Legislator Case Law & Legislation
479/2010 AI generated

479/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 479/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

479/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αγωγή και η πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση του τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων έγιναν δεκτές ως ουσιαστικώς βάσιμες με την 88/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που επικυρώθηκε με την 81/1998 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου. Κατά της τελευταίας απόφασης οι αναιρεσίβλητες άσκησαν αναίρεση, για την οποία εκδόθηκε η 1882/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Keywords

AI generated
forfeiture agreement arbitration clause non-implementation of the offending agreements agricultural markets principles governing concessions property market
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 479 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 479/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2.Χ2, κατοίκου ομοίως 3.Χ3 συζ. ..., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, τέκνα του αρχικού διαδίκουΚ, 4. Χ4, 5. Χ5 και 6. Χ6 , κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντούμα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 χας Ζ, κατοίκου ..., 2. Ψ2 θυγ. Θ και 3. Ψ3 θυγ. Θ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σινανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 29-12-1987 αγωγή των Κ και Χ4, και β) με την από 5-7-1988 κύρια παρέμβαση των ήδη 5ου και 6ου αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/1995 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την παραπάνω αγωγή και κύρια παρέμβαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την παραπάνω αγωγή και κύρια παρέμβαση εξέδωσε την 88α/1996 απόφασή του. Μετά από άσκηση εφέσεως εκδόθηκε η 81/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1882/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θράκης. Το Εφετείο Θράκης εξέδωσε την 382/2002 μη οριστική απόφαση και 607/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση, ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής. Ως νομικά δε ζητήματα θεωρούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού αλλά και του δικονομικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 29-12-1987 διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους, οι ενάγοντες Χ4 (δεύτερος από τους αναιρεσείοντες) και Κ, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι υπ' αριθ. 1α, 1β και 1γ αναιρεσείοντες, την οποία έστρεφαν εναντίον του αρχικώς εναγομένου Ζ, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητες, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι είναι συγκύριοι κατ' ίσα μέρη του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε απόδοσή του.

Η αγωγή και η πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση του τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων έγιναν δεκτές ως ουσιαστικώς βάσιμες με την 88/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που επικυρώθηκε με την 81/1998 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου. Κατά της τελευταίας απόφασης οι αναιρεσίβλητες άσκησαν αναίρεση, για την οποία εκδόθηκε η 1882/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό, ότι οι ισχυρισμοί του αρχικώς εναγομένου περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής και καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος, συνιστούν, σύμφωνα με τις παρακάτω αναφερόμενες νομικές σκέψεις, νόμιμες ενστάσεις, και για το λόγο αυτό έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά της τότε προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, αντιθέτως, είχε δεχθεί ότι οι ως άνω ισχυρισμοί ήταν μη νόμιμοι.

Επίσης με την ίδια απόφαση έγινε δεκτός και ο από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι η προσβαλλόμενη (81/1998) απόφαση του Εφετείου Θράκης δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα και νομή του επίδικου ακινήτου με τον αναφερόμενο τίτλο (συμβόλαιο αγοράς) χωρίς να διαταχθεί η επιβαλλόμενη απόδειξη.

Ακολούθως η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο). Με την 328/2002 μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του Εφετείου Θράκης διατάχθηκαν οι σχετικές αποδείξεις και στη συνέχεια εκδόθηκε η ως άνω 607/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες η αγωγή και η πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμων των πιο πάνω ενστάσεων ιδίας κυριότητας και παραγραφής.

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι, με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ενστάσεις του αρχικώς εναγομένου Ζ περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, και περί εικοσαετούς παραγραφής, είναι νόμιμες, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδαφ. 1, 2 παρ. 2, 3 παρ. 3 του Α.Ν 1366/1938, του Β.Δ 21-10-1938, του Π.Δ 7/9 Ιανουαρίου 1925, του άρθρου 11 παρ. 1 Ν. 1540/1985, καθώς και των άρθρων 25, 26, 27 και 30 του Ν. 1892/1990, δεδομένου ότι αυτό (επίδικο ακίνητο) βρισκόταν σε παραμεθόρια περιοχή και, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητάς του με χρησικτησία, ούτε και η παραγραφή της αξίωσης για απόδοσή του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ενστάσεις είχαν κριθεί, όπως προεκτέθηκε, νόμιμες με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και δέσμευε το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, ως προς το εν λόγω κριθέν ζήτημα.

2.- Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ). Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του.

Για την έναρξη της 20ετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι εικοσαετής και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος. Η παραγραφή επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μία εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν αυτή η νομή ή η κατοχή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 1882/1999).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κομοτηνής Νικολάου Παπανικολάου, το οποίο συντάχθηκε σε εκτέλεση του ...

προσυμφώνου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Ξανθούλας Ζαφειριάδου, η Φ, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στους ενάγοντες Κ και Χ4, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγρό ένδεκα (11) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ... στην παραθαλάσσια περιοχή του χωριού Αρωγή της πρώην Κοινότητας ....

του νομού .... Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι ο αρχικώς εναγόμενος Ζ, στη δικονομική θέση του οποίου, όπως προεκτέθηκε, υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητες, αγόρασε, κατά μήνα Μάρτιο 1967, ατύπως από την ως άνω πωλήτρια, δια των εκπροσώπων της Χ4 (β' ενάγοντα) και του πατέρα του ..., τμήμα του ως άνω αγρού, εκτάσεως 1.200 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά, δυτικά και βόρεια με ιδιοκτησία των δύο πρώτων των εφεσίβλητων και προσθέτως υπέρ των εναγόντων παρεμβαινόντων (Χ5 και Χ6) και νότια με ιδιοκτησία ..., και από τότε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (31-12-1987), συνεχώς και αδιαλείπτως νεμόταν το ακίνητο αυτό (επίδικο), με διάνοια κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής.

Συγκεκριμένα κατά το Μάρτιο 1967 το περιέφραξε, φύτεψε στη συνέχεια εντός αυτού δέκα ελιές, δύο συκιές, δύο καρυδιές, τρεις λεύκες και τρεις σειρές κλήματα και κατά το Μάιο 1967 κατασκεύασε λυόμενη οικία, όπου έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής κατοικούσε κατά τους θερινούς μήνες, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν τόσο η ανωτέρω άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων Φ από το Μάρτιο 1967 μέχρι και 13-10-1982, όσο και οι ενάγοντες (Κ και Χ4) από 22-8-1967 μέχρι και την άσκηση της αγωγής (31-12-1987).

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε, ότι ο ως άνω αρχικός εναγόμενος Ζ κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ η ένδικη αξίωση των εναγόντων για απόδοσή του έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε την αγωγή (κατά παραδοχή των ως άνω ενστάσεων ιδίας κυριότητας και παραγραφής).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 974, 249, 251 και 1095 ΑΚ, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ουσιαστική παραδοχή των ενστάσεων ιδίας κυριότητας και παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.

Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ο ίδιος λόγος, υπό την περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δεν μπορούσε ο αρχικώς εναγόμενος να αντιτάξει κατά της ως άνω Φ, η οποία, κατ' αυτόν, ήταν δικαιοπάροχός του τις πιο πάνω ενστάσεις (ιδίας κυριότητας και παραγραφής) είναι απορριπτέος, αφού, όπως προεκτέθηκε, οι ανωτέρω ενστάσεις κρίθηκαν νόμιμες με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία (απόφαση) κατά τα ανωτέρω, δεσμεύει (ως προς το ζήτημα αυτό) το Εφετείο.

3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο αρχικώς εναγόμενος Ζ δεν ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο επί τον απαιτούμενο (για τη θεμελίωση των πιο ενστάσεών του) χρόνο.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη, α) το 1609/5-8-1967 πρωτόκολλο καταλήψεως, ως εγκαταλειμμένου, του αγρού της αρχικής δικαιοπαρόχου τους Φ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, β) το ... έγγραφο της Δ.Ο.Υ ... περί μεταγραφής του εν λόγω πρωτοκόλλου στις 21-10-1967 και γ) το 12259/1988 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του ως άνω αγρού στους δύο πρώτους από αυτούς (αναιρεσείοντες).

Επίσης οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη την 17/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, από την οποία προκύπτει η έκδοση, στις 26-10-1977, πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής σε βάρος του ως άνω αρχικώς εναγομένου, η οποία προσκομίστηκε από τους αντιδίκους τους, την επικαλέστηκαν όμως και αυτοί (αναιρεσείοντες) με τις ίδιες πιο πάνω προτάσεις τους.

Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το ως άνω υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. 4.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει τόσο με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και με τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται, και οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική δίκη.

Ούτε δε ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπόμενων αμέσως από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 81/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, στο οποίο αρχικώς είχε εισαχθεί η υπόθεση για εκδίκαση και το οποίο κηρύχθηκε αναρμόδιο.

Συνεπώς, το Εφετείο με το να εκτιμήσει ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις καταθέσεις αυτές, οι οποίες έχουν δύναμη δικαστικού τεκμηρίου, υπαγόμενες, όπως άλλωστε και οι ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις, στο όνομα της ελεύθερης εκτίμησής τους του άρθρου 340 ΚΠολΔ, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου, δεν υπέπεσε δηλαδή στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν γίνεται ρητή μνεία, ότι οι ως άνω καταθέσεις λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος. 5.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-7-2008 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 607/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ