479/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated479/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 479 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Δ. και 2) Γ. χήρας Δ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2010 αίτηση θεραπείας των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον με την από 3-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 22-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1,2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή ότι είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε ότι είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, εισάγεται για συζήτηση η από 3/1/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. και Γ. Τ. για αναίρεση της 72/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδας, η οποία (αίτηση) προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 5/11/2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4/3/2015), με αίτημα του παρασταθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Γεωργίου Καρατζογιάννη.
Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με τη σειρά του οικείου πινακίου στην παραπάνω μετ' αναβολή δικάσιμο εμφανίσθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπήθηκε νομίμως, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τον πάρεδρο του ΝΣΚ Βασίλειο Κορκίζογλου (χωρίς την κατάθεση έγγραφων προτάσεων), ενώ οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι και επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την παρούσα δικάσιμο (βλ.
την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ... που υπάρχει στην επιδοθείσα στο αναιρεσείον από 21/1/2015 βεβαίωση αναβολής της γραμματέως της έδρας Αγγελικής Ανυφαντή, με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 4/3/2015), δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να δικαστούν σαν να ήταν παρόντες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και δασικά δε διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και (βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυνάμενη να εξυπηρέτηση μιαν ή περισσότερος των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη Βιοκοινότητα (δασό βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).
Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Περαιτέρω στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν. 9 παρ 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πρ.
Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ. για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [όλ.
και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 Π (41.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ. (50.10)]. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 216/371837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων. Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.
Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987). Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 περί δασικού κώδικος και του άρθρου 215 του 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη βοσκή σε δημόσιο δάσος ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δε θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του (ολΑΠ 42/2002).
Για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του (ΑΠ 487/2002).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων (πατέρας του πρώτου και σύζυγος της δεύτερης), Δ. Τ., είχε στην αποκλειστική του κυριότητα ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο), εκτάσεως 10.500 τ,μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Σ.
άλλοτε Δήμου Αιτωλικού και ήδη Δήμου Μεσολογγίου, το οποίο συνόρευε ανατολικά με ιδιοκτησία Φ. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Τ., βόρειας με ιδιοκτησία Τ. και νότια με αγροτικό δρόμο. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον ο τελευταίος το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1925 μέχρι και το θάνατό του, το έτος 1986, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις ως ελαιοστασίου, ήτοι το επέβλεπε, περιποιούνταν τα εντός αυτού ελαιόδεντρα και συνέλεγε τον καρπό τους χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν.
Η επίδικη έκταση δεν ήταν ποτέ δασική, αντίθετα ήταν δεκτική καλλιέργειας. Μάλιστα ο ίδιος ο μάρτυρας του εναγομένου κατέθεσε ότι από το 1945 έως το 1968 στην περιοχή υπήρχαν μεγάλα δέντρα χωρίς όμως να μπορεί να διακρίνει το είδος αυτών. Ο ανωτέρω, δικαιοπάροχος των εναγόντων, ο οποίος απεβίωσε στις 11-8-1986, κατέλιπε την .../1985 δημόσια διαθήκη, η οποία συνετάγη ενώπιον του Συμβ/φου Αιτωλικού, Γεωργίου Ζαρμακούπη και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, συνταγέντος του 118/13-11-1986 πρακτικού του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, μεταξύ άλλων, εγκαθιστούσε τους ενάγοντες κληρονόμους επί του προαναφερομένου ακινήτου και ειδικότερα κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες, δυνάμει της .../1987 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω Συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιτωλικού στον τόμο … και αριθμό 320, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς ως άνω κληρονομιά του πατέρα και συζύγου τους καθιστάμενοι έτσι ψιλός κύριος και επικαρπώτρια αντίστοιχα του εν λόγω ακινήτου.
Ακολούθως, δυνάμει της 1075698/0010/1997 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για τις ανάγκες κατασκευής του έργου "Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων στα τμήματα ευρεία παράκαμψη Αγρινίου από χ.θ. 0+500 έως 5+740 στο Ν. Αιτωλ/νίας", σύμφωνα με την οποία (απόφαση) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δη για την κατασκευή του παραπάνω έργου ένα τμήμα του προπεριγραφόμενου ακινήτου των εναγόντων με ΑΚΠ 211, εμβαδού 4.347,05 τ.μ., μετά των εντός αυτού πενήντα (50) μεγάλων ελαιοδέντρων, κείμενο στη βορειοανατολική πλευρά της ανωτέρω μείζονος έκτασης.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες μεταβίβασαν λόγω πώλησης και κατά πλήρη κυριότητα στην Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ", νόμιμα εκπροσωπουμένη με έδρα το ..., έτερο τμήμα της εναπομείνασας, μετά την απαλλοτρίωση, μεγαλύτερης ως άνω έκτασης που τους ανήκε, εμβαδού 4.603 τ.μ., συνορευόμενο, κατά τον τίτλο κτήσης και το προσαρτώμενο σε αυτόν από μηνός Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Ι.
Π., βορειοανατολικά με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου, βορειοδυτικά με ιδιωτικό δρόμο των εναγόντων και πέραν αυτού με ιδιοκτησία της ως άνω ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Α. Τ. και νοτιοανατολικά με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Δ. Μ., συνταγέντος περί τούτου του …/2001 συμβολαίου της Συμβ/φου Αιτωλικού, Χρυσούλας Καππέ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιτωλικού στον τόμο … και αριθμό 443.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του .../2003 συμβολαίου της Συμβ/φου Μεσολογγίου, Ευαγγελίας Ψάρρη -Παπαδημητρίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιτωλικού στον τόμο … και αριθμό 50, η κατά τα άνω αγοράστρια εταιρεία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", μεταβίβασε λόγω πώλησης και κατά πλήρη κυριότητα, το προπεριγραφέν ακίνητο εμβαδού 4.603 τ.μ.
στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν των παραπάνω απαλλοτριωτικών πράξεων (αναγκαστική απαλλοτρίωση και πώληση) από την αρχική έκταση των 10,500 τ.μ. απέμεινε στους ενάγοντες, κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα, ακίνητο εμβαδού 2.187,82 τ.μ. (επίδικο), όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-1 στο από μηνός Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Π.
Ε., συνορευόμενο βορειοανατολικά με την ανωτέρω έκταση των 4.603 τ.μ. ήδη ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, βορειοδυτικά με αγροτικό δρόμο, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Τ. και νοτιονατολικά με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Δ. Μ.. Κατά τη διαδικασία δε της κτηματογράφησης στην περιοχή Σ.
άλλοτε Δήμου Αιτωλικού και ήδη Δήμου Μεσολογγίου, η οποία (κτηματογράφηση) ολοκληρώθηκε στις 9-1-2004, οπότε και ορίστηκε η έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή, η ανωτέρω έκταση των 4.603 τ.μ., που απέκτησε κατά τα προαναφερθέντα το εναγόμενο, καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Αιτωλικού στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ...
και αναγράφηκε στις πρώτες εγγραφές στο οικείο ως άνω κτηματολογικό φύλλο, ως δικαιούχος αποκλειστικής κυριότητας επ' αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με αιτία κτήσης την πώληση και με τίτλο κτήσης το προαναφερόμενο .../2003 συμβόλαιο. Ωστόσο στο ίδιο ακίνητο με το παραπάνω ΚΑΕΚ, που φέρεται ως έχον έκταση 10.129 τ.μ., συμπεριελήφθη εσφαλμένως και η εναπομείνασα κατά ως άνω ιδιοκτησία των εναγόντων, εμβαδού 2.187,82 τ.μ.
Η ανωτέρω αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων επί του ως άνω ακινήτου και πρέπει, αφού αναγνωριστούν αυτά, να διαταχθεί η διόρθωσή της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά ψιλή κυριότητα στον πρώτο αναιρεσίβλητο και κατ' επικαρπία στη δεύτερη αναιρεσίβλητη με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο τρόπο και, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το πιο πάνω ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν δασική έκταση, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση των προαναφερθέντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Περαιτέρω, το Εφετείο βεβαίωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατά το σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Όμως, παρά την εκτεθείσα διαβεβαίωση, αλλά και τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο από 25/10/2011 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου της Δ/νσης Δασών Σ.
Β. (που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη κατ' έφεση δίκη, για την απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητάς του, ως προς το δασικό χαρακτήρα εδαφικού τμήματος 1960,95 τμ του μείζονος επίδικου ακινήτου, τουλάχιστον από το έτος 1945 έως και το έτος 1998.
Οι αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση του πιο πάνω αποδεικτικού εγγράφου για το εν λόγω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δημιουργούνται όχι μόνο από την παράλειψη ειδικής αξιολόγησής του από το Εφετείο, αλλά και από την παραδοχή για το εν γένει μη δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή διάκριση ως προς το χαρακτήρα του εδαφικού τμήματος αυτού, εμβαδού 1960,95 τμ, που αποτελεί το ειδικότερο περιεχόμενο του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την προεκτεθείσα έκθεση φωτοερμηνείας είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 72/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ