479/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Legislator headnote
AI generated479/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 5-3-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 141/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αυτής, επέσπευσαν οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο, υπό στοιχεία 1 και 19 αναιρεσίβλητοι (Μ.
Full text
Απόφαση 479 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., έως και 19) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η, 4η, 6η, 7ος, 8η, 9η, 10η, 12η, 13η, 14η, 15η, 17ος και 18η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Τσαντίνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-2-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 3η, 5η, 11η, 16η και 19η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 27-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-3-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 141/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 5-3-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 141/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αυτής, επέσπευσαν οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο, υπό στοιχεία 1 και 19 αναιρεσίβλητοι (Μ.
Μ. και Σ. Ε.). Συγκεκριμένα, με την υπ' αρ. 4717/ 2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Φ. Ν., εμφανίζεται ο τελευταίος, ενεργών κατ' εντολή του δικηγόρου Τσαντίνη Πέτρου, ως πληρεξουσίου των άνω αναιρεσίβλητων, να επιδίδει αντίγραφο της αίτησης και κλήση για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή, στον νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 3η, 5η, 11η, 16η, και 19η των αναιρεσίβλητων (Ι. Μ., Μ. Ζ., Ρ. Β., Δ. Δ. και Σ. Ε.). Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από το δικηγόρο Τσαντίνη Πέτρο, ιδιωτικά έγγραφα πληρεξουσιότητας, προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν είχαν χορηγήσει σ' αυτόν πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης.
Κλήτευση των διαδίκων αυτών, από τους λοιπούς ομοδίκους του ή το αναιρεσείον για να παραστούν στη συζήτηση δεν αποδεικνύεται. Κατά συνέπεια: 1) πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους και 2) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί ως προς αυτούς (απολιπόμενους) η υπόθεση και να συζητηθεί για τους λοιπούς. 2.
Κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι εργάσθηκαν ως αναπληρωτές καθηγητές σε δημόσια σχολεία, και αμείβονταν με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, της παροχής των 176 ευρώ, του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) και ότι για την επιδίκαση σ' αυτούς της εν λόγω παροχής, η οποία διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003, δεν απαιτείται άλλη προϋπόθεση πλην της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (με το Ν. 2470/ 1997 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/2003).
Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχτηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων που είχαν ηττηθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δέχτηκε στη συνέχεια την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να τους καταβάλλει την εν λόγω παροχή του άρθρου 1 του Ν. 3016/2002.
Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 του Ν. 2738/1999, 14 του Ν. 3016/2002, 13 του Ν. 2470/1997, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003. Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος) της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος, έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 10η Απριλίου 2014.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί της κρινόμενης αίτησης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τις αναιρεσίβλητες Ι. Μ., Μ. Ζ., Ρ. Β., Δ. Δ. και Σ. Ε..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για τις ως άνω αναφερόμενες αναιρεσίβλητες.
Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της κρινόμενης αίτησης μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ