479/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 479 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2012
Legislator headnote
AI generated479/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 479 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2012
Full text
Απόφαση 479 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που έχει έδρα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ελένη Πασαμιχάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 22/2007 του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7.5.2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 22/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1 & 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 575 εδ.β' ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, 12/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 22/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λαμίας, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα της Λιβαδειάς, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρ. 568§§2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 24.10.2011, κατά την οποία με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκε να παραστεί η αναιρεσίβλητη. Προς το σκοπό αυτό το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το ίδιο υπ' αριθ. 894Γ/6.10.2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στη μεταβατική αυτού έδρα της Λιβαδειάς, και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 6 την παραπάνω δικάσιμο της 24.10.2011 (άρθρ. 122§1, 123, 126§1γ, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή με αίτημα της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Κυριακής Ρωμηού, που παρέστη δυνάμει του υπ' αριθ. .../20.12.2010 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασίλειου Σοφιανόπουλου, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 9.1.2012, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Όφειλε λοιπόν κατά τα προεκτεθέντα να παραστεί η αναιρεσίβλητη κατά την εν λόγω δικάσιμο χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 22/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία, αφού δέχθηκε την από 26.11.2004 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 29/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και εξαφάνισε ως προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την απόφαση αυτή κατά το μέρος ειδικότερα που έκρινε ότι έπρεπε να τροποποιηθεί ο υπ' αριθ. .../19.3.2002 πίνακας διανομής πλειστηριάσματος, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αράχωβας Μαρία Μόσχου, ώστε να αποβληθεί από τον πίνακα αυτό η αναιρεσίβλητη και να καταταγεί στη θέση της αποκλειστικά το Ελληνικό Δημόσιο στο πλειστηρίασμα που απέμεινε μετά την προαφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης, ως προς τα οποία η πρωτόδικη απόφαση τροποποίησε επίσης τον ως άνω πίνακα, μειώνοντας την αμοιβή και τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή της εκτέλεσης, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) εν μέρει την από 25.5.2002 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου και τροποποιώντας εκ νέου τον αυτό πίνακα κατέταξε σε μεγαλύτερα από τα αρχικά ποσά τόσο το Ελληνικό Δημόσιο όσο και την αντίδικό του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τον μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
3. Από τις διατάξεις των άρθρ. 971§1 και 975§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από το πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, προαφαιρούνται όλες οι δαπάνες που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον των δανειστών και ήταν αναγκαίες για τη διεξαγωγή του συνόλου της εκτελεστικής διαδικασίας από τη λήψη του απογράφου μέχρι την αποπεράτωσή της. Τα έξοδα αυτά προσδιορίζονται και προαφαιρούνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος που απομένει προς διανομή, κατατάσσει τις απαιτήσεις του επισπεύδοντος την εκτέλεση και των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών. Ο προσδιορισμός των εξόδων γίνεται ύστερα από εκκαθάρισή τους είτε με ιδιαίτερη πράξη του υπαλλήλου (συμβολαιογράφου) του πλειστηριασμού είτε με τον συντασσόμενο απ' αυτόν πίνακα κατάταξης δανειστών και διανομής του πλειστηριάσματος, μπορεί δε και η εκκαθάριση των εξόδων να προσβληθεί με την ανακοπή κατά του πίνακα κατά το άρθρ. 979 ΚΠολΔ. Εξ άλλου κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ.γ του άρθρου αυτού, που ορίζει ότι η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, προκύπτει ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι μεν ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη και συνεπώς το δεδικασμένο της σχετικής απόφασης περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει τη θέση των άλλων δανειστών, με αποτέλεσμα το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, να περιορίζεται στα όρια του αιτήματός της, ενώ δεν έχει αντίθετα εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως στην αναμόρφωση του πίνακα. Έτσι αν ο λόγος της ανακοπής, με τον οποίο επιδιώκεται η μείωση των εξόδων της εκτέλεσης που προαφαιρέθηκαν κατά τα ανωτέρω, γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνον ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν προηγείται απ' αυτόν στην κατάταξη κατά τους ορισμούς των άρθρ. 975 - 977, 1007 ΚΠολΔ και προκειμένου για απαιτήσεις του Δημοσίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 61 του ΚΕΔΕ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρ. 24§1 του ν. 2093/1992 (ΟλΑΠ 27/2009). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης ότι με επίσπευση της εταιρείας METROLIFE ΑΕΓΑ (τέταρτης των καθ' ων η ένδικη ανακοπή) εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αράχωβας Μαρίας Μόσχου (τρίτης των καθ' ων η ανακοπή), που συνέταξε την υπ' αριθ. .../31.10.2001 έκθεσή της, ένα ακίνητο του οφειλέτη αυτής Ν. Μ., που απέφερε πλειστηρίασμα 7.336,79 ευρώ και ότι το πλειστηρίασμα δεν ήταν επαρκές για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών του οφειλέτη, γι' αυτό η ως άνω συμβολαιογράφος συνέταξε τον υπ' αριθ. .../19.3.2002 πίνακα, που παραδεκτά επίσης επισκοπείται και με τον οποίο η συμβολαιογράφος, αφού αφαίρεσε από το πλειστηρίασμα 663,71 ευρώ για αμοιβή και έξοδά της, πλέον 184,89 ευρώ για κοινοποίηση προσκλήσεων και 3.843,73 ευρώ για αμοιβή και έξοδα του δικαστικού επιμελητή Ι. Π. (δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή), κατέταξε στο υπόλοιπο πλειστηρίασμα, ποσού 2.644,44 ευρώ, το μεν Ελληνικό Δημόσιο στο 1/3 του πλειστηριάσματος, δηλαδή για ποσό 881,48 ευρώ προς μερική ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του συνολικού ύψους 37.259,91 ευρώ, που καλύπτονταν με γενικό προνόμιο κατά το άρθρ. 61 του ΚΕΔΕ και κατατάσσονται στην πέμπτη τάξη των προνομίων του άρθρ. 975 ΚΠολΔ, τη δε αναιρεσίβλητη, που είχε απαίτηση 3.929,70 ευρώ, ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης δυνάμει της υπ' αριθ. 5842/2000 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την κατέταξε κατά τα άρθρ. 977§1 και 1007§1 ΚΠολΔ στα εναπομένοντα 2/3 του πλειστηριάσματος, δηλαδή για ποσό 1.762,96 ευρώ. Με την υπ' αριθ. 29/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που και αυτή παραδεκτά επισκοπείται, έγινε δεκτή η ένδικη ανακοπή και αφενός μεν περιορίσθηκαν σε 865,15 ευρώ η αμοιβή και τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή Ι. Π., που είχαν υπολογισθεί σε 3.843,73 ευρώ και είχαν προαφαιρεθεί από το διανεμητέο πλειστηρίασμα, αφετέρου δε αποβλήθηκε εξ ολοκλήρου η αναιρεσίβλητη από τον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος και στη θέση της κατατάχθηκε αποκλειστικά το Ελληνικό Δημόσιο για συνολικό ποσό 6.673,04 ευρώ. Η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία τα επιμέρους κονδύλια του πίνακα συναθροίζονται σε 8.382,79 € (663,71+184,89+ 861,15+6.673,04), δηλαδή σε ποσό που υπερβαίνει το πλειστηρίασμα των 7.336,79 €, ανατράπηκε ως εσφαλμένη από το Εφετείο, το οποίο, αφού έκρινε ότι ορθώς κατ' αρχήν οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατατάχθηκαν στον πίνακα μέχρι το 1/3 του πλειστηριάσματος, η δε απαίτηση της αναιρεσίβλητης μέχρι τα 2/3, στη συνέχεια έκρινε ότι κατά την αναλογία αυτή έπρεπε να καταταγούν οι απαιτήσεις των διαδίκων στο όλο ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης, όπως αυτά επαναπροσδιορίσθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση και έτσι υπολογίζοντας σε 5.807,90 ευρώ το διαθέσιμο ποσό του πλειστηριάσματος, ενώ αυτό ανέρχεται σε 5.627,04 ευρώ [7.336,79 - (663,71 + 184,89 + 861,15 €)], κατέταξε το μεν Ελληνικό Δημόσιο προνομιακά και οριστικά για ποσό 1.935,96 ευρώ, τη δε αναιρεσίβλητη προνομιακά, αλλά τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, για ποσό 3.871,90 ευρώ, ορίζοντας παράλληλα ότι αν δεν πληρωθεί η αίρεση αυτή, στη θέση της αναιρεσίβλητης κατατάσσονται προνομιακά και οριστικά οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή συμπεριέλαβε στο προς διανομή πλειστηρίασμα μεταξύ των διαδίκων και το ποσό των 2.978,58 ευρώ, κατά το οποίο μειώθηκε το ποσό της αμοιβής και των εξόδων του δικαστικού επιμελητή Ι. Π., που είχαν υπολογισθεί σε 3.843,73 ευρώ με τον προσβαλλόμενο πίνακα και είχαν προαφαιρεθεί από το διανεμητέο πλειστηρίασμα (3.871,90 - 865,15 €). Έτσι όμως το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 979§2εδ.γ ΚΠολΔ, αφού στο ποσό του πλειστηριάσματος, που είχε προαφαιρεθεί και αποδεσμεύθηκε με τη μείωση της αμοιβής και των εξόδων του ως άνω δικαστικού επιμελητή, δεν κατέταξε, όπως όφειλε, αποκλειστικά το Ελληνικό Δημόσιο, μολονότι κατά το ποσό αυτό δέχθηκε την ανακοπή του, αλλά κατέταξε στο ίδιο ποσό κατά την αναλογία 2 προς 1 και την αναιρεσίβλητη, η οποία έτσι κατατάχθηκε για επιπλέον ποσό 2.108,94 ευρώ (3.871,90 - 1.762,96), δηλαδή ωφελήθηκε κατά το ποσό αυτό χωρίς να έχει η ίδια ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα, αμφισβητώντας την αρχική κατάταξή της.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του 559 άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί υπό άλλη σύνθεση (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Παρέδρου του ΝΣΚ, θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 22/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ