Legislator Case Law & Legislation
479/2017 AI generated

479/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 479/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 4 του κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, δηλαδή πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 παρ. 7 του ν. 3472/2006: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι’ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Legislator headnote

AI generated

479/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 479 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 479/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. του Ν., 2) Ι. Α. του Α., 3) Χ. χήρας Π. Τ., το γένος Ι. Κ., κατοίκων ..., 4) Γ. Τ. του Π., κατοίκου ... και 5) Φ. συζύγου Π. Τ., το γένος Π. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 337/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 4 του κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, δηλαδή πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 παρ. 7 του ν. 3472/2006: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι’ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (παρ. 3). "Προκειμένου περί συμφωνίας καθ’ ην εξαρτάται η αμοιβή εκ της εκβάσεως της δίκης αφορώσης μισθούς, ημερομίσθια, προσθέτους αμοιβάς δι’ υπερωρίας, εργασίαν κατά τας Κυριακάς ή εορτάς, δώρα, αντίτιμον μη ληφθείσης αδείας, αποζημίωσιν δια καταγγελίαν της συμβάσεως και εν γένει πάσαν απαίτησιν αναγομένην εις την εργασιακήν σύμβασιν υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών, η περί ταύτης σύμβασις δέον να καταρτίζηται εγγράφως και να γνωστοποιήται εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον ούτινος μέλος είναι ο Δικηγόρος.

Η γνωστοποίησις δέον να γίνεται διά προσαγωγής αντιγράφου εις διπλούν του περί της συμβάσεως εγγράφου εις τα γραφεία του οικείου Συλλόγου, όστις δια του αρμοδίου υπαλλήλου βεβαιοί την προσαγωγήν δια πράξεως συντασσόμενης κάτωθι του ενός των αντιγράφων, όπερ και παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το έτερον των αντιγράφων παραμένει εις τα Αρχεία του Συλλόγου, και καταχωρείται εις ειδικόν βιβλίον.

Η προσαγωγή δέον να γίνεται εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών από της καταρτίσεως της συμβάσεως. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης η σύμβασις θεωρείται εξ υπαρχής άκυρος" (παρ. 4). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η έγγραφη κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας μεταξύ του εργαζομένου και του δικηγόρου του για τη διεκδίκηση εργασιακών απαιτήσεων αφενός και η εμπρόθεσμη αναγγελία της στον οικείο δικηγορικό σύλλογο αφετέρου είναι συστατικοί τύποι που καθιερώθηκαν για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, δηλαδή χάριν του κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερου εργαζομένου, γι’ αυτό και ορίστηκε από τις διατάξεις αυτές ως κύρωση ότι η μη τήρησή τους επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως (άρθρα 158, 159 και 180 Α.Κ.) και μάλιστα αναδρομικώς (ex tunc).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β του ν. 1093/1980 η διάταξη της παρ. 4 του προαναφερθέντος άρθρου 92 του κώδικα περί δικηγόρων εφαρμόζεται και επί συμβάσεων εργολαβίας δίκης που αφορούν αποζημιώσεις από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις. Επομένως και για τις συμφωνίες αυτές απαιτείται η τήρηση των ανωτέρω αναφερομένων διατυπώσεων, διαφορετικά είναι άκυρες (Ολ.

Α.Π. 27/2008). Τέλος ο καθορισμός ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων με πράξη εγκρίσεως, αναθεωρήσεως, τροποποιήσεως και επεκτάσεως ρυμοτομικού σχεδίου ή, εφόσον πρόκειται για πολεοδόμηση κατά το σύστημα του ν. 1337/1983, με την έγκριση πολεοδομικής μελέτης, ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των χώρων αυτών (Ολ.

Σ.τ.Ε. 603/2008, Σ.τ.Ε. 1731/2012). 2. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 30-4-2009 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, τα εξής: Ότι με την οικ. 3786/2001 απόφαση του Δημάρχου Βεροίας κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης εντάξεως και επεκτάσεως του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Βεροίας, που κατέστη οριστική και αμετάκλητη, με την οποία απαλλοτριώθηκε το περιγραφόμενο ακίνητο (αγροτεμάχιο) του οποίου συγκύριοι ήταν οι εναγόμενοι [ήδη αναιρεσίβλητοι], για τη δημιουργία χώρου πρασίνου, ενώ σε αντικατάσταση αυτής, μετά από αφαίρεση και υπολογισμό της νόμιμης εισφοράς σε γη άνευ ανταλλάγματος και χρήμα, παραχωρήθηκαν σ’ αυτούς κατά συγκυριότητα τα περιγραφόμενα τέσσερα ακίνητα (οικόπεδα).

Ότι στα τέλη Μαρτίου 2002 οι εναγόμενοι, οι οποίοι διαφωνούσαν ως προς την καθορισθείσα αξία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους και αυτής των παραχωρηθέντων σ’ αυτούς ακινήτων, ανέθεσαν προφορικά σ’ αυτόν, ο οποίος είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βεροίας, με εργολαβία δίκης τη δικαστική διεκπεραίωση της υποθέσεώς τους για τον καθορισμό της αξίας της αρχικής ιδιοκτησίας τους και αυτής των παραχωρηθέντων ακινήτων.

Ότι η αμοιβή του συμφωνήθηκε ότι θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του τελικού ποσού της αποζημιώσεως που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει με τελεσίδικη απόφαση ο Δήμος Βέροιας στους εναγομένους, αν κρινόταν τελεσίδικα ότι η αξία της αρχικής ιδιοκτησίας τους ήταν ίση ή μεγαλύτερη από την αξία των παραχωρηθέντων, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της δίκης αυτός δεν θα ελάμβανε κάποια αμοιβή, όλα δε τα έξοδα για κατάθεση αγωγής-προσφυγής, συζήτηση κ.λπ.

μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως θα βάρυναν τον ίδιο. Ότι ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, προέβη στη σύνταξη των περιγραφόμενων στην αγωγή δικογράφων και στην παράσταση για λογαριασμό των εναγομένων ενώπιον των δικαστηρίων προς υποστήριξη των αναφερόμενων στην αγωγή υποθέσεων.

Ότι με την 1824/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε οριστικά και τελεσίδικα η αξία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων και η αξία των παραχωρηθέντων σ’ αυτούς ακινήτων, βάσει της οποίας οι εφεσίβλητοι δικαιούνταν αποζημίωση ύψους 425.436 ευρώ, ως διαφορά της αξίας μεταξύ της αρχικής ιδιοκτησίας τους και αυτής των παραχωρηθέντων σ’ αυτούς ακινήτων, καταδικάστηκε δε ο υπόχρεος σε αποζημίωση Δήμος Βεροίας να καταβάλει στους εναγομένους και ποσό 250 ευρώ για τα έξοδα παραστάσεως και ποσοστό 3% επί του συνόλου της διαφοράς της αποζημιώσεως που θα κατέβαλε.

Ότι οι εναγόμενοι αρνούνται να του καταβάλουν τη συμφωνηθείσα με το προφορικό εργολαβικό δίκης αμοιβή του ύψους 85.087 ευρώ (425.436 ευρώ Χ 20%). Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν και το πιο πάνω ποσό των 85.087 ευρώ νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή ως προς το πιο πάνω κεφάλαιό της ήταν μη νόμιμη για το λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν το επικαλούμενο εργολαβικό δίκης αφορούσε υπόθεση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου και συνεπώς για τη σύναψή του απαιτούνταν, με ποινή την ακυρότητα της συμβάσεως, έγγραφη συμφωνία και ακολούθως κοινοποίηση αυτής στον οικείο δικηγορικό σύλλογο εντός είκοσι ημερών από την κατάρτισή της, ενώ ο ενάγων δικηγόρος επικαλέσθηκε μόνο προφορική συμφωνία.

Με βάση τ’ ανωτέρω το εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως. ‘ Ετσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 και 92 παρ. 3 και 4 του κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο καθορισμός ακινήτων ως κοινόχρηστων χώρων με πράξη εγκρίσεως, αναθεωρήσεως, τροποποιήσεως ή επεκτάσεως ρυμοτομικού σχεδίου ή, εφόσον πρόκειται για πολεοδόμηση κατά το σύστημα του ν. 1337/1983, με την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των χώρων αυτών και συνακόλουθα, για να είναι έγκυρες οι συμβάσεις εργολαβίας δίκης που αφορούν τις σχετικές διαφορές, απαιτείται αφενός μεν η τήρηση έγγραφου τύπου, αφετέρου δε εμπρόθεσμη αναγγελία τους στον οικείο δικηγορικό σύλλογο.

Γι’ αυτό η προφορική συμφωνία περί εργολαβίας δίκης την οποία επικαλέσθηκε με την αγωγή του ο αναιρεσείων ήταν άκυρη, αφού αφορούσε υπόθεση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, έστω και αν δεν αφορούσε δικαστικό προσδιορισμό τιμής μονάδος και αναγνώριση δικαιούχων απαλλοτριούμενου ακινήτου αλλά καθορισμό της αξίας του ακινήτου των εναγομένων καθώς και της αξίας των νέων ακινήτων που τους αποδόθηκαν σε αντικατάσταση αυτού με τη σχετική πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης ένταξης και επέκτασης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Βεροίας.

Επομένως ο μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3.

Συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 337/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ