479/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 8/12/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31/5/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29538/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 969/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2009 αίτησή τους και τους από 23/11/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated479/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Full text
Απόφαση 479 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χήρας Ν. Κ., το γένος Μ. Γ., κατοίκου ..., 2) Β. συζύγου Ι. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανηλίκων θυγατέρων της Δ. και Σ., 3) Θ. Κ. του Ν., 4) Α. θυγ. Ν. Κ., κατοίκων ..., 5) Μ. συζύγου Α. Δ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Μ. και Β., 6) ..., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων θυγατέρων του Δ. και Σ., 7) Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Μ. και Β., 8) Ε. Τ. του Κ., 9) Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρέμη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η Δ. Μ. του Ι. και Β., κάτοικος ..., ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά την παρούσα δίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 8/12/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31/5/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29538/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 969/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2009 αίτησή τους και τους από 23/11/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 24/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση, κατά τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγο, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 969/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το στοιχείο της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας, ως μιας εκ των προϋποθέσεων, για
την ευθύνη αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν το ζημιογόνο γεγονός υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους, για την επέλευση του επιζήμιου αποτελέσματος, συνιστά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση και δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ, αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση περί του εάν τα κυριαρχικώς δεχθέντα, από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεωρούνται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως "πρόσφορος αιτία" επέλευσης της ζημίας, διότι αυτή είναι έννοια νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της "αιτιώδους συνάφειας".
Επίσης , ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα εξής, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των δύο εμπλακέντων σαυτό οχημάτων, δηλαδή αφενός μεν του εναγομένου - νυν αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, αφετέρου δε του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου, συγγενούς των εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων: "Την 3.7.03 και ώρα 20.45 ο Ν.
Κ., σύζυγος της πρώτης από τους ενάγοντες, πατέρας της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης από αυτούς, πεθερός του έκτου και εβδόμου και παππούς της όγδοης και ενάτου από αυτούς, καθώς και των ανηλίκων Δ. και Σ., τέκνων του Ι. και Β. Μ., τα οποία εκπροσωπούνται από τους γονείς τους και παππούς των ανηλίκων Μ.
και Β., τέκνων του Α. και της Μ. Δ., τα οποία και αυτά εκπροσωπούνται από τους γονείς τους, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, με συνεπιβάτη την πρώτη ενάγουσα, κινούνταν σε ανώνυμη χωμάτινη οδό, η οποία συμβάλλεται με την επαρχιακή οδό Ν Μουδανιών - Παλιουριού. Η χωμάτινη αυτή οδός βρίσκεται στο ύψος του 39,9ου χιλιομέτρου αυτής και από αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων που κινούνται στην επαρχιακή οδό Ν.
Μουδανών - Παλιουριού με κατεύθυνση προς Ν. Μουδανιά. Η επαρχιακή αυτή οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με διπλή διαχωριστική γραμμή στη μέση, η οποία διακόπτεται στο σημείο διασταυρώσεως αυτής με την χωμάτινη οδό. Ο παραπάνω οδηγός του δικύκλου είχε σκοπό να εισέλθει στην επαρχιακή οδό Ν. Μουδανιών Παλιουριού και να κινηθεί σε αυτή, με κατεύθυνση προς Ν.
Μουδανιά. Τη στιγμή εκείνη ο πρώτος κυρίως εναγόμενος Ι. Γ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, η οποία είχε προστήσει τον πρώτο στην οδήγηση αυτού και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη, κινούνταν στην παραπάνω επαρχιακή οδό που οδηγεί προς Ν.
Μουδανιά με ταχύτητα περίπου 95 χιλιόμετρα ανά - ώρα (βλ. το από 3.7.03 δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως οδικού τροχαίου ατυχήματος του Δ. Π., αστυφύλακα του Τ. Ν. Μουδανιών). 0 παραπάνω οδηγός του δικύκλου οδηγούσε αυτό χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα, αν και ήταν νύχτα και δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός ελλείψει εγκαταστάσεως φωτισμού στο οδόστρωμα και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος τόσο αυτός όσο και η συνεπιβάτης σύζυγος του.
Όταν ο Ν. Κ. πλησίασε στο ύψος της συμβολής της χωμάτινης οδού, όπου κινούνταν, με την επαρχιακή οδό Ν. Μουδανιών - Παλιουριού, δεν σταμάτησε πριν από την πινακίδα ΣΤΟΠ που υπήρχε στην πορεία του για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στην επαρχιακή οδό, τα οποία είχαν προτεραιότητα έναντι αυτού.
Έτσι παρόλα αυτά και χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητα του, η οποία ήταν γύρω στα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, κινήθηκε εντελώς ανέλεγκτα και ξαφνικά στην επαρχιακή οδό, με πρόθεση να εισέλθει με αριστερή στροφή στο ρεύμα πορείας αυτής προς Ν. Μουδανιά, με αποτέλεσμα να κόψει, κάθετα την κανονική πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος κυρίως εναγόμενος και να επέλθει η σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων, παρά την άμεση τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό που έκανε ο τελευταίος προς τα δεξιά για να τον αποφύγει.
Παρόλα αυτά αλλά και λόγο της μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε αλλά το φορτηγό, με το μπροστινό μέρος του, έπεσε πάνω στη δεξιά πλευρά του δικύκλου, το οποίο ανατράπηκε προς την αριστερή του πλευρά και σύρθηκε στο οδόστρωμα. Ειδικότερα η σύγκρουση ήταν μετωπική για το φορτηγό αυτοκίνητο και πλάγια για το δίκυκλο, πράγμα που σημαίνει ότι ο τελευταίος δημιούργησε φράγμα στην πορεία του πρώτου.
Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκαν οι επιβάτες του δικύκλου, οι οποίοι μεταφέρθηκαν η μεν ενάγουσα στο Νοσοκομείο Πολυγύρου, ο δε οδηγός του δικύκλου στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, όπου μετά από νοσηλεία δύο μηνών περίπου απεβίωσε. Ενόψει όλων αυτών που αναφέρθηκαν παραπάνω το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο ατύχημα είναι ο οδηγός του δικύκλου και ήδη θανών Ν.
Κ., συγγενής των κυρίως εναγόντων, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά τρόπο που να μην δημιουργεί κίνδυνο για τους λοιπούς οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό, αλλά οδηγούσε το όχημα του χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα, αφού ήταν νύχτα και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός στην οδό που κινούνταν, δεν διέκοψε την πορεία του προκειμένου να ελέγξει αν μπορεί χωρίς να δημιουργήσει κίνδυνο στα κινούμενα στην οδό οχήματα να εισέλθει σε αυτή, δεν σταμάτησε στο σήμα ΣΤΟΠ που είχε στην πορεία του και έτσι δεν παραχώρησε προτεραιότητα στο κανονικά κινούμενο στην επαρχιακή οδό φορτηγό που οδηγούσε ο πρώτος κύριος εναγόμενος και έτσι έφραξε το ρεύμα πορείας αυτού.
Τέλος και όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το φορτηγό αυτοκίνητο κινούνταν με ταχύτητα 120 χιλιόμετρα την ώρα, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό κινούνταν με ταχύτητα, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, 95 χιλιόμετρα ανά ώρα και σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν έχουμε υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αρκεί αυτό για να αποδοθεί σε κάποιον ευθύνη για ένα ατύχημα, αλλά απαιτείται να αποδειχθεί και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έτσι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερβάσεως του ορίου ταχύτητας και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και αυτό γιατί και με μικρότερη ταχύτητα να κινούνταν το φορτηγό, ακόμη και αυτή των 50 χιλιομέτρων που είναι και η επιτρεπόμενη στο σημείο αυτό ταχύτητα (βλ. την παραπάνω έκθεση τροχαίου ατυχήματος) το φράγμα που δημιούργησε το δίκυκλο στην πορεία του φορτηγού, έγινε σε απόσταση το πολύ 30 μέτρων, απόσταση η οποία δεν ήταν αρκετή για να ακινητοποιηθεί το φορτηγό αυτοκίνητο.
Πρέπει δε να σημειωθεί ακόμη ότι αυτός μόλις αντιλήφθηκε την αντικανονική εισβολή του δικύκλου στο ρεύμα πορείας του και πέδηση πραγματοποίησε και ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση την οποία τελικά δεν πέτυχε". Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία η αγωγή των εναγόντων νυν αναιρεσειόντων και απέρριψε την έφεσή τους, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297, 298 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας, των αιτιολογιών της, ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικώτερα, ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το ζημιογόνο φορτηγό αυτοκίνητο είχε υπερβεί το επιτρεπόμενο στο σημείο του ατυχήματος όριο ταχύτητας των 50 χιλιομ. και ότι εκινείτο με ταχύτητα 95 χιλιομ., εν τούτοις, καταλήγει, ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εκ μέρους του οδηγού του φορτηγού υπέρβασης (στο διπλάσιο) του ορίου ταχύτητας και της επέλευσης της σύγκρουσης και των αποτελεσμάτων αυτής, χωρίς, όμως, να εξηγεί γιατί τα αποτελέσματα της σύγκρουσης δεν θα ήταν διαφορετικά, σε περίπτωση που ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου εκινείτο με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλ., η οποία, αισθητά περαιτέρω θα είχε μειωθεί, με την τροχοπέδηση, την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, πραγματοποίησε ο οδηγός του φορτηγού και χωρίς να διευκρινίζει, εάν στην τελευταία αυτή περίπτωση, τόσο η σφοδρότητα της σύγκρουσης όσο και τα εξ αυτής αποτελέσματα (σύρσιμο του μοτοποδηλάτου επί της ασφάλτου και θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του) θα ήταν ελαφρύτερα, αφού σύμφωνα, επίσης, με τις παραδοχές της, η παρεμβολή του μοτοποδηλάτου στην πορεία του φορτηγού έγινε σε απόσταση 30 μ.
έμπροσθεν αυτού. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, οι οποίοι, ως ενιαίο σύνολο συμπληρώνουν τον λόγο αυτό είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 969/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ