Legislator Case Law & Legislation
479/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling late argument inadmissible under civil procedure law.

Case Number 479/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court erred in rejecting a defense based on Article 281 of the Civil Code, claiming the claimant established a right against a non-existent company. The court held that this defense was inadmissible because it was raised for the first time during the evidence phase without meeting procedural prerequisites, rendering its examination unnecessary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 527, 528, 559 of the Code of Civil Procedure; A defense raised for the first time during the evidence phase without meeting procedural prerequisites is inadmissible, and its examination is not required.

Keywords

AI generated
inadmissible defense procedural prerequisites first instance argument evidence phase civil procedure law contract dispute non-existent company

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 524 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 479 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 479/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Καλαβρό.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Θεοδοσίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3184/2000 του ιδίου Δικαστηρίου και 1949/2001 προδικαστική, 5220/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την τελευταία απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος - εκκαλών με την από 26 Αυγούστου 2005 αίτηση αναιρέσεως , κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 1027/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1940/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Μαΐου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 571/6.5.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1960/4.4.2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι προσκομίζει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 1999, 2000 και 2001 και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 571/6.5.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1960/4.4.2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 16062/2275/15.3.1999 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος απορρέουσα από την καταγγελία από τον τελευταίο της συσταθείσης μεταξύ των διαδίκων εταιρείας.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, ερήμην του εναγομένου, η 3184/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 6128/2000 εφέσεως του εναγομένου και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 1949/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως.

Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, η έκδοση της 5220/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος - εκκαλών με την 1014/26.8.2005 αίτηση αναιρέσεως, κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 1027/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεχθείσα ειδικότερα, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή των αιτιολογιών της, "Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό του ύψους των καθαρών κερδών, με βάση τα οποία καθόρισε περαιτέρω τα διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσιβλήτου επί 71 μήνες, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, το εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος", παραδοχές της σε συνέπεια με τις οποίες ανήρεσε την προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, από το οποίο εκδόθηκε στη συνέχεια κατά μερική ομοίως παραδοχή της αγωγής, η 1960/4.4.2008 απόφαση αυτού.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος - εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων.

Ειδικότερα: Ι. Από τον συνδυασμό των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτής της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της αποφάσεως στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

Από το αμέσως παραπάνω σημειούμενο περιεχόμενο της 1027/2007 αναιρετικής αποφάσεως ότι η 5220/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό του ύψους των καθαρών κερδών, με βάση τα οποία καθόρισε περαιτέρω τα διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσιβλήτου επί 71 μήνες, προκύπτει ότι η αναίρεση της εν λόγω δευτεροβάθμιας αποφάσεως είναι μερική και εντοπίζεται μόνο στο ζήτημα του μεγέθους της αξιώσεως αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου προς αποκατάσταση της κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αποθετικής του ζημίας από την κατά τις παραδοχές της αυτής δευτεροβάθμιας αποφάσεως, χωρίς σπουδαίο λόγο, καταγγελία από τον αναιρεσείοντα της συσταθείσης από αυτούς ορισμένης, εννεατούς, διάρκειας αφανούς εταιρείας, πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το από την αιτία αυτή δικαίωμά του αποζημιώσεως, ζήτημα για το οποίο δεν αναιρέθηκε και κατέστη αμετάκλητη, κατά την όμοια περί τούτου ορθή κρίση της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως, η οποία περιορίσθηκε μόνο στην εξέταση του μεγέθους της από την αιτία αυτή αξιώσεως αποθετικής ζημίας του αναιρεσίβλητου.

Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19, 16 κι 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι (α) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες κατά την παραδοχή της ότι πρόκειται περί μερικής κατά το προδιαληφθέν περιεχόμενο αναιρέσεως, (β) παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το όλο δικαίωμα αποζημιώσεως του αναιρεσίβλητου και (γ) ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους τους προς απόκρουση του εν λόγω δικαιώματος λόγους εφέσεως, ερειδόμενους επί της αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως ότι πρόκειται περί ολικής αναιρέσεως, ελέγχονται ως αβάσιμες, η πρώτη τούτων προεχόντως για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται στην ουσία της υποθέσεως, προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτησή της.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της {ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ, 19 του αριθ, 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τί συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών, με αναφορά στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, χωρίς να παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, με άμεση δικονομική συνέπεια την αξιολόγηση του λόγου αυτού αναιρέσεως προεχόντως ως αορίστου και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμου, εφόσον η επικαλούμενη ανεπάρκεια δεν αναφέρεται σε αιτιολογίες της αποφάσεως κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 59 αρ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δε λήφθηκε υπόψη η δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 1998. Από το όλο όμως περιεχόμενο των αιτιολογιών της αποφάσεως και την παράλληλη βεβαίωσή της ότι την περί πραγμάτων κρίση της στήριζε, πλην άλλων, και στα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αντιθέτως δε καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος αναφορικά με τη θετική αξιολόγηση των θεμελιωτικών της αγωγής του αναιρεσίβλητων πραγματικών περιστατικών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το εν λόγω έγγραφο, και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.

IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών, και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, για τον έλεγχο δε της ουσιαστικής βασιμότητάς του απαιτείται η προσκόμιση του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δηλώσεων φόρου εισοδήματος των ετών 1999 και 2000, με την παραδοχή (ι) έτος 1999 (α) ακαθάριστα έσοδα 43.794.922 δρχ., (β) καθαρά κέρδη 3.065.645 δρχ. (ιι) έτος 2000 (α) ακαθάριστα έσοδα 26.815.259 δρχ. (β) καθαρά κέρδη 1.873.068 δρχ, όπως ακριβώς καταγράφεται στις αντίστοιχες στήλες των φορολογικών αυτών δηλώσεων του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια και ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμος.

V. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προκύπτει ότι θεμελιώνεται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο την επέλευση επαχθών συνεπειών για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή να έχει δημιουργηθεί στον δικαιούχο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος, ενόψει της προηγηθείσης συμπεριφοράς του, δεν πρόκειται ν' ασκήσει το δικαίωμά του. Για το σχηματισμό δε της κρίσεώς του περί του αν οι συνέπειες της ασκήσεως του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του εν λόγω δικαιώματος.

Κατά τη σχετική επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς απόκρουση της αγωγής ο εκκαλών - εναγόμενος προέβαλε την προβλεπόμενη από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση υποστηρίζοντας ειδικότερα προς θεμελίωσή της ότι ο ενάγων "θεμελίωσε δικαίωμα αποζημιώσεως από μία ανύπαρκτη εταιρεία, πολλώ δε μάλλον θεμελίωσε απαίτηση πολλών χιλιάδων ευρώ από ένα κατάστημα που λειτούργησε για ελάχιστους μήνες και δεν απέφερε κανένα εισόδημα, αντίθετα απέβη ζημιογόνο".

Την εν λόγω ένσταση αξιολόγησε, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, ως μη νόμιμη και την απέρριψε, νομική παραδοχή της για την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ελέγχεται επομένως ως αβάσιμη.

Η επάλληλη επικουρική αυτή αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς παράλληλα να πλήττεται επιτυχώς, με άμεση δικονομική συνέπεια η εξέταση της υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρά τους ορισμούς του άρθρου 528 ΚΠολΔ η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, ως απαράδεκτη, με την κύρια αιτιολογία ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως της υποθέσεως, χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε προϋπόθεση του άρθρου 527 ΚΠολΔ, να καθίσταται αλυσιτελής.

Και τούτο ανεξάρτητα από την ορθότητα της κύριας αυτής αιτιολογίας της, σύμφωνα με τα άρθρα 237 παρ. 1, 3, 269, 524 παρ. 1 εδ. 1' ΚΠολΔ του προϊσχύσαντος των ν.2915/2001, 2943/2001, 3043/2002 δικονομικού καθεστώτος, εφόσον η υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσδιορίσθηκε και συζητήθηκε στις 12.1.2000 (άρθρα 22, 38 ν.2915/2001, 15 ν.2943/2001).

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 571/6-5-2008 αίτηση για αναίρεση της 1960/4-4-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ