479/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 785/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8261/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated479/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πάροδο του χρόνου ο αναιρεσείων άρχισε να πλησιάζει σταδιακά πελάτες της αναιρεσίβλητης, στους οποίους έκανε καλλίτερες προσφορές εργασίας και τους αποσπούσε από την πελατεία της. Οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι περί το έτος 2002 πληροφορήθηκαν το περιστατικό αυτό και στις 13-5-2003 και περί ώρα 9η πρωϊνή ανέμεναν τον αναιρεσείοντα στο χώρο εργασίας, προκειμένου να εξηγηθούν μεταξύ τους και να λάβει τέλος η συμπεριφορά αυτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 479 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 479/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1..... , 2...... , 3.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ..... Ο.Ε.", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του. Για την 3η παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής .... (2ος αναιρεσείων), ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του το Γεώργιο Κιαουλιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 785/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8261/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το Ν. 551/1915,που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24 Ιουλίου/25 Αυγούστου 1920 και εξακολουθεί ναι ισχύει, κατ' άρθρο 38 του Εισαγ. Ν. Κ.Πολ.Δ., ατύχημα οφειλόμενο σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας, που παρέχει στον παθόντα δικαίωμα αποζημίωσης κατά τους όρους του παραπάνω νόμου, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού από αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου, ασχέτου μεν με προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του, η οποία όμως επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας πριν ή μετά απ' αυτήν αλλά οπωσδήποτε με αφορμή την εργασία.
Ως εργατικό ατύχημα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ο τραυματισμός του μισθωτού κατά τη διάρκεια του διαπληκτισμού του με τον εργοδότη του, που συνέβη μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις 17-11-1997 στη Γλυφάδα Αττικής, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της τρίτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ομόρρυθμα μέλη τυγχάνουν ο πρώτος και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και η οποία έχει ως αντικείμενο την επεξεργασία και εμπορία υαλοπινάκων, ο αναιρεσείων προσελήφθη στην υπηρεσία της τρίτης αναιρεσίβλητης ως εργάτης κοπής υαλοπινάκων και έκτοτε εργάσθηκε ανελλιπώς επί εξαήμερο εβδομαδιαίως, αμειβόμενος με το καθοριζόμενο από τις εκάστοτε ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας του βοηθητικού προσωπικού υαλουργίας όλης της χώρας, ημερομίσθιο.
Με την πάροδο του χρόνου ο αναιρεσείων άρχισε να πλησιάζει σταδιακά πελάτες της αναιρεσίβλητης, στους οποίους έκανε καλλίτερες προσφορές εργασίας και τους αποσπούσε από την πελατεία της. Οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι περί το έτος 2002 πληροφορήθηκαν το περιστατικό αυτό και στις 13-5-2003 και περί ώρα 9η πρωϊνή ανέμεναν τον αναιρεσείοντα στο χώρο εργασίας, προκειμένου να εξηγηθούν μεταξύ τους και να λάβει τέλος η συμπεριφορά αυτή.
Με την άφιξη του αναιρεσείοντος δημιουργήθηκε μεταξύ αυτού και του πρώτου αναιρεσιβλήτου έντονο φραστικό επεισόδιο, με παρατηρήσεις του τελευταίου προς τον πρώτο, σχετικά με την προαναφερθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά του. Ως αντίδραση στο επεισόδιο αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, οπότε και του καταβλήθηκαν με αποδείξεις πληρωμής υπογραφείσες από τον ίδιο, στις οποίες αποτυπώθηκε η οικειοθελής αποχώρησή του, τα δεδουλευμένα του Μαϊου (του έτους 2003) από 176,30 ευρώ, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας του ίδιου έτους και η αναλογία του δώρου Χριστουγέννων συνολικά από 920,85 ευρώ.
Ακολούθως μετά την έξοδο του αναιρεσείοντος από το λογιστήριο της αναιρεσίβλητης συνεχίστηκε η διένεξη των παραπάνω διαδίκων, η οποία έλαβε τη μορφή ξυλοδαρμού με αμοιβαίες γροθιές του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και αντιστρόφως. Ο αναιρεσείων κατόπιν τούτου μετέβη στο Ασκληπιείο της Βούλας για παροχή ιατρικών πρώτων βοηθειών, παραπονούμενος για ζάλη και πονοκέφαλό, όπου διαπιστώθηκε "αιμορραγική διήθηση άνω και κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού εκδορά δέρματος κάτω βλεφάρου και κάκωση κεφαλής αριστερά", ακολούθως δε μετά τις σχετικές οδηγίες αποχώρησε.
Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος συνιστά εργατικό ατύχημα και δη ότι έγινε εν ώρα εργασίας και συγκεκριμένα από "γρέζι" τζαμιού που πετάχθηκε στο μάτι κατά την κοπή υαλοπίνακα, επειδή οι αναιρεσίβλητοι δεν τον είχαν εφοδιάσει με την ειδική προστατευτική μάσκα στα μάτια. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι, εξαναγκάσθηκε από τους αναιρεσιβλήτους παρά τη θέλησή του να υπογράψει την οικειοθελή αποχώρησή του.
Ενώ ο αναιρεσείων δεν προσερχόταν στην εργασία του, εφόσον είχε λυθεί η σύμβασή του με την προαναφερθείσα οικειοθελή αποχώρησή του, η τρίτη αναιρεσίβλητη αλυσιτελώς ενεργούσα κατήγγειλε με το από 20-5-2003 έγγραφο τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση. Ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αποζημίωση απολύσεως, γιατί αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι, ο αναιρεσείων παρέμεινε εκτός εργασίας μετά τον ανωτέρω ξυλοδαρμό του, ώστε να απωλέσει εισοδήματα, εφόσον οι προκληθείσες βλάβες του ήταν εντελώς ελαφρές και μετά την επίσκεψή του στο ως άνω νοσοκομείο αντιμετωπίστηκαν ιατρικά άμεσα και τα σχετικά αγωγικά κονδύλια είναι αβάσιμα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος για πληρωμή αποζημίωσης, λόγω εργατικού ατυχήματος και λόγω του τραυματισμού του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο καθώς και αποζημίωσης απολύσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 551/1915 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστά εργατικό ατύχημα ο τραυματισμός του στο μάτι από "γρέζι" τζαμιού, όπως είχε ισχυριστεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του, γιατί κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε. Επίσης, δεν συνιστά εργατικό ατύχημα, όπως, επίσης, είχε ισχυριστεί στην αγωγή του, ο τραυματισμός του στο μάτι από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, γιατί, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο τραυματισμός αυτός έγινε μετά τη λύση της εργασιακής σύμβασης.
Επίσης, κατά τις ίδιες παραδοχές, ο αναιρεσείων δεν έπαθε ζημία λόγω του τραυματισμού του στο μάτι από τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα καταβολής αποζημίωσης, λόγω του τραυματισμού του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό ως αβάσιμο.
Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 561 παρ. 2 και 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος και δεν έλαβε υπόψη ότι, αυτός ισχυριζόταν με αυτή ότι ως αιτία του τραυματισμού του και επομένως ως εργατικό ατύχημα είχε επικαλεσθεί και τον τραυματισμό του από τον ξυλοδαρμό του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο (και όχι μόνο από το πέταγμα του "γρεζιού" στο μάτι του), είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ο τραυματισμός του στο μάτι από τον ξυλοδαρμό έλαβε χώρα μετά τη λύση της εργασιακής συμβάσεως και επομένως ο τραυματισμός αυτός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εργατικό ατύχημα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η τρίτη αναιρεσίβλητη αλυσιτελώς προχώρησε σε καταγγελία της συμβάσεώς του, ενώ τέτοιο ισχυρισμό δεν είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι.
Η παραδοχή αυτή του Εφετείου συνιστά συμπέρασμά του από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το 18/25-2-2004 πρακτικό της Γ.Δ.Ε. Υποκαταστήματος ΙΚΑ Γλυφάδας, από το οποίο προκύπτει ότι, ο τραυματισμός του ήταν εργατικό ατύχημα. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 327/13-3-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της 8261/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ