479/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated479/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως τους και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου τους καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 479 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 479/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Βλαχογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις νήσους Μάρσαλ (Marshall Islands) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Ζαφείρη Χατζηδημητρίου. Κοινοποιούμενες οι αιτήσεις αναιρέσεως: 1)στο πρωτοβάθμιο ναυτεργατικό σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΝ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)στο πρωτοβάθμιο ναυτεργατικό σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ ΠΛΗΡΩΜΑΤΩΝ ΜΗΧΑΝΗΣ - ...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3)στο πρωτοβάθμιο σωματείο συνταξιούχων με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΝΑΤ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2008 αγωγή της ως άνω εταιρείας (...) και την από 30-4-2008 πρόσθετη παρέμβαση των πρωτοβάθμιων σωματείων προς τα οποία κοινοποιoύνται οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4618/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 511/2013 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 16-9-2013 αίτησή του και η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 19-9-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε τις από 19-10-2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως της από 16-9-2013 αιτήσεως του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου και να γίνει δεκτός ο (μόνος) λόγος της από 19-9-2013 αιτήσεως της ...
Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως τους και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου τους καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 16-9-2013 και 19-9-2013 αιτήσεις αναιρέσεως με αίτημα αμφοτέρων την αναίρεση της 511/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις .../9-9-2014, τις ... και .../9-9-2014, τις ... και .../10-3-2015 και τις ... και .../10-3-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γ. Π. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ..., προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν ακριβή αντίγραφα των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως και της από 2-2-2015 κλήσεως για συζήτηση, αντίστοιχα, στα προσθέτως παρεμβάντα υπέρ του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.) σωματεία, και συγκεκριμένα στα πρωτοβάθμια ναυτεργατικά σωματεία με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού" και "Πανελλήνια Ένωση Κατωτέρων Πληρωμάτων Μηχανής - ..." και στο πρωτοβάθμιο σωματείο συνταξιούχων με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Συνταξιούχων Ν.Α.Τ.", τα οποία στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-10-2015) δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση των υποθέσεων στη σειρά τους από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήσαν και αυτά παρόντα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.
Ι. Επί της από 16-9-2013 αιτήσεως αναιρέσεως του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.) Σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 στοιχ. α’ του ΚΠολΔ, οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και, γενικότερα, σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών.
Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα της έννομης σχέσεως, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι της πράξεως, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, ιδιωτική διαφορά υφίσταται όταν το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση ή έριδα των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσεως συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα.
Συνακόλουθα τούτων και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 86 παρ. 6 του κωδικοποιημένου με το π.δ. 913/1978 ν. 792/1978, η έννοια του οποίου θα αναλυθεί και κατωτέρω, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση κατά την οποία αυτός, που αναδείχθηκε υπερθεματιστής σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και απέκτησε την κυριότητα πλοίου, που ήταν νηολογημένο ως ελληνικό με υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 ν. 2687/1953, επιδιώξει τη διαγραφή του από τα ελληνικά νηολόγια με σκοπό την αλλαγή σημαίας αυτού, υπέχει υποχρέωση, όπως άλλωστε και ο δικαιοπάροχός του, καταβολής των οφειλόμενων ή βαρυνόντων το πλοίο φόρων, όπως και των εισφορών που οφείλονται προς τα ασφαλιστικά ταμεία του Εμπορικού Ναυτικού.
Ωστόσο, όταν απλώς αμφισβητείται η υποχρέωσή του αυτή, όχι όμως και το νόμιμο της "επιβολής του φόρου ή της ασφαλιστικής εισφοράς", δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά, ώστε να τίθεται θέμα δικαιοδοσίας των πολιτικών ή των διοικητικών δικαστηρίων, όταν ζητείται η επιστροφή των εισφορών τούτων, που καταβλήθηκαν υπό την επιφύλαξη της νομιμότητας της υποχρεώσεως αυτής, και κατά συνέπεια η αγωγή με αίτημα την επιστροφή των εισφορών αυτών, ως αφορώσα ιδιωτική διαφορά, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Εφόσον, επομένως, με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητεί να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής της προς το εναγόμενο σε σχέση με τις απαιτήσεις τούτου κατά του πλοίου ..., κατά το χρόνο που ανήκε αυτό στην κυριότητα της εταιρείας ...., και να της επιστραφεί η εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, που εκδόθηκε υπέρ αυτής προς κάλυψη των τυχόν οφειλών της προς το εναγόμενο, προκειμένου να της επιτραπεί η διαγραφή του πλοίου από τα ελληνικά νηολόγια, η αγωγή αυτή αφορά σε ιδιωτική διαφορά και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Ορθά επομένως το Εφετείο έκρινε ότι για την υπόθεση αυτή έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, την διακράτησε και την ερεύνησε ως προς τη βασιμότητά της. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του Εφετείου είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 86 § 6 του κωδικοποιημένου με το Π.Δ. 913/1978 ν. 792/1978 "διά τας εκ του ναυτολογίου οφειλομένας ή βεβαιουμένας εισφοράς εν γένει ευθύνονται αλληλεγγύως, μη χωρούσης της ενστάσεως της διζήσεως", τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα, μεταξύ των οποίων κατά το στοιχείο α’ αυτής "άπαντες οι κατά καιρούς πλοιοκτήται διά τα προ της χρονολογίας της παρ’ αυτών μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου οφειλόμενα δικαιώματα, ως και οι διάδοχοι αυτών." Διάδοχος του πλοιοκτήτη κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι, στην περίπτωση αναγκαστικώς πλειστηριασθέντος πλοίου, από της εγγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως κατακυρώσεως στο οικείο νηολόγιο, κατά το άρθρο 6 του ΚΙΝΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 3816/1958, ο υπερθεματιστής, ο οποίος αποκτά την κυριότητα του πλοίου παραγώγως, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τα άρθρα 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, 218 ΚΙΝΔ και 3 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, και επί κατασχέσεως πλοίου.
Επομένως, ο γενόμενος διάδοχος του πλοιοκτήτη, υπερθεματιστής, ευθύνεται έναντι του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου εις ολόκληρον (άρθρα 481, 482 ΑΚ) για την καταβολή των οφειλομένων σ’ αυτό από τον δικαιοπάροχο του πλοιοκτήτη, προ της συντελέσεως της διαδοχής, βάσει του ναυτολογίου ασφαλιστικών εισφορών. Αντίθετη εκδοχή δεν μπορεί να στηριχθεί στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 86 του προαναφερθέντος κωδικοποιημένου Νόμου 792/1978, το οποίο θεσπίζει εξαίρεση των πλοίων, που αναγνωρίζονται ως ελληνικά δυνάμει του ΝΔ 2687/1953, από το κατά το προηγούμενο εδάφιο της ίδιας παραγράφου και το άρθρο 205 στοιχ.
β’ του ΚΙΝΔ προνόμιο των απαιτήσεων του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου για ασφαλιστικές, βάσει του ναυτολογίου, εισφορές, τέλη, δικαιώματα και έξοδα δικαστικά και εκτελέσεως, όχι όμως και την απαλλαγή των, εξ αναγκαστικής εκποιήσεως του πλοίου, διαδόχων του πλοιοκτήτη από την εις ολόκληρον ενοχή για τις απαιτήσεις αυτές.
Η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 86 παρ. 6 του κωδικοποιημένου Νόμου 792/1978 δεν βρίσκεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της εκδοθείσης βάσει εξουσιοδοτήσεως εκ των άρθρων 3 και 13 του ΝΔ 2687/1953 "περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού", αυξημένης τυπικής ισχύος, κατά τα άρθρα 112 του Συντάγματος του 1952 και 107 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, υπ’ αριθ. 1134.1896/1991 εγκριτικής πράξεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ/ΤΑΠΣ 300/9-12-1991), η οποία αφορά το κατωτέρω αναφερόμενο πλοίο.
Ειδικότερα, η διάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση προς τους όρους της ως άνω Υπουργικής Αποφάσεως, αφού οι όροι αυτοί δεν καθιερώνουν, ούτε από αυτούς συνάγεται απαλλαγή του εξ αναγκαστικής εκποιήσεως του πλοίου διαδόχου του πλοιοκτήτη από την ανωτέρω κατά τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 86 παρ. 6 του Κωδ.
Ν. 792/1978 εις ολόκληρον ευθύνη του μετά των κατά καιρούς πλοιοκτητών (ΑΠ 1091/1991).
Περαιτέρω, η δημιουργούμενη διά της εκδόσεως της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ351) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.
Διά της συμβάσεως αυτής, ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων, δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση ή δήλωση, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού και νομίμου του χρέους και προβολής της ενστάσεως διζήσεως.
Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και το δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε εξ οικείου πταίσματος (ΑΚ 864). Η δικαστική δε ή η εξώδικη επιδίωξη του δανειστή να εισπράξει το ποσό της εγγυήσεως - εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από την μεταξύ τους έννομη σχέση.
Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από την υποχρέωση του εγγυητή (συνήθως Τράπεζας) να καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως στον αξιούντα τούτο δανειστή για άμεση απόλαυση υπ’ αυτού της οικείας οικονομικής αξίας, η εγγυητική επιστολή δεν ενσωματώνει αυτοτελή και αυθύπαρκτη απαίτηση, αλλά τελεί σε συνάρτηση προς την κύρια απαίτηση, την οποία κατά τον προορισμό της διασφαλίζει (συνιστώσα ουσιαστικώς προείσπραξη αυτής) και την οποία (στον χρόνο της είσπραξης) προϋποθέτει υπαρκτή και ενεργό, δηλούμενη ως τοιαύτη προς τον εγγυητή από τον δανειστή με δική του ευθύνη (ΑΠ 16/2008).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/ 1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης (Ολ ΑΠ 12/2000).
Εξάλλου, για το ορισμένο της επικουρικώς σωρευόμενης αγωγικής βάσεως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής και η νομική αιτία της αβασιμότητας της κύριας βάσεως, εφόσον περιέχονται στην αγωγή τα πραγματικά εκείνα περιστατικά με βάση τα οποία μπορεί να διαγνωσθεί από το δικαστήριο η αβασιμότητα της κύριας βάσεως (πρβλ ΑΠ 1911/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Διά της υπ’ αριθ. 120/7-2-2005 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου (ενν. το Εφετείο Πειραιώς) η εδρεύουσα στη Μονροβία της Λιβερίας εταιρεία υπό την επωνυμία "...", λόγω των σημαντικών χρεών της προς τρίτους, ετέθη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990, ως ειδικός δ’ εκκαθαριστής διωρίσθη ο δικηγόρος Πειραιώς ...
Στην εν λόγω εταιρεία ανήκε κατά κυριότητα το κρουαζιερόπλοιο ... (κ.ο.χ. 13995), το οποίο ήταν νηολογημένο υπό Ελληνική σημαία, στα νηολόγια Πειραιώς, ως πλοίο του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2687/1953. Την 6-4-2005 το ανωτέρω πλοίο εξετέθη σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώπιον της προς τούτο ορισθείσης, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, συμβολαιογράφου Πειραιώς ...
ανεδείχθη δε ως υπερθεματίστρια η εδρεύουσα σης νήσους MARSHALL εταιρεία υπό την επωνυμία ...., αντί επιτευχθέντος πλειστηριάσματος 9.500.000 δολ. Η.Π.Α. Η ως άνω πλοιοκτήτρια όφειλε στο Ν.Α.Τ. εξ ασφαλιστικών εισφορών (πληρώματος - πλοιοκτήτου) το συνολικό ποσό των 1.167.285,94 δολ. Η.Π.Α., ως και 151.000 ευρώ λόγω εκχωρηθεισών υπό του πληρώματος απαιτήσεων (οικονομική ενίσχυση με 1.500 ευρώ εις έκαστο των 101 μελών του).
Τις τοιαύτες απαιτήσεις του ανήγγειλε νομοτύπως τούτο διά της από 10-4-2005 αναγγελίας του. Στον συνταγέντα από 26/8/2005 πίνακα κατατάξεως αναγγελθέντων δανειστών, το Ν.Α.Τ. κατετάγη οριστικώς, ως προς την αναγγελθείσα εξ 1.167.285,94 δολ. ΗΠΑ απαίτησή του, μόνο διά ποσά: α) 153.000 δολ. Η.Π.Α. από οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές του φύλλου εκκαθαρίσεως …/7-4-2005 διά τη χρονική διάρκεια του τελευταίου ναυτολογίου του πλοίου από 1-5-2004 έως 30-10-2004 β) 304.279,73 δολ.
Η.Π.Α. από ασφαλιστικές εισφορές που οφείλοντο διά τα φύλλα εκκαθαρίσεως …/1995, …/2000, …/2002 και …/2004 που αναφέρονταν στο με αριθμό …/7-4-2005 φύλλο εκκαθαρίσεως, ήτοι συνολικώς διά 457.279,73 δολ. Η.Π.Α., ενώ διά το υπόλοιπο της εν λόγω απαιτήσεώς του εξ 710.010,36 δολ. ΗΠΑ το εναγόμενο δεν κατετάγη, διότι εκρίθη ότι δεν υπάρχει σχετική απαίτηση τούτου.
Επίσης τούτο κατετάγη διά 153.000 δολ. Η.Π.Α. από εκχωρηθείσες απαιτήσεις του πληρώματος (ΕΣΤΙΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ) υπό την αίρεση προσκομιδής τελεσίδικου αποφάσεως αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά του ως άνω πίνακος κατατάξεως το εναγόμενο NAT ήσκησε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς την από 3-10-2005 ανακοπή του, η οποία απερρίφθη ως αόριστος διά της υπ’ αριθ. 587/2007 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου.
Την 2-1-2008’ το εναγόμενο παρέλαβε από τον ειρημένο εκκαθαριστή την υπ’ αριθ. .../2-1-2008 επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 457.279,73 δολ. ΗΠΑ εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της ως άνω απαιτήσεώς του. Μετά την κατακύρωση του πλοίου σ’ αυτή η ...., την 15-4-2005, προέβη σε διαγραφή του πλοίου από τα Ελληνικά νηολόγια και σε νηολόγηση τούτου υπό σημαία Παναμά, μετονομάσασα τούτο σε ..., και καταθέσασα προς τούτο εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τραπέζης ποσού 56.000 λιρών Αγγλίας, κατ’ εφαρμογή σχετικού όρου της εγκριτικής πράξεως.
Ακολούθως, διά του από 9- 5-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού η ειρημένη πλοιοκτήτρια του ... (πρώην ...) μετεβίβασε τούτο αιτία πωλήσεως στην ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία, αντί τιμήματος 9.735.420 δολ. Η.Π.Α. Μετά την ως άνω αγορά, την 11-5-2005 η ενάγουσα επανέφερε το πλοίο υπό Ελληνική σημαία με το όνομα ... και το νηολόγησε στα Νηολόγια Πειραιώς, ως κεφάλαιο εξωτερικού του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2687/1953 και συμφώνως προς τους όρους της υπ’ αριθ. 3113/2936/2005 εγκριτικής πράξεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας.
Oι αρμόδιοι εκεί υπάλληλοι της Δ/νσης Πόρων του Ν.Α.Τ ενημέρωσαν τον υποβαλόντα σχετική αίτηση εκπρόσωπο της εναγούσης ότι, προκειμένου, να εφοδιασθεί το πλοίο διά ναυτολογίου, όφειλε προηγουμένως ή πλοιοκτήτρια εταιρεία να καταβάλει στο Ν.Α.Τ το ποσό των 1.362.790,73 δολ. Η.Π.Α., το οποίο οφείλετο υπό της αρχικής δικαιοπαρόχου εταιρείας "..." και υπό της δικαιοπαρόχου της εναγούσης, δηλαδή της εταιρείας ....
ή να καταθέσει ισόποσον εγγυητική επιστολή Τραπέζης, προς εξασφάλιση πληρωμής της υφιστάμενης ως άνω οφειλής του πλοίου προς το NAT, υπέχουσα ευθύνη προς τούτο, συμφώνως προς το άρθρο 86 παρ. 6 του Κ.Ν. 792/1978, ως ειδική διάδοχος της ως άνω οφειλέτιδος και της δικαιοπαρόχου ταύτης. Την 13-5-2005 η Τράπεζα Κύπρου, ενεργούσα κατ’ εντολή της εναγούσης, εξέδωσε την υπ’ αριθ. .../13-5-2005 εγγυητική επιστολή της, ποσού 1.362.790,73 δολ.
Η.Π.Α., την οποία η ενάγουσα προσεκόμισε και κατέθεσε -άνευ επιφυλάξεως- στη Δ/νση Πόρων Ν.Α.Τ. διά τον προαναφερθέντα σκοπό. Στην επιστολή ταύτη ανεφέροντο, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Εχουμε τη τιμή να σας γνωρίσουμε ότι με την παρούσα εγγυόμαστε ανεπιφύλακτα παραιτούμενοι του δικαιώματος της διζήσεως υπέρ της "...", και μέχρι του ποσού των 1.362.790,73 δολ.
Η.Π.Α., το οποίο θα χρησιμεύσει σαν εγγύηση για την εξόφληση πάσης εξ εισφοράς προς το Ν.Α.Τ. οφειλής της ως άνω εταιρείας, για το πλοίο ...". Την 8-5- 2006 η ενάγουσα κατέθεσε εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τραπέζης, ύψους 56.000 λιρών Αγγλίας και διέγραψε το πλοίο από την Ελληνική σημαία, μετέγραψε δε τούτο στα νηολόγια Κύπρου με το όνομα "...".
Διά της από 28-1-2008 επιστολής του προς την Τράπεζα Κύπρου το Ν.Α.Τ. ητήσατο την κατάπτωση της εκ ποσού 1.362.790,73 δολ. ΗΠΑ της ως άνω εγγυητικής επιστολής της. Η ενάγουσα ήσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8-2-2008 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, διά της οποίας ητήσατο την απαγόρευση της καταπτώσεως της ως άνω εγγυητικής επιστολής.
Επί της ως άνω αιτήσεως εξεδόθη η υπ’ αριθ. 2020/2008 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία εδέχθη εν μέρει την αίτηση και απηγόρευσε προσωρινώς στο NAT να εισπράξει, εκ του συνολικού ποσού των 1.362.790,73 δολ. ΗΠΑ της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, το τοιούτον των 475.279,73 δολ. ΗΠΑ, το οποίο είχε εισπράξει το NAT την 2-1- 2008 παρά του ειδικού εκκαθαριστού βάσει του καταρτισθέντος από 26-8- 2005 πίνακος κατατάξεως αναγγελθέντων δανειστών.
Μετά ταύτα το NAT εισέπραξε παρά της Τραπέζης Κύπρου μόνο 905.511 δολ. ΗΠΑ (1.362.790,73 - 457.279,73) εκ της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής. Επί τη βάσει των προεκτεθέντων προκύπτει ότι υφίσταται σωρευτική εκ του νόμου αναδοχή των υποχρεώσεων του πλοιοκτήτου προς το Ν.Α.Τ. από τον διάδοχο, ανεξαρτήτως του αν η μεταβίβαση αυτής εγένετο εκουσίως, ή βάσει του νόμου, ή με πολιτειακή πράξη, ως είναι η κατακύρωση σε αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Τούτο δε διότι το κατά νόμον προέχον είναι η προστασία του Ταμείου και των ησφαλισμένων του από εικονικούς πλειστηριασμούς και εικονικές μεταβιβάσεις πλοίων, που έχουν χρέη προς τούτο.
Συνεπώς, το NAT νομίμως εκέκτητο απαίτηση και κατά της εναγούσης πλοιοκτήτριας, η οποία, μετά την απόκτηση του πλοίου, το νηολόγησε στα ελληνικά νηολόγια, στα οποία ήτο εγγεγραμμένο κατά την διάρκεια γενέσεως της ως άνω οφειλής. Ο ισχυρισμός της εναγούσης ότι διά της καταθέσεως παρά της δικαιοπαρόχου της εταιρείας .... στα Νηολόγια Πειραιά της ως άνω εγγυητικής επιστολής της Εμπορικής Τράπεζας ύψους 56.000 Λιρών Αγγλίας, διά της οποίας προέβη στη διαγραφή του πλοίου ... από τα ελληνικά νηολόγια, η εν λόγω υπερθεματίστρια και δικαιοπάροχος της εξήντλησε πάσα υποχρέωσή της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου -επί τω λόγω ότι η κατάθεση αυτή, συμφώνως προς τον όρο 4 των εγκριτικών πράξεων, ισοδυναμεί με κατάθεση πιστοποιητικού εξοφλήσεως των οφειλών του πλοίου, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών του εισφορών και τελών προς τα Ασφαλιστικά Ιδρύματα του Ε.Ν.- δεν ευρίσκει έρεισμα στον νόμο.
Συνεπώς, η ενάγουσα εταιρεία ευθύνεται διά τις οφειλές της ... προς το εναγόμενο. Πλην η ευθύνη αυτή είναι επικουρική και εγγυητική μόνο ως προς τις εξ ασφαλιστικών εισφορών τελεσιδίκως διαγνωσθείσες απαιτήσεις του εναγόμενου, οι οποίες πρόκειται να ικανοποιηθούν ή ικανοποιήθηκαν εκ του πλειστηριάσματος, βάσει του συνταγέντος πίνακος. Ως προεξετέθη, το εναγόμενο ικανοποιήθη εκ του πλειστηριάσματος διά το ποσόν των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ. Το ποσόν τούτο αποτελεί το σύνολο των τελεσιδίκως διαγνωσθεισών απαιτήσεων τού NAT κατά της ..., εφόσον η ασκηθείσα ανακοπή απερρίφθη και δεν ησκήθη έτερο ένδικο μέσον κατά του πίνακος κατατάξεως.
Συνεπώς, η οφειλή προς εξασφάλιση της οποίας εξεδόθη η Τραπεζική εγγυητική επιστολή έχει αποσβεσθεί. Η αξίωσή του διά την κατάπτωση του όλου ποσού της εγγυητικής επιστολής (άνευ αφαιρέσεως του ως άνω ποσού των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ) ήτο συνέπεια του γεγονότος ότι η ενάγουσα, ως πλοιοκτήτρια του πλοίου ΚΟΡΑΛ (πρώην ...), όφειλε στο NAT εκ της ναυτολογήσεως πληρώματος, από 13-5-2005 έως 9-6-2006 (χρόνος διαγραφής του πλοίου από τα ελληνικά νηολόγια) ποσό 856.776,68 ευρώ, διά της εκδόσεως προς τούτο εις βάρος της του υπ’ αριθ. …/25-6-2008 Φύλλου Εκκαθαρίσεως, επίδοθέντος σ’ αυτήν την 23-9-2008.
Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εναγομένου NAT και εις βάρος της εναγούσης, εξ ής απορρέει αξίωση αποζημιώσεως, ως αβασίμως ισχυρίζεται η τελευταία αύτη. Πλην, εφόσον η αξίωση, προς εξασφάλιση της οποίας είχε εκδοθεί η προαναφερθείσα εγγυητική επιστολή, απεσβέσθη κατά τα προεκτεθέντα, το εναγόμενο άνευ νομίμου αιτίας εζήτησε την κατάπτωση ταύτης και ακολούθως προέβη στην είσπραξη μέρους του δι’ αυτής εγγυηθέντος ποσού των 905.511 δολ.
ΗΠΑ, εντεύθεν δε κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερον εις βάρος της περιουσίας της εναγούσης, κατά το ποσόν τούτο, το οποίο και οφείλει ν’ αποδώσει. Αμυνόμενον κατά της ενδίκου αγωγής το εναγόμενο, διά των υπ’ αυτού υποβληθεισών προτάσεων της παρούσης συζητήσεως ισχυρίζεται τα ακόλουθα : "Λόγω ότι η ενάγουσα κατέθεσε ανεπιφύλακτα στο Ν.Α.Τ.
την ως άνω εγγυητική επιστολή που εκδόθηκε, κατ’ εντολή της, από την Τράπεζα Κύπρου, με παραίτηση από την ένσταση της διζήσεως, δημιουργήθηκε αφηρημένη και αυθύπαρκτη σύμβαση εγγυήσεως. Σε σχέση δε με την ενάγουσα εταιρεία, η εγγυητική αυτή επιστολή ... συνιστά αναγνώριση χρέους, που στηρίζεται στο άρθρο 361 του Α.Κ.
και ο σκοπός της κατευθύνεται στην επιβεβαίωση υπάρχουσας ενοχής, στην διασφάλισή της από υπάρχοντα ελαττώματα και στην αποκοπή από τον οφειλέτη για το μέλλον των ενστάσεων κατά του αρχικού χρέους, τις οποίες ο οφειλέτης κατά την αναγνώριση γνώριζε ή με αυτές μπορούσε να υπολογίζει, από την οποία και εξ αυτής προκύπτει ακόμη υποχρέωση πληρωμής, ως αποτελούσης, πλέον, ιδία υποχρέωση προς πληρωμή της υφιστάμενης ως άνω οφειλής του πλοίου.
Άλλως, η έκδοση από την Τράπεζα Κύπρου, της ως άνω εγγυητικής επιστολής ... συνιστά αφηρημένη υπόσχεση χρέους για καταβολή της εν λόγω οφειλής. Υπό τα ως άνω δεδομένα, η ενάγουσα, διά της εκδόσεως της ως άνω εγγυητικής επιστολής, κατόπιν εντολής της, αποδέχθηκε τόσο την ύπαρξη του χρέους, όσο και το ύψος αυτής και υποχρεούται στην πληρωμή του".
Πλην, οι τοιούτοι ισχυρισμοί απαραδέκτως προβάλλονται συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν επαναφέρονται νομοτύπως κατά το άρθρο 240 του ιδίου Κώδικος (βλ. ΑΠ 446/2011 ΝΟΜΟΣ). Παρά ταύτα καν εισέτι ήθελε θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί παραδεκτώς προβάλλονται, τυγχάνουν απορριπτέοι ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι, εφόσον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι διά της εκδόσεως της ως άνω εγγυητικής επιστολής άνευ επιφυλάξεως εδημιουργήθη αφηρημένη και αυθύπαρκτος σύμβαση εγγυήσεως ή ότι διά της τοιαύτης εκδόσεως συνήφθη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους μεταξύ των διαδίκων ή ότι συνήφθη σύμβαση αφηρημένης υποσχέσεως χρέους διά καταβολής της ως άνω αναφερθείσης οφειλής ...
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω - και μετ’ απόρριψη των κυρίων αγωγικών αιτημάτων και των ενστάσεων του εναγομένου- δέον όπως γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, ως περιωρίσθη, κατά τα επικουρικά αυτής αιτήματα και αναγνωρισθεί : 1) ότι η υπ’ αριθ. ... και υπό ημερομηνία εκδόσεως 13-5-2005, ποσού 1.362.790,73 δολαρίων ΗΠΑ, Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή, εκδοθείσα υπό της Τραπέζης Κύπρου (Κατάστημα Δασούπολης, Λευκωσία) ως προς το ποσό των 457.279,73 δολ.
ΗΠΑ, διά το οποίο εξακολουθεί ισχύουσα, είναι επιστρεπτέα στην ενάγουσα 2) ότι η εναγομένη (ενν. ενάγουσα) ευθύνεται έναντι του εναγομένου NAT μόνον ως προς τις εξ ασφαλιστικών εισφορών, τελεσιδίκως διαγνωσθείσες απαιτήσεις τούτου εις βάρος της Λιβεριανής εταιρείας ...., και μόνο καθ’ ό μέρος αυτές ικανοποιήθησαν ή πρόκειται να ικανοποιηθούν εκ του πλειστηριάσματος του πλοίου "..." βάσει του συνταγέντος πίνακος, και 3) ότι η εναγομένη (ενν.
το εναγόμενο) οφείλει στον ενάγοντα (ενν. στην ενάγουσα) το ποσόν των 905.511, δολαρίων ΗΠΑ, νομιμοτόκως από 28-3- 2008 (ημερομηνία παραλαβής υπό του NAT της ως άνω τραπεζικής επιταγής) μέχρις εξοφλήσεως". Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές και κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως την αγωγή αυτής ως βάσιμη κατά ένα μέρος και αναγνώρισε όσα ανωτέρω αναφέρονται.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 εδ. α’ του κωδικοποιημένου με το Π.Δ. 913/1978 ν. 792/1978, δεχόμενο ότι η ευθύνη της αναιρεσίβλητης είναι επικουρική και εγγυητική και όχι ως ο νόμος ορίζει ιδία και κυρία και ότι η ευθύνη αυτή περιορίζεται στις απαιτήσεις του Ν.Α.Τ., που αναγγέλθηκαν, κατατάχθηκαν και ικανοποιήθηκαν από το πλειστηριασμό του πλοίου ..., και όχι ως ο νόμος ορίζει για όλες τις απαιτήσεις του από ασφαλιστικές εισφορές ναυτολογίου μέχρι τη μεταβίβαση του πλοίου, ακόμη και με αναγκαστικό πλειστηριασμό, χωρίς διάκριση για το αν οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλθηκαν, κατατάχθηκαν, αμφισβητήθηκαν ή όχι, και σε κάθε περίπτωση, παρά το ότι διαπίστωσε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ότι δηλαδή η απώτερη δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης όφειλε στο Ν.Α.Τ.
το ποσόν των 1.167.285,94 δολ. ΗΠΑ για ασφαλιστικές εισφορές, δεν τις εφάρμοσε. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσείον αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό του πλοίου ... για το ποσόν των 1.167.285,94 δολ. Η.Π.Α. από ασφαλιστικές εισφορές (πληρώματος και πλοιοκτήτη), και για το ποσόν των 151.000 ευρώ από απαιτήσεις του πληρώματος που είχαν εκχωρηθεί στο Ν.Α.Τ., πλην όμως κατατάχθηκε συνολικά μόνο για 457.279,73 δολ.
Η.Π.Α. από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ για το υπόλοιπο της εν λόγω απαιτήσεώς του εξ 710.010,36 δολ. ΗΠΑ κρίθηκε ότι δεν υπάρχει σχετική απαίτησή του και για το λόγο αυτό δεν κατατάχθηκε, ενώ η σχετική ανακοπή του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να καταταγεί για μεγαλύτερο ποσόν, απορρίφθηκε ως αόριστη.
Επίσης τούτο κατετάγη για 153.000 δολ. Η.Π.Α. από εκχωρηθείσες απαιτήσεις του πληρώματος (ΕΣΤΙΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ) υπό την αίρεση προσκομιδής τελεσίδικης αποφάσεως αρμοδίου δικαστηρίου. Κατόπιν τούτου το Εφετείο έκρινε ότι η εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ποσού 1.362.790,73 δολ. ΗΠΑ, που είχε εκδοθεί υπέρ του αναιρεσείοντος για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, για το ποσόν των 457.279,73 δολ.
ΗΠΑ, για το οποίο εξακολουθούσε να ισχύει, έπρεπε να της επιστραφεί. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 π.δ. 913/1978, ανεξάρτητα αν χαρακτήρισε την ευθύνη της αναιρεσίβλητης επικουρική και εγγυητική, και όχι ιδία και κυρία, εφόσον η ευθύνη του αποκτήσαντος πλοίο, έστω και με αναγκαστικό πλειστηριασμό, ταυτίζεται με το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλει στο Ν.Α.Τ.
βάσει του ναυτολογίου προ της συντελέσεως της διαδοχής ο δικαιοπάροχος του πλοιοκτήτης. Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η ευθύνη αυτή περιορίζεται στις απαιτήσεις του Ν.Α.Τ., που αναγγέλθηκαν, κατατάχθηκαν και ικανοποιήθηκαν από το πλειστηρίασμα του πλοίου, αλλά ότι ναι μεν αναγγέλθηκε το αναιρεσείον στον πλειστηριασμό του πλοίου ...
για το ποσόν των 1.167.285,94 δολ. Η.Π.Α. από ασφαλιστικές εισφορές (πληρώματος και πλοιοκτήτη), πλην όμως κατατάχθηκε μόνο για το ποσόν των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ, δεδομένου ότι για το υπόλοιπο ποσόν των 710.010,36 δολ. ΗΠΑ κρίθηκε ότι δεν υπάρχει σχετική απαίτησή του και για το λόγο αυτό δεν κατατάχθηκε, εφόσον η σχετική ανακοπή του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να καταταγεί για μεγαλύτερο ποσόν, απορρίφθηκε ως αόριστη.
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι το Εφετείο δέχθηκε εμμέσως την ύπαρξη δεδικασμένου από το σχετικό πίνακα κατατάξεως αναγγελθέντων δανειστών, που εξέδωσε ο εκκαθαριστής της εταιρείας ...., και σε κάθε περίπτωση από την 587/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιά ως προς το ύψος των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ν.Α.Τ., αλλά, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν, έκρινε ότι, ανεξαρτήτως του ποσού για το οποίο αναγγέλθηκε το Ν.Α.Τ., οι οφειλόμενες προς αυτό ασφαλιστικές εισφορές της εταιρείας ... βάσει του ναυτολογίου του πλοίου ... προ της συντελέσεως της διαδοχής ανέρχονταν στο ποσόν των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ, στο οποίο και κατατάχθηκε στον ως άνω πίνακα και στη συνέχεια εξοφλήθηκε από τον εκκαθαριστή της εταιρείας, και για το λόγο αυτό έκρινε μετά ταύτα ότι ως προς το ποσό αυτό που εξακολουθούσε να ισχύει η εγγυητική επιστολή, την οποία είχε χορηγήσει για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης η Τράπεζα Κύπρου, έπρεπε να της επιστραφεί. Κατόπιν τούτου, ο από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Περαιτέρω, και συναφώς προς τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ανεξαρτήτως του ποσού των 1.167.285,94 δολ. Η.Π.Α., για το οποίο αναγγέλθηκε το Ν.Α.Τ., οι οφειλόμενες προς αυτό ασφαλιστικές εισφορές της εταιρείας ... βάσει του ναυτολογίου του πλοίου ... προ της συντελέσεως της διαδοχής, ανέρχονταν στο ποσόν των 457.279,73 δολ.
ΗΠΑ, στο οποίο και κατατάχθηκε στον ως άνω πίνακα και εξοφλήθηκε στη συνέχεια από τον εκκαθαριστή της εταιρείας, και για το λόγο αυτό έκρινε μετά ταύτα ότι οι απαιτήσεις που προαναφέρθηκαν, για τις οποίες χορηγήθηκε η ένδικη εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, αποσβέστηκαν πλήρως, και κατά συνέπεια το αναιρεσείον χωρίς νόμιμη αιτία ζήτησε την κατάπτωσή της και εισέπραξε το ποσόν των 905.511 δολ.
ΗΠΑ, το οποίο και οφείλει να της αποδώσει ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ περί της καταβολής ως λόγου αποσβέσεως της ενοχής, εφόσον για το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών, που δέχθηκε ότι οφείλονταν στο Ν.Α.Τ.
βάσει του ναυτολογίου προ της συντελέσεως της διαδοχής, υπήρξε πλήρης εξόφληση του σχετικού ποσού από το πλειστηρίασμα του πλοίου ... με επιταγή που παρέδωσε στο αναιρεσείον ο εκκαθαριστής της πλοιοκτήτριας εταιρείας, και κατά συνέπεια το Ν.Α.Τ. χωρίς νόμιμη αιτία ζήτησε την κατάπτωση της ένδικης εγγυητικής επιστολής και ακολούθως εισέπραξε μέρος του δι’ αυτής εγγυηθέντος ποσού των 905.511 δολ.
ΗΠΑ, εντεύθεν δε κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά το ποσόν αυτό, το οποίο και οφείλει να της αποδώσει. Κατόπιν τούτου ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή υπήρξε μερική μόνο εξόφληση της ως άνω .απαιτήσεώς του από το πλειστηρίασμα, είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για αοριστία της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αιτίαση που πρότεινε με τις προτάσεις του τόσο ενώπιον του πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου, και η οποία συνίσταται στο ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται στην αγωγή της, σε τι συνίσταται ο πλουτισμός του, αν ο πλουτισμός αυτός έγινε σε βάρος της περιουσίας της ή με ζημία της, καθώς και αν ο πλουτισμός αυτός έγινε χωρίς νόμιμη αιτία και σε τι αυτή συνίσταται.
Εξάλλου, με το δεύτερο μέρος προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για το νομικά βάσιμο της αγωγής, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 904 ΑΚ), και σε κάθε περίπτωση δεν διαλαμβάνεται η οποιαδήποτε αιτιολογία, ώστε να θεμελιώνεται η παραδοχή ότι το αναιρεσείον με την είσπραξη του ποσού των 905.511 δολ.
ΗΠΑ κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ’ αυτήν, πέραν εκείνων που εκτέθηκαν παραπάνω ως παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η άρνηση του εναγομένου (ενν. του Ν.Α.Τ.) να χορηγήσει στο πλοίο αρχικό ναυτολόγιο, μόλις αυτό νηολογήθηκε με ελληνική σημαία, αν προηγουμένως η εταιρεία δεν προέβαινε σε κατάθεση σ’ αυτό τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, αποτελεί προδήλως παράνομη πράξη, αν και καλώς γνωρίζει ότι ουδεμία απαίτηση έχει σε βάρος της αναφορικά με τις όποιες οφειλές της εταιρείας ...
προς αυτό, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζητούσε να την αποζημιώσει το εναγόμενο νομιμοτόκως από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής για το ποσόν που παράνομα, αλλιώς και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητα, έχει εισπράξει σε βάρος της. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι παράνομα και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητα το εναγόμενο απαίτησε για λογαριασμό του και σε βάρος της ενάγουσας την έκδοση εγγυητικής επιστολής, της οποίας στη συνέχεια ζήτησε την κατάπτωση, καθώς και ότι δεν υπήρχε νόμιμη αιτία για την έκδοση και κατάπτωση της εγγυητικής αυτής επιστολής, εφόσον γνώριζε ότι ουδεμία απαίτηση έχει σε βάρος της αναφορικά με τις όποιες οφειλές της εταιρείας ...
προς αυτό. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή ορισμένη, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτής, και συνακόλουθα ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η κρίση δε αυτή του Εφετείου δεν αναφέρεται στη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει του ότι δεν αξίωσε αυτό λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ως παραβίαση από τον επικαλούμενο από το αναιρεσείον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αναφέρεται στην επάρκεια των στοιχείων αυτών, η έλλειψη της οποίας καθιστά την αγωγή απαράδεκτη.
Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος. Τέλος, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ότι δηλαδή με την κατάπτωση υπέρ του αναιρεσείοντος της εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Κύπρου για το ποσόν των 905.511 δολ.
ΗΠΑ το τελευταίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της αναιρεσίβλητης, εφόσον οι ασφαλιστικές εισφορές βάσει του ναυτολογίου μέχρι του πλειστηριασμού του πλοίου ... εξοφλήθηκαν πλήρως με το υπόλοιπο ποσόν της ίδιας επιστολής, και κατόπιν τούτου ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 442 ΑΚ, 269 παρ. 2, 527 εδαφ. α’ ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην διά συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, και έχει ως δικαιολογητική βάση την exceptio doli generali, - αφού ο απαιτών, για εκείνο που μέλλει να αποδώσει, πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος- συντελείται διά δηλώσεως μονομερούς, απευθυντέας προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος δύναται την μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ’ έφεση δίκη: 1) αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και 2) άνευ του τοιούτου περιορισμού, εφ’ όσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της εφέσεως και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 86 παρ. 3 εδ. α’ , 9 του ΠΔ 913/1978, 28 § 4 εδάφ. α’ του Ν. 1085/1980 και 1 παρ. 10 του ν. 1711/1987 προκύπτει ότι απαιτήσεις εκ του ναυτολογίου είναι τα δικαιώματα του NAT εξ εισφορών, προσθέτων τελών τούτων και λοιπά τέλη και δικαιώματα, εφ’ όσον ταύτα βεβαιώνονται διά του ναυτολογίου, δηλονότι συνδέονται μετ’ αυτού, ως και τα δικαιώματα του NAT, του ΤΠΕΝ, ΚΝΕ, Εστίας Ναυτικών και λοιποί παρά του NAT λογαριασμοί και κεφάλαια, εφόσον, όμως, η απαίτηση προέρχεται εκ της καθυστερήσεως καταβολής τακτικής εισφοράς του πλοιοκτήτη ή του ναυτικού για τους επί του πλοίου υπηρετούντες ναυτικούς.
Ο υπολογισμός, η εκκαθάριση και η βεβαίωση των εκ του ναυτολογίου οφειλομένων εισφορών ενεργείται υπό της ναυτιλιακής αρχής ή του NAT, υπό του οποίου και εκδίδεται το σχετικό φύλλο εκκαθαρίσεως, το οποίο, ως τίτλος εκτελεστός, αποτελεί πλήρη απόδειξη για την ύπαρξη της απαιτήσεως του NAT έναντι του οφειλέτη (ΑΠ 1668/2011).
Αντιθέτως, αν η αξίωση αυτή του Ν.Α.Τ. προτείνεται προς συμψηφισμό κατά τρίτου και όχι κατά του οφειλέτη, τότε για το ορισμένο αυτής δεν αρκεί η επίκληση του φύλλου εκκαθαρίσεως, αλλά απαιτείται να γίνεται ακριβής περιγραφή της απαιτήσεως, δηλονότι με ποιο τρόπο προέκυψαν οι ασφαλιστικές εισφορές, διά παραθέσεως των ονομάτων των ασφαλισμένων ναυτικών και των αναλογούντων ποσών κατά χρονική περίοδο, η παράλειψη των οποίων καθιστά τη σχετική ένσταση αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι το αναιρεσείον προσκόμισε με επίκληση το υπ’ αριθμ…./2008 φύλλο εκκαθαρίσεως, που αφορά εκκαθάριση του με No …ναυτολογίου Πειραιά, χρονικής περιόδου από 13-5-2005 έως 9-3-2006, (οπότε άλλαξε σημαία το πλοίο και το διέγραψε η αναιρεσίβλητη από τα ελληνικά νηολόγια), μαζί και με τη σχετική έκθεση επιδόσεως, από την οποία προέκυπτε ότι η τελευταία έχει δημιουργήσει νέα οφειλή προς το Ν.Α.Τ.
από το παραπάνω ναυτολόγιο, ποσού 856.776,68 ευρώ, έναντι της οποίας δεν έχει καταβάλει τίποτε και ότι την απαίτησή του αυτή προτείνει προς συμψηφισμό προς κάθε τυχόν απαίτηση αυτής, που μπορεί να οφείλεται στη μη κάλυψη της αιτίας, για την οποία κατατέθηκε η ένδικη εγγυητική επιστολή, την ένσταση δε αυτή επανέφερε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Η ένσταση αυτή, για την οποία το Εφετείο έκρινε κατ7 αρχάς ότι, αν και δεν τηρήθηκαν οι υπό του άρθρου 240 ΚΠολΔ προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τη νομότυπη επαναφορά της, παραδεκτώς προβάλλεται ενώπιον του, για το λόγο ότι η σχετική απαίτηση, ως απορρέουσα από φύλλο εκκαθαρίσεως, ήταν δυνατόν να αποδειχθεί παραχρήμα, απορρίφθηκε στη συνέχεια με την προσβαλλομένη απόφαση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, για το λόγο ότι "το δικόγραφο αυτής δεν περιείχε ακριβή περιγραφή της απαιτήσεως, δηλονότι με ποιο τρόπο προέκυψαν οι ασφαλιστικές εισφορές, διά παραθέσεως των ονομάτων των ασφαλισμένων ναυτικών και των αναλογούντων, ποσών κατά χρονική περίοδο, αφού η παράλειψη παραθέσεως των περιστατικών τούτων στερούσε τη δυνατότητα στην οφειλέτιδα - πλοιοκτήτρια να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαιτήσεως, ως, λόγου χάριν, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν υπήρχε εν όλω ή εν μέρει υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και δεν γεννήθηκαν οι αντίστοιχες απαιτήσεις του ενισταμένου, δοθέντος ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός περί του ότι το ως άνω φύλλο εκκαθαρίσεως του NAT είχε καταστεί απρόσβλητο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, εφόσον η ένσταση αυτή συμψηφισμού, που πρότεινε το αναιρεσείον, προβαλλόμενη κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία και όφειλε το σχετικό ποσό, και για το οποίο επικαλείτο ότι της είχε επιδοθεί το αντίστοιχο φύλλο εκκαθαρίσεως, που αποτελούσε ως εκτελεστός τίτλος πλήρη απόδειξη για την ύπαρξη της απαιτήσεως του NAT έναντι αυτής, δεν ήταν αναγκαίο να περιέχει άλλου είδους περιγραφή της απαιτήσεως, και ειδικότερα, με ποιο τρόπο προέκυψαν οι ασφαλιστικές εισφορές, διά παραθέσεως των ονομάτων των ασφαλισμένων ναυτικών και των αναλογούντων ποσών κατά χρονική περίοδο, και συνεπώς ήταν ορισμένη και νόμιμη και θα έπρεπε να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Κατόπιν τούτου, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, το αναιρεσείον πρότεινε τον ισχυρισμό ότι η εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, που εκδόθηκε κατ’ εντολή της αναιρεσίβλητης για λογαριασμό του, συνιστά ιδία υποχρέωση προς πληρωμή της υφιστάμενης οφειλής του πλοίου ..., άλλως αφηρημένη υπόσχεση χρέους για την καταβολή της εν λόγω οφειλής και σε κάθε περίπτωση αιτιώδη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους.
Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, το μεν ως απαράδεκτο, για το λόγο ότι δεν επαναφέρεται νομοτύπως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμο, εφόσον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι διά της εκδόσεως της ως άνω εγγυητικής επιστολής άνευ επιφυλάξεως δημιουργήθηκε αφηρημένη και αυθύπαρκτη σύμβαση εγγυήσεως ή ότι διά της τοιαύτης εκδόσεως συνήφθη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους μεταξύ των διαδίκων ή ότι συνήφθη σύμβαση αφηρημένης υποσχέσεως χρέους για την καταβολή της ως άνω αναφερθείσης οφειλής.
Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο ψευδώς ερμήνευσε, άλλως εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ’ όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ως αβάσιμου, πλην όμως δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως η επάλληλη αιτιολογία, με την οποία ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε προεχόντως ως απαράδεκτος, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
II. Επί της από 19-9-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει σης νήσους Μάρσαλ.
Με το μοναδικό λόγο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι, αφενός μεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και αφετέρου άφησε αδίκαστο κάτι που ζητήθηκε, και συγκεκριμένα, ενώ με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μετέτρεψε εν μέρει το υπ’ αριθμ. 3 αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κατά το υπόλοιπο δε τούτο παρέμεινε καταψηφιστικό, και ειδικότερα ενώ ζήτησε με τις προτάσεις της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να την αποζημιώσει νομιμοτόκως κατά το ποσόν των 905.511 δολ.
ΗΠΑ, που έχει παρανόμως, άλλως και σε κάθε περίπτωση αχρεωστήτως εισπράξει με τη μερική κατάπτωση της ένδικης εγγυητικής επιστολής ποσού 1.362.790,73 δολ. ΗΠΑ, εξακολούθησε δε να ζητεί να της επιστραφεί η επιστολή αυτή της Τράπεζας Κύπρου, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, για το ποσόν των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ., μετά τη μερική κατάπτωσή της υπέρ του εναγομένου για το ποσόν των 905.511 δολ.
ΗΠΑ, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε το μεν ότι η ένδικη εγγυητική επιστολή είναι επιστρεπτέα στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) για το ποσόν των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ, για το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, το δε ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσόν των 905.511 δολ.
ΗΠΑ.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιόρισε εν μέρει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της. Ειδικότερα, με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής της προς το εναγόμενο αναφορικά με τις απαιτήσεις του από ασφαλιστικές εισφορές του υπό ελληνική σημαία πλοίου ...
κατά το χρόνο που αυτό ήταν εγγεγραμμένο στην κυριότητα της εταιρείας .... και περαιτέρω, μεταξύ άλλων, να της επιστραφεί η υπ’ αριθμ. ... και με ημερομηνία έκδοσης 13-5-2005, ποσού 1.362.790,73 δολ. ΗΠΑ, τραπεζική εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, και σε περίπτωση καταπτώσεώς της να καταδικασθεί το εναγόμενο να την αποζημιώσει νομιμοτόκως για το ποσόν αυτό ...
που έχει παράνομα αλλιώς και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητα εισπράξει. Με τις προτάσεις της και επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών από το χρόνο ασκήσεως μέχρι το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, και ειδικότερα τη μερική κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής για το ποσόν των 905.511 δολ. ΗΠΑ και τη διατήρησή της σε ισχύ για το υπόλοιπο ποσό των 457.279,73 δολ.
ΗΠΑ, τροποποίησε εν μέρει το αίτημα, ζητώντας να της επιστραφεί η εν λόγω εγγυητική επιστολή ποσού 457.279,73 δολ. ΗΠΑ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά τη μερική της κατάπτωση υπέρ του εναγομένου για ποσό 905.511 δολ. ΗΠΑ, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να την αποζημιώσει νομιμοτόκως για το ποσόν των 905.511 δολ.
ΗΠΑ ... Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το αίτημα για την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, εξακολουθούσε να είναι καταψηφιστικό και μόνο το αίτημα για την καταβολή του ποσού των 905.511 δολ. ΗΠΑ ως αποζημίωση ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν μετετράπη σε αναγνωριστικό. Το Εφετείο, ωστόσο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και ειδικότερα ως προς το άνω αίτημα αναγνώρισε ότι:
α) η ένδικη εγγυητική επιστολή, ποσού 1.362.790,73 δολ. ΗΠΑ, της Τράπεζας Κύπρου ως προς το ποσό των 457.279,73 δολ. ΗΠΑ, για το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, είναι επιστρεπτέα στην ενάγουσα, ... και γ) η εναγομένη (ενν. το εναγόμενο) οφείλει στον ενάγοντα (ενν. την ενάγουσα) το ποσόν των 905.511 δολ. ΗΠΑ νομιμοτόκως από 28-3-2008 μέχρις εξοφλήσεως.
Ενόψει αυτών είναι προφανές ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι λιγότερο από αυτό που ζητήθηκε, εφόσον αναγνώρισε υποχρέωση επιστροφής της εγγυητικής επιστολής, ενώ το αίτημα της ενάγουσας να της επιστραφεί η εγγυητική επιστολή, για το ποσό που εξακολουθούσε να ισχύει, δεν μετατράπηκε και έτσι άφησε αδίκαστο ένα μέρος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατόπιν τούτου είναι βάσιμος ο (μόνος) λόγος αναιρέσεως.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, να επιστραφεί δε στην αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ... το παράβολο, που κατέθεσε σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διάδικου (άρθρ. 178, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 511/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ως προς τα κεφάλαιά της α) απορρίψεως της περί συμψηφισμού προβληθείσης ενστάσεως του αναιρεσείοντος νπδδ με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ" και β) αναγνωρίσεως επιστροφής της αναφερομένης στο σκεπτικό εγγυητικής επιστολής προς την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά το αναιρούμενο μέρος στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην εταιρεία με την επωνυμία ...
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ