 1033 Α.Κ.), ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει ότι είχε ολοκληρωθεί η περιεχόμενη στην άνω απόφαση της διοικούσας επιτροπής συμφωνία κατά τη λήξη της πενταετίας, διότι δεν αποδεικνύεται ότι τα έλαιόδενδρα κατά τη λήξη της πενταετίας (31-12-1982) είχαν φυτευθεί σε όλη την επιφάνεια των 685 στρεμμάτων και είχαν ηλικία 5 ετών, ούτε ότι η περιγραφόμενη στην παραπάνω απόφαση της διοικούσας επιτροπής του ...
συμφωνία μεταξύ αυτού και του Γ. Α. είχε εγκριθεί από το Υπουργείο Οικονομικών και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του• προαναφερόμενου συμβολαίου (1-12-1977) ο φερόμενος ως πωλητής της εκτάσεως των 132 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου, δεν ήταν κύριος αυτής, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε δικαίωμα κυριότητας και κατά το χρόνο πραγματοποίησης της αναγκαστικής εκτέλεσης ήταν ο ενάγων και 2) δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση της διεκδικούμενης με την κυρία παρέμβαση εδαφικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ο χρόνος αυτής, που επικαλούνται οι κυρίως παρεμβαίνοντες, στο πρόσωπο του πατέρα τους (από το τέλος του•έτους 1977 έως το χρόνο του θανάτου του κατά την 30-4-...) ήταν μικρότερος της εικοσαετίας, δεδομένου ότι κατά τα πρώτα πέντε έτη αυτής τουλάχιστον (δηλαδή έως την 31-12-1982) δεν μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να γίνει λόγος για τη συνδρομή της προϋπόθεσης της κατοχής με διάνοια κυρίου, εφόσον ο Γ.
Α. γνώριζε ότι αυτή ασκείται για λογαριασμό των φερομένων ως συγκυρίων της συνολικής, έκτασης των 685 στρεμμάτων στο πλαίσιο της απόφασης της διοικούσας επιτροπής του άνω ιδρύματος που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση. Επίσης με την άσκηση τόσο της από 31-12-1977 προηγούμενης διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος Χ.
Β. του Δ., που επιδόθηκε στους εναγόμενους-καθών η ανακοπή κατά το έτος 1978, σύμφωνα με την από 2-2-1978 πράξη επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Γ. Δ., κατά την σχετική σημείωση του αντιγράφου της άνω διεκδικητικής αγωγής που επιδόθηκε στο ... όσο και της ένδικης από 3-9-1984 αγωγής, επήλθε διακοπή της επικαλούμενης από τους κυρίως παρεμβαίνοντες χρησικτησίας στο πρόσωπο του δικαιοπάροχου τους, κατά το άρθρο 1049 του Α.Κ, Επομένως, η ένδικη από 3-4-2001 κυρία παρέμβαση, η οποία τυγχάνει απαράδεκτη και κρίνεται απορριπτέα κατά το αίτημα αυτής περί αναγνώρισης των κυρίως παρεμβαινόντων ως κυρίων μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης από τη διεκδικούμενη με την κυρία από 3-9-1984 αγωγή, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην νομική σκέψη, οι κυρίως παρεμβαίνοντες αντιποιούνται και διεκδικούν πλέον του αντικειμένου της δίκης, κρίνεται ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής.
Όμοια λοιπόν αφού έκρινε και η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την ανωτέρω ένδικη από 3-4-2001 κυρία παρέμβαση εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη κατ' ουσία, ορθά και όχι λανθασμένα το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, όλοι οι λοιποί πλην των αναφερομένων παραπάνω λόγοι και τα παράπονα που διατυπώνονται με αυτούς αυτών, οι οποίοι περιέχονται στην υπό κρίση από 12-3-2003 έφεση και στους από 27-1-2004 πρόσθετους λόγους, που υποστηρίζουν τα αντίθετα αναφορικά με την απόρριψη της άνω κύριας παρέμβασης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ωστόσο, λανθασμένα και όχι ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία η εκκαλουμένη, που δέχθηκε ότι η κατάληψη της εδαφικής έκτασης που ανήκε στον ενάγοντα από τους εναγόμενους επισπεύδοντες την αναγκαστική εκτέλεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της αναγκαστικής εκτέλεσης της 21/1976 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Β. και η εν συνεχεία εγκατάσταση αυτών και η προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, με τις προαναφερόμενες πράξεις προσβολής και τελικά η αποβολή του τελευταίου, ανέρχεται και καταλαμβάνει έκταση 132 στρεμμάτων της παραπάνω ιδιοκτησίας του, όπως γνωμοδότησε η πραγματογνώμονας Μ. Β., Ρ. με την από 28-2-2000 έκθεση αυτής και όχι έκταση 113.241,49 τ.μ., και δέχεται το παρόν δικαστήριο, και κατά τα προκύπτοντα από την από το μήνα Μάιο του έτους 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Δ.
Κ. και Π. Λ., μετά του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικού διαγράμματος και πίνακα συντεταγμένων, την οποία το παρόν δικαστήριο εκτιμά ως περισσότερο αξιόπιστη και κατά συνέπεια η εκκαλουμένη που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο της επίδικης έκτασης, ανερχόμενης σε εμβαδό 132 στρεμμάτων, όπως εμφανίζεται στο από 28-2-2000 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προαναφερόμενη έκθεση της Μ.
Β. Ρ. και διέταξε την απόδοση αυτής στον ενάγοντα. Επομένως, οι περιεχόμενοι στους λόγους των υπό κρίση τριών εφέσεων καθώς και στους πρόσθετους λόγους ισχυρισμοί και παράπονα των εκκαλούντων με τους οποίους εκφράζουν τις αιτιάσεις ότι λανθασμένα η εκκαλουμένη εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και δέχθηκε την αγωγή σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσία, καθώς και οι ανωτέρω εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους."
VII. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της με αρ. Κατ. 49/1985 διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου Χ. Β. (ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που με την 21/2002 απόφασή του παρέπεμψε αυτήν λόγω υλικής και τοπικής αρμοδιότητος στο Πολ/λές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου), προκύπτει ο προσδιορισμός και η ακριβής χωροθέτηση των με την αγωγή αυτήν διεκδικηθέντων τριών ακινήτων (80+40+40 στρεμ.), στοιχεία τα οποία συγκροτούν την απαραίτητη πληρότητα που απαιτείται στην προκειμένη περίπτωση.
Γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς τα αμφότερα τα σκέλη αυτού είναι αβάσιμος: Ήτοι, κατά τα εκτιθέμενα η αγωγή, ο ενάγων (-αναιρεσίβλητος) αναφέρθηκε στη (φερόμενη) ιδιοκτησία του και στην αποβολή του από αυτήν, χωρίς να την συναρτήσει ως τμήμα με ακίνητο μείζονος εκτάσεως και δη 638,08 στρεμμάτων, όπως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες.
Όθεν, στο αγωγικό δικόγραφο εμπεριέχονται τα απαιτούμενα της ποσοστικής επάρκειας στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, (όπως εκτίθεται στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη), σημειομένου όμως ειδικότερα εδώ, ότι τα όσα στο 2ο σκέλος του λόγου αυτού αναφέρονται εν σχέσει με φερόμενα ως διεκδικούμενα 200 στρέμματα απ' τον Χ.
Β. με την ανωτέρω αγωγή του και ότι αυτά δεν προσδιορίζονται εντός των 638,08 στρεμμάτων, δεν σχετίζονται με το εμπεριεχόμενο στην αγωγή αυτήν, αντικείμενο. Προσέτι, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον, από τα δεκτά γενόμενα προκύπτει η ταύτιση αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή και (εν μέρει) επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ακινήτου, με ακριβή (ως προς τα επί μέρους σημεία) προσδιορισμό αυτού, κατά τα υπό του Εφετείου δεκτά γενόμενα.
Ωσαύτως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, διότι, και υπό την εκδοχή της ακυρότητος λαμβάνονται υπόψιν έστω και άκυρα αποδεικτικά μέσα (πρβλ. ΑΠ 1276/2009), με εξαίρεση βεβαίως εκείνα στα οποία ο νόμος προσδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη (δεσμευτική) όπως λ.χ. η δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα.
Σε κάθε όμως περίπτωση το Εφετείο δεν δέχθηκε ως αξιόπιστη την επίμαχη έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως προς την έκταση του επιδίκου ακινήτου (αγωγή Χ. Β.), την οποία όρισε στα 113.241,29 μ2 στο διατακτικό και όχι στα 132 στρέμματα, (όπως αναφέρεται στην πιο πάνω έκθεση). Ακόμη, και ο τέταρτος λόγος, κατά τα δύο πρώτα σκέλη αυτού, ενέχει αβασιμότητα, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως ανενδοιάστως προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν του όλα εν λόγω έγγραφα, επί τη βάσει των οποίων και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα σχημάτισε την δικανική του κρίση.
Επιπλέον, τα όσα αναφέρονται το 3ο σκέλος αυτού του λόγου δεν αφορούν στην ιδιοκτησία που με την άνω αγωγή διεκδίκησε ο αναιρεσίβλητος Χ. Β.ς. Ωσαύτως, αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, διότι το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφαση, αναφέρθηκε στα αφορώντα στην υπόθεση πραγματικά περιστατικά και διέλαβε αιτιολογίες, οι οποίες έχουν πληρότητα ειρμού και λογικής ακολουθίας ως προς την ταυτότητα του ακινήτου και επί τη βάσει αυτών επιδίκασε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο Χ.
Β. τα ανωτέρω 113 στρέμματα και 241,49 τ.μ., κατά μερική παραδοχή της αγωγής του. Εξάλλου, τα υπό στοιχ. δ του λόγου αυτού αναφερόμενα δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της 49/1985 διεκδικητικής αγωγής, γιατί αναφέρονται σε 200 στρέμματα διεδικηθέντα όχι από τον αναιρεσίβλητο Χ. Β., αλλά από τον Σ. Β.. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο έκτος λόγος αναιρέσεως καθότι, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου - πατέρα των αναιρεσειόντων δεν συνέτρεξε η άσκηση της νομής έκτακτης χρησικτησίας επί 20ετία.
Ήτοι, το Εφετείο προσηκόντως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις αφορώσες στην έκτακτη χρησικτησία (ως και στην διακοπή αυτής) διατάξεις, παρά τα υπό των αναιρεσειόντων αντίθετα υποστηριζόμενα, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Ακόμη, ο έβδομος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός των κυρίως παρεμβαινόντων (περί τακτικής χρησικτησίας, ως άνω), στο 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, λήφθηκε υπόψιν και απορρίφθηκε, (διότι δεν περιλαμβάνετο ισχυρισμός περί τακτικής χρησικτησίας).
Ειδικότερα, οι επί του αντιστοίχου ζητήματος παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι εξής: "Στην εξεταζόμενη υπόθεση, από την επισκόπηση του συνολικού περιεχομένου: α) της εκκαλουμένης και ειδικότερα από τις περιεχόμενες στην πρώτη σελίδα του 9ου φύλλου αυτής ότι: "...Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος των κυρίως παρεμβαινόντων Γ.
Α. νεμήθηκε τα επίδικα ακίνητα των 132 στρεμμάτων με διάνοια κυρίου δηλαδή δεν εκδήλωσε την βούλησή του ως χρησιδεσπόζων να εξουσιάζει αυτά σαν δικά του κατά το επικαλούμενο υπό των κυρίως παρεμβαινόντων χρονικό διάστημα από το έτος 1977 έως την άσκηση της κυρίας παρέμβασής τους (Γ.-Σ., Ερμηνεία κατ' άρθρο υπ' άρθρο 1045 σελ 480), γι' αυτό και δεν απέκτησε την κυριότητα αυτών με έκτακτη χρησικτησία, όπως επικουρικά διατείνονται οι κληρονόμοι του..." και β) της ένδικης από 3-4-2001 κυρίας παρέμβασης, όπως αυτό παρατίθεται κυρίως παραπάνω αλλά και στην εκκαλουμένη, προκύπτει ότι: 1) η τελευταία όχι μόνο έλαβε υπόψη της την επικαλούμενη στην κυρία παρέμβαση επικουρική βάση αυτής περί κυριότητας των παρεμβαινόντων στα επίδικα ακίνητα με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και ότι απέρριψε κατ' ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό των παρεμβαινόντων και 2) δεν συνάγεται από την εν λόγω ένδικη παρέμβαση ότι σ' αυτή περιλαμβάνονται πραγματικοί ισχυρισμοί περί απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων με τακτική χρησικτησία.
Επομένως, η εκκαλουμένη ορθά το δικόγραφο της κυρίας παρέμβασης εκτίμησε ότι περιέχει εκτός από την κυρία της βάση με παράγωγο τρόπο (κληρονομία, αποδοχή με δημόσιο-συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή) και την επικουρική βάση της απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία καθώς και ότι δεν περιείχε και πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι περιλαμβάνει και ισχυρισμό περί απόκτησης από τους παρεμβαίνοντες της κυριότητας των επιδίκων και με τακτική χρησικτησία."
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως (καθόσον στρέφεται κατά των 4 πρώτων αναιρεσιβλήτων) να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες που ηττώνται, η δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (απ' τους οποίους το 2ο και ο 4ος δεν κατέθεσαν προτάσεις), κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 §2, 495 §3ΚΠολΔ), πλην του Ελληνικού Δημοσίου (3ου αναιρεσιβλήτου), που παρέστη με δήλωση (242 ΚΠολΔ) και δεν υπέβαλε αίτημα, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον αφορά στην πέμπτη αναιρεσίβλητη Α. Β. Γ., συζ. Ε. Τ..
Απορρίπτει την από 2-1-2018 αίτηση των Ι. Α., Θ. Α., Ε. Ξ. και Δ. Ξ. περί αναιρέσεως της 73/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για τον Χ. Β. σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €) και για το ..., καθώς και για τον Σ. Γ. χίλια οκτακόσια ευρώ (1.800 €) δι' έκαστον εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ