Legislator Case Law & Legislation
478/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to lack of legal grounds and procedural non-compliance.

Case Number 478/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's judgment regarding a dispute over communal land usage. The appellant argued that the lower court improperly disregarded witness testimonies and evidence submitted by the appellants, claiming the decision was based on an incorrect assessment of documentary evidence. The court rejected these claims, affirming that the Third Instance Court had correctly evaluated all submitted materials and that the appellant's arguments lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 576, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against an appealable judgment is inadmissible if the grounds raised are not supported by law, and the court may examine the case ex officio regarding the proper service of summons.

Keywords

AI generated
appeal against appealable judgment free evaluation of evidence communal land usage procedural non-compliance court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 478 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 478/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Θ. συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Β., κατοίκου Δ.Κ.... Δήμου ... Π.Ε. Αργολίδος, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουτσάνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. Π. του Δ. και της Β., 2) Δ. Π. του Δ. και της Β., 3) Ι. Π. του Δ. και της Β., 4) Δ. Π. του Ι. και της Δ., κατοίκων Δ.Κ. ... Δήμου ... Π.Ε. Αργολίδος, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανάργυρο Δήμιζα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: 5) Ν.Π.Δ.Δ. και δη Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ερμιονίδας), που εδρεύει στη Δ.Κ. Κρανιδίου του Δήμου Ερμιονίδας Π.Ε. Αργολίδας, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2009 αγωγή των τεσσάρων πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου.

Εκδόθηκε η οριστική απόφαση 547/2010 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν της από 3-10-2011 ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκλησης της ήδη αναιρεσείουσας και της από 23-4-2014 κύριας παρέμβασης του ήδη υπό στοιχείο 5 αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκαν οι αποφάσεις 322/2016, 137/2017 μη οριστικές, 468/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2019 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1282/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε νέα δικάσιμο. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, με την από 24-3-2022 κλήση των υπό στοιχείο 1 έως 4 αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου Γ. Μ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 12-9-2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 06-05-2020, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πέμπτο αναιρεσίβλητο Δήμο Ερμιονίδας.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω του covid-19 και με την από 02-07-2020 πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020, νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 03-03-2021.

Κατά τη τελευταία αυτή δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε εκ νέου για τον ίδιο ως άνω λόγο και με την από 19-04-2021 πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 22-09-2021. Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, εκδόθηκε η 1282/2021 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η δήλωση αποχής του Προέδρου του Τμήματος αυτού και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης με επιμέλεια των διαδίκων.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή Γ. Μ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από … κλήσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της πιο πάνω 1282/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Δήμο Ερμιονίδας.

Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο εν λόγω πέμπτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Με την κρινόμενη από 12-09-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία, μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης 1282/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 24-03-2022 κλήση των αναιρεσιβλήτων, προσβάλλεται η 468/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 225/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Οι τέσσερις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας την από 28-04-2009 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η (συγ)κυριότητά τους επί ενός ακινήτου εμβαδού 15,60 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή και στο επισυναφθέν σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, στην προσθήκη ορόφου που ανήγειρε στο γειτονικό ακίνητό της, να καταργήσει την μπαλκονόπορτα και να αφαιρέσει τον εξώστη, ο οποίος υπέρκειται του ανωτέρω ακινήτου τους, με απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε μελλοντική τους διατάραξη.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την 547/2010 οριστική του απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή. Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 12-10-2010 έφεση, ενώ παράλληλα άσκησε και την από 03-10-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση απευθυνόμενη προς το Δήμο Ερμιονίδας, ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος άσκησε την από 23-04-2014 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, καθώς αποτελεί κοινόχρηστη δημοτική οδό.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την 322/2016 απόφασή του, συνεκδικάζοντας την έφεση, την προσεπίκληση και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε την προσεπίκληση ως απαράδεκτη, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κύριας παρέμβασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της έφεσης προκειμένου να προσκομισθούν έγγραφα.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 137/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, λόγω μη κλήτευσης του κυρίως παρεμβαίνοντος Δήμου Ερμιονίδας και τελικά η αναιρεσιβαλλόμενη 468/2018 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 144, 310 παρ. 1 και 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η επίδοση της οριστικής απόφασης γίνεται με επιμέλεια των διαδίκων, από την επόμενη δε ημέρα αρχίζει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, εφόσον ο διάδικος που την ασκεί διαμένει στην Ελλάδα. Για την έναρξη της άνω προθεσμίας, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρέχει και κατά του διαδίκου που παρήγγειλε την επίδοση, απαιτείται επίδοση επικυρωμένου και πλήρους αντιγράφου αυτής, το γεγονός δε ότι ο διάδικος γνωρίζει τη δημοσίευση και το περιεχόμενο της απόφασης δεν αρκεί για να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία αυτής (ΑΠ 75/2019, ΑΠ 738/2005).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 306 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, όποιος έχει διευθύνει τη συζήτηση και ο γραμματέας υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης, προκύπτει ότι η υπογραφή του πρωτοτύπου της απόφασης από τα ανωτέρω πρόσωπα συνιστά προϋπόθεση του κύρους της, καθώς, χωρίς τις υπογραφές αυτές λείπει το αναγκαίο για τη σύσταση του πρωτοτύπου της απόφασης έγγραφο.

Τέλος, κατά το άρθρο 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο, έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η επίδοση αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, του οποίου βεβαιώνεται μεν η ακρίβεια σε σχέση με το πρωτότυπο, στο οποίο όμως λείπει η υπογραφή του γραμματέα, ισοδυναμεί με παράλειψη επίδοσης και, επομένως, η επίδοση τέτοιου αντιγράφου δεν κινεί την προθεσμία άσκησης αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Γ. Μ. προκύπτει ότι επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, ?ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμό 468/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Από το προσκομιζόμενο, όμως, αντίγραφο του πρωτοτύπου της απόφασης που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, του οποίου βεβαιώνεται η ακρίβεια από την αρμόδια γραμματέα, προκύπτει ότι αυτό φέρει μεν την υπογραφή της Προέδρου του ανωτέρω δικαστηρίου, όχι όμως και την υπογραφή της γραμματέα, όπως απαιτείται για το υποστατό του κύρους του πρωτοτύπου της απόφασης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Επομένως, από την επίδοση αυτή του αντιγράφου της αναιρεσιβαλλόμενης 468/2018 απόφασης, σύμφωνα με όσα επίσης προαναφέρθηκαν, δεν κινήθηκε η εξαρτώμενη από αυτή τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από την αναιρεσείουσα, η οποία διαμένει στην Ελλάδα. Όπως δε προκύπτει από την 46/2019 έκθεση της γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, που έχει επισυναφθεί στο αντίγραφο του δικογράφου της αναίρεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εν λόγω Εφετείου στις 23-9-2019, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση, στις 10-10-2018, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, επομένως, εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια και ενόψει όλων των ανωτέρω, ο αντίθετος ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων με τις εμπρόθεσμα, προ είκοσι ημερών από την ανωτέρω δικάσιμο, κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) περί εκπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης, καθώς, όπως υποστηρίζουν, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα έλαβε χώρα στις 14-12-2018, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, έγιναν δεκτά από το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της 4.468/1999 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου ...

Ε. Β., που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμό …, ο τέταρτος των εφεσιβλήτων, εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση (εφεξής χάριν συντομίας 4ος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση) υπήγαγε στις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας διατάξεις του Ν. 3741/1929 την περιγραφόμενη σε αυτήν οικοδομή, η οποία έχει αναγερθεί σε οικόπεδο της κυριότητάς του, κείμενο στην ..., εντός ορίων οικισμού του Δήμου ..., εμφαινόμενο στο προσαρτώμενο στο παραπάνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Τ. με τα περιμετρικά στοιχεία ..., το οποίο (οικόπεδο) συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Ρ. Κ., πρώην κληρονόμων Δ. Μ., ανατολικώς με ιδιοκτησία Α. Β., νοτίως με ιδιοκτησία Ε. Β. και δυτικώς με την οδό .... Ο 4ος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση κατέστη κύριος του εν λόγω οικοπέδου δυνάμει της καταρτισθείσας με το … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Μ., νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένο, πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας από τον μέχρι τότε κύριο αυτού Α. Κ.. Με τις … συμβολαιογραφικές πράξεις της συμβολαιογράφου ... Ε. Β., οι οποίες έχουν νόμιμα έκτοτε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αριθμό … και … αντίστοιχα, ο ίδιος (4ος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση) μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην μην πρώτη των εφεσιβλήτων, εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση (εφεξής χάριν συντομίας 1η των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση) μία οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του ισογείου ορόφου της παραπάνω οικοδομής μαζί με το αναλογούν σε αυτήν και παρεπόμενό της ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας των 300/1000 εξ αδιαιρέτου επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής και του επί του κοινοχρήστου και κοινοκτήτου εδάφους του πέριξ ταύτης παραπάνω οικοπέδου, στη δε δεύτερη των εφεσιβλήτων, εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση (εφεξής χάριν συντομίας 2η των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση) μία οριζόντια ιδιοκτησία (κατάστημα) του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής μαζί με το αναλογούν σε αυτήν και παρεπόμενό της ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας των 280/1000 εξ αδιαιρέτου επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτου εδάφους του πέριξ αυτής παραπάνω οικοπέδου, ενώ με την … συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

στον τόμο … με αριθμό …, μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα την οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου στον τρίτο των εφεσιβλήτων, εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση (εφεξής χάριν συντομίας 3ο των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση) μαζί με το αναλογούν σε αυτήν και παρεπόμενό της ποσοστό ψιλής αναγκαστικής συγκυριότητας των 370/1000 εξ αδιαιρέτου επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής και των επί του κοινοχρήστου και κοινοκτήτου εδάφους του πέριξ ταύτης παραπάνω οικοπέδου, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία υπέρ αυτού και της συζύγου του εφ' όρου ζωής.

Επί πλέον, ο ίδιος 4ος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση διατήρησε κατά πλήρη κυριότητα την οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου της ως άνω οικοδομής μαζί με το αναλογούν σε αυτήν και παρεπόμενό της ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας των 50/1000 εξ αδιαιρέτου επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής και του επί του κοινοχρήστου και κοινοκτήτου εδάφους του πέριξ ταύτης παραπάνω οικοπέδου.

Από τα παραπάνω συμβόλαια σε συνδυασμό με το προσαρτώμενο σε αυτά τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι το οικόπεδο των εναγόντων και 4 πρώτων των καθών η κύρια παρέμβαση συνορεύει σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς του με την ιδιοκτησία του πατέρα της εκκαλούσας, εναγομένης και 5ης των καθών η κύρια παρέμβαση (εφεξής χάριν συντομίας εναγομένης και 5ης των καθών η κύρια παρέμβαση) Ν.

Β.. Η νότια πλευρά του οικοπέδου των εναγόντων και 4 πρώτων των καθών η κύρια παρέμβαση εκτείνεται προς δυσμάς μέχρι το σημείο που αποτελεί το όριο της βόρειας πλευράς του ακινήτου του Ν. Β., ήτοι η βόρεια πλευρά του τελευταίου ακινήτου δεν εκτείνεται πέραν της νότιας πλευράς του ακινήτου των εναγόντων, αλλά καταλήγουν στο ίδιο σημείο, δυτικά του οποίου ο χώρος είναι κοινόχρηστος (οδός ...).

Υφίσταται δηλαδή, με βάση το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα σε συνδυασμό και το προσαρτώμενο στην αγωγή από Απριλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Ζ., το οποίο συντάχθηκε κατ' εντολή των εναγόντων κατόπιν νεότερης καταμέτρησης της οικοδομής, τμήμα της τελευταίας, επιφάνειας 15,60 τ.μ., εμφαινόμενο στο δεύτερο εκ των προαναφερθέντων διαγραμμάτων υπό στοιχεία ..., το στοιχείο Ζ του οποίου είναι το άκρο προς δυσμάς τόσο της νότιας πλευράς του ακινήτου των εναγόντων, όσο και της βόρειας πλευράς του ακινήτου της εναγομένης.

Η αποτύπωση των ορίων των ιδιοκτησιών, ήτοι της βόρειας πλευράς του ακινήτου της εναγομένης και της νότιας πλευράς του ακινήτου των εναγόντων, σύμφωνα με τα ως άνω τοπογραφικά, υιοθετείται και σε συμβόλαια με συμβαλλόμενους την εναγόμενη και τους δικαιοπαρόχους της. Ειδικότερα, με την … πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Κ.

Β., η Ε. Β., μητέρα της εναγομένης, η οποία περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, το 1/4 εξ αδιαιρέτου του κειμένου στην ..., επί της οδού ..., ακινήτου της εναγομένης, οριζόμενου "βορείως με ιδιοκτησία Δ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Β.", δεν αναφέρεται δε στο εν λόγω συμβόλαιο ότι η βόρεια πλευρά αυτού συνορεύει με δημοτική οδό.

Ομοίως, στην … πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου συμβολαιογράφου αναφέρεται ότι το οικόπεδο, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η υπαγόμενη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομή, συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Δ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Β., όχι δε με δημοτική οδό. Η αυτή περιγραφή των συνόρων της βόρειας πλευράς αποτυπώνεται και στην … γονική παροχή οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου συμβολαιογράφου, δυνάμει της οποίας περιήλθε στην εναγόμενη η ψιλή κυριότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου της εν λόγω οικοδομής.

Περαιτέρω, τόσο στο …συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κρανιδίου Π. Π. Π., με το οποίο η εναγόμενη απέκτησε την κυριότητα ολόκληρης της διώροφης οικοδομής μετά του δικαιώματος μελλοντικής επέκτασης αυτής, όσο και στην … πράξη κατάργησης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας συμβολαιογράφου, η βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας της εναγομένης δεν συνορεύει με δημοτική οδό, αλλά με ιδιοκτησίες Δ.

Π. και Α. Β.. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το ακίνητο της εναγομένης επί 20 έτη αποτυπώνεται σε συμβολαιογραφικές πράξεις και τοπογραφικά διαγράμματα να συνορεύει βορείως με το επίδικο, το οποίο όμως δεν αναφέρεται ως τμήμα της δημοτικής οδού επί της οποίας βρίσκεται το ακίνητο της εναγομένης, ήτοι της οδού ..., αλλά εμφανίζεται ως περιλαμβανόμενο στην ιδιοκτησία Δ.

Π., με την οποία συνορεύει η βόρεια πλευρά του ακινήτου της εναγομένης προς δυσμάς. Η δε δημοτική οδός ... διαχωρίζεται από το επίδικο μη περιφραγμένο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, εκτεινόμενη δυτικώς αυτού. Για το λόγο αυτό στα προαναφερθέντα συμβόλαια με συμβαλλόμενους τους ενάγοντες το ακίνητό τους αποτυπώνεται συνορεύον δυτικώς με την οδό ..., ενώ από το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι το επίδικο δεν αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας των εναγόντων, αλλά τμήμα της οδού ..., αφού στα παραπάνω συμβόλαια αναφέρονται τα όρια του οικοπέδου των εναγόντων, όχι της ανεγερθείσας σε αυτό οικοδομής, το δε οικόπεδο δεν συνορεύει με τον ακάλυπτο χώρο του (ήτοι με το επίδικο), αλλά τον περιλαμβάνει.

Εξάλλου, το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο των εναγόντων σύμφωνα με προγενέστερα του 1988 τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία συντάχθηκαν από τον πολιτικό μηχανικό Ε. Δ. το Σεπτέμβριο του 1978 κατόπιν εντολής του πατέρα της εναγομένης Ν. Β.. Από τα εν λόγω τοπογραφικά διαγράμματα προκύπτει ότι η βόρεια πλευρά του ακινήτου του Ν.

Β. δεν συνορεύει με δημοτική οδό, αλλά εφάπτεται σε όλο το μήκος του με ιδιοκτησία Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Β.. Επομένως, από το έτος 1978 οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης τελούσαν σε γνώση της παραπάνω αποτύπωσης του επιδίκου ακινήτου. Όσον δε αφορά στην ιδιοκτησία των εναγόντων, οι οποίοι στα ως άνω συμβόλαια και τοπογραφικά περιελάμβαναν το επίδικο ακίνητο στην επιφάνεια του οικοπέδου τους, κατά το χρόνο που η κυριότητα αυτού ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο αυτών Α.

Κ., ο τελευταίος στις … ζήτησε και έλαβε πιστοποιητικό από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ..., προκειμένου να προβεί σε ανέγερση οικίας, το οποίο βεβαίωνε ότι δεν καταπατεί κοινοτικό χώρο. Με την … κατάθεση τοπογραφικού διαγράμματος ακινήτου και διορθωτική πράξη συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κρανιδίου Π.

Π. Π., η εναγόμενη προέβη στην περιγραφή ακινήτου της σύμφωνα με το προσαρτώμενο στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη από Φεβρουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Ο., καθώς επίσης και στη διόρθωση των … και … συμβολαίων γονικής παροχής. Σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και το … συμβόλαιο το ακίνητο της εναγομένης συνορεύει βορειοδυτικώς εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Π., συνάγεται δε από την παραπάνω αποτύπωση ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της δημοτικής οδού ..., με την οποία αναγκαίως συνορεύει το ακίνητο της εναγομένης στη βορειοδυτική πλευρά του.

Ακολούθως, κατόπιν της από … αίτησης της εναγομένης, το Τμήμα ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. Επαρχίας Ερμιονίδας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας εξέδωσε την … οικοδομική άδεια με θέμα "Προσθήκη κατ' επέκταση και καθ' ύψος σε υφιστάμενη οικία". Με βάση δε την παραπάνω οικοδομική άδεια κατ' εντολή της εναγομένης ξεκίνησαν στον πρώτο όροφο της οικοδομής της εργασίες κατασκευής εξώστη και θύρας με τρόπο ώστε τούτα να υπέρκεινται του επιδίκου κείμενου έμπροσθεν της οικίας των εναγόντων τμήματος.

Με την … πράξη της Προϊσταμένης της Τμήματος ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. Επαρχίας Ερμιονίδας διακόπηκαν οι οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή της εναγομένης, με αιτιολογία ότι δυνάμει της … απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., στο οποίο απευθύνθηκαν οι ενάγοντες, το επίδικο χαρακτηρίστηκε ως ιδιωτικός χώρος.

Μετά την άσκηση αίτησης ακύρωσης από την εναγόμενη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, η … πράξη της Προϊσταμένης του Τμήματος ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. Επαρχίας Ερμιονίδας ακυρώθηκε από το Δικαστήριο αυτό, κρίνοντας ότι η Πολεοδομική Αρχή μη νομίμως διέκοψε τις εκτελούμενες οικοδομικές εργασίες στηριζόμενη στην άνευ νομικής σημασίας απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ενώ όφειλε να προβεί σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου.

Όσον αφορά στην κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, δεδομένου ότι αυτό αποτυπώνεται ως τμήμα-ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου των εναγόντων στις προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις και στα παραπάνω τοπογραφικά διαγράμματα, αποδεικνύεται ότι ο 4ος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση απέκτησε αυτήν δυνάμει της καταρτισθείσας με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 5.200/1976 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Μ. πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας από τον μέχρι τότε κύριο αυτού Α. Κ., οι δε δύο πρώτοι των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση απέκτησαν παραγώγως, ήτοι δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων … συμβολαιογραφικών πράξεων της συμβολαιογράφου ... Ε. Β., ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, ενώ ο 3ος τρίτος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη …συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου απέκτησε ποσοστό εξ αδιαιρέτου αναγκαστικής ψιλής συγκυριότητας επ' αυτού.

Ενώ και μετά τη σύσταση και μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών και ο 4ος των εναγόντων και καθών η κύρια παρέμβαση, διατηρώντας την οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου, διατήρησε και ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Η κυριότητα των εναγόντων και 4 πρώτων καθών η κύρια παρέμβαση δεν αμφισβητήθηκε από τους δικαιοπαρόχους της εναγομένης και 5ης των καθών η κύρια παρέμβαση, ούτε από την ίδια μέχρι το 2007, εφόσον στα προαναφερθέντα συμβόλαια, που η ίδια υπέγραψε και αφορούσαν στο ακίνητό της, το τελευταίο περιγραφόταν με βόρειο σύνορα την ιδιοκτησία Π. (και εν μέρει Α.

Β.), δεν αναφερόταν όμως ως σύνορο βορειοδυτικώς (εν μέρει) η δημοτική οδός. Τα ως άνω δε συμβόλαια σύστασης των γονικών παροχών υπέρ των τριών πρώτων εναγόντων συντάχθηκαν από την αδελφή της εναγομένης συμβολαιογράφο Κρανιδίου και εν γνώσει, συνεπώς, της εναγομένης το παραπάνω ιδιοκτησιακό καθεστώς επιβεβαιωνόταν κατ' επανάληψη σε συμβολαιογραφικές πράξεις.

Η δε αποτύπωση στο εγκριθέν το 1912 ρυμοτομικό σχέδιο της τότε κωμόπολης ... των ακινήτων των διαδίκων δεν άγει με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστος χώρος, δεδομένου ότι η ρυμοτομική γραμμή, που διαχωρίζει τα οικόπεδα από την κοινόχρηστη κοινοτική οδό, δεν συμπίπτει με τη γραμμή των κτισμάτων που έχουν οικοδομηθεί, όσον δε αφορά στα ακίνητα των διαδίκων, εκατέρωθεν της ρυμοτομικής γραμμής, τόσο προς την πλευρά του κοινόχρηστου χώρου, όσο και προς την πλευρά της οικοδομής του ακινήτου των εναγόντων, υπάρχει εδαφικό τμήμα τριγωνικού σχήματος, το οποίο προς την πλευρά του κοινόχρηστου χώρου είναι τμήμα της κοινοτικής οδού, προς την πλευρά της οικοδομής είναι ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου των εναγόντων, δεν μπορεί, επομένως, να αποκλειστεί η ύπαρξη ιδιωτικού ακάλυπτου χώρου, που ταυτίζεται με το επίδικο τμήμα.

Δεδομένου, εξάλλου, ότι το τελευταίο δεν χαρακτηρίζεται με σαφήνεια ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεν ήταν ουσιαστικά βάσιμη η εκ του άρθρου 28 Ν. 1337/1983 ένσταση της εκκαλούσας, εναγομένης και 5ης των καθών η κύρια παρέμβαση ούτε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο εκ του ίδιου άρθρου ισχυρισμός της κρινόμενης υπ' αρ.

έκθ. κατάθ. 367/24.4.2014 κύριας παρέμβασης του κυρίως παρεμβαίνοντος Δήμου Ερμιονίδας περί κτήσεως από το Δήμο αυτό κυριότητας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, λόγω συναγόμενης εμμέσως παραίτησης των εφεσιβλήτων, εναγόντων και 4 πρώτων των καθών η κύρια παρέμβαση από την κυριότητά τους, η οποία προκύπτει από πραγματική κατάσταση κοινής χρήσης που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη, εφόσον ελλείπει η δεύτερη σωρευτικώς απαιτούμενη από το ως άνω άρθρο 28 Ν. 1337/1983 προϋπόθεση του χαρακτηρισμού του επιδίκου ως κοινόχρηστου χώρου στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο.

Έπρεπε, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εκ του άρθρου 28 Ν. 1337/1983 ένσταση της εκκαλούσας, εναγομένης και 5ης των καθών η κύρια παρέμβαση, την οποία προέβαλε τούτη κατά την πρωτόδικη συζήτηση παραδεκτώς και νομίμως. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και απέρριψε την παραπάνω ένσταση, που προέβαλε πρωτοδίκως η εκκαλούσα, εναγόμενη και 5η των καθών η κύρια παρέμβαση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης υπ' αρ. κατάθ. 130/14.10.2010 έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και επαναφέρεται η ως άνω ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος... Περαιτέρω, ως προς το θέμα της ανοχής εκ μέρους των εφεσιβλήτων και εναγόντων της κοινής χρήσης του επιδίκου τμήματος του ακινήτου τους επί μακρό χρονικό διάστημα και της παγίωσης της κατάστασης της κοινής χρήσης, η οποία αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί παραίτηση από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας, δεδομένου ότι για το κύρος αυτής, όσον αφορά σε ακίνητο, απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή αυτού..., είναι όμως κρίσιμη όσον αφορά στην καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων, αποδεικνύεται ότι το επίδικο δεν είναι περιφραγμένο, το ιδιοκτησιακό του καθεστώς δεν είναι προφανές για τους τρίτους και μπορεί ευχερώς να χρησιμοποιηθεί από τους τελευταίους, λ.χ.

με τη διέλευσή τους, χωρίς, όμως, η χρήση αυτή να συνεπάγεται την αποξένωση των εναγόντων από τη νομή του επιδίκου. Οι ενάγοντες εκδηλώνουν τη βούληση εξουσίασης του χώρου αυτού, ως δικού τους, με υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του από το 1976 και εφεξής και ειδικότερα με τη στάθμευση του αυτοκινήτου τους στο επίδικο, με τη διάθεσή του προς εκμετάλλευση στους εκάστοτε μισθωτές του καταστήματος του ισογείου ορόφου, οι πελάτες των οποίων σταθμεύουν επίσης στο επίδικο τα οχήματά τους, με την τοποθέτηση γλαστρών με λουλούδια και με την επίβλεψη, την περιποίηση και τον καθαρισμό του.

Το επίδικο είναι τσιμεντοστρωμένο, σε αντίθεση με τη δημοτική οδό, η οποία είναι πλακόστρωτη ήδη από το 1931 (βλ. την από 6.6.1931 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ..., η οποία αναφέρεται στην πλακόστρωση της κοινοτικής οδού, επί της οποίας βρίσκεται το ακίνητο των εναγόντων, δεν οδηγεί όμως σε αποδεικτικό συμπέρασμα για το επίδικο).

Η τσιμεντόστρωση υφίσταται τουλάχιστον από το 1980 (βλ. την προσκομιζόμενη σχετική φωτογραφία) και για τη συντήρησή της επιμελούνται οι ενάγοντες με εκ νέου επιστρώσεις τσιμέντου, με αποτέλεσμα να δίνεται η εικόνα διαδοχικών επιστρώσεων, εκ των οποίων η μεταγενέστερη επικαλύπτει την παλαιότερη, το επίδικο όμως δεν καλύφθηκε από την πλακόστρωση του 1931, η οποία χαρακτηρίζει τη δημοτική οδό και διαχωρίζει αυτήν από το επίδικο.

Εξάλλου, τα διερχόμενα οχήματα έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χώρο για να κινηθούν και δεν είναι αναγκαίο να διέλθουν από το επίδικο, το οποίο σχηματίζει γωνία και σε κάθε περίπτωση, για τους κινούμενους από την οικία Π. προς την οικία Β., η χρήση του επιδίκου έχει ως αποτέλεσμα τη συνάντησή τους με ορατό εμπόδιο, ήτοι τον προεξέχοντα τοίχο της οικίας της εκκαλούσας και εναγομένης, ενώ για τους κινούμενους αντίθετα δεν έχει νόημα να κινηθούν δεξιά προς το επίδικο, δεδομένου ότι εξέρχονται της γραμμής της πορείας τους.

Οι πεζοί μπορούν να διαβαίνουν τον επίδικο χώρο, γιατί δεν είναι περιφραγμένος, η παραπάνω χρήση, όμως, δεν προσδοκάται σε μόνιμη βάση από αυτούς, αφού, όταν ο επίδικος χώρος είναι κατειλημμένος από αυτοκίνητα ή άλλα αντικείμενα που οι ενάγοντες κατά βούληση τοποθετούν, δεν είναι δυνατό να διέλθουν από αυτόν, ούτε διευκολύνεται, άλλωστε, η ασφαλής διέλευσή τους, δεδομένου ότι δεν πρόκειται δια διαμορφωμένο πεζοδρόμιο.

Όσον αφορά δε το αποδεικτικό τελών χρήσης πεζοδρομίου του έτους 1984-1985, που προσκομίζει η εναγόμενη, δεν αποδεικνύεται σε ποια ακριβώς έκταση αναφέρεται, ήτοι δεν προκύπτει αν τα τέλη πεζοδρομίου καταβλήθηκαν για τον επίδικο χώρο ή αν αφορούσαν στη χρήση επιφάνεια έξω από τα όρια αυτού, ήτοι των 15,60 τ.μ.

Οι ενάγοντες ενεργούν πράξεις νομής επί του επιδίκου, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, αδιαλείπτως, εξωτερικεύοντας τη βούληση φυσικής εξουσίασης αυτού ως δικού τους. Οι τρεις πρώτοι εξ αυτών έχουν αποκτήσει την κυριότητα αυτού παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία από το έτος 1999, με προσμέτρηση και του χρόνου που παρέμεινε στη νομή αυτού ο δικαιοπάροχός τους, ενώ ο τέταρτος εξ αυτών κατέστη κύριος του επιδίκου με τακτική χρησικτησία το 1976, ομοίως με προσαύξηση στη χρησικτησία.

Η εναγόμενη τελούσε εν γνώσει της κυριότητας του τέταρτου των εναγόντων και από το 1999 και εφεξής των λοιπών εναγόντων επί του επιδίκου, δεν είχε δε δημιουργηθεί σε αυτήν η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους, αφού και η ίδια με την 6.926/22.3.2007 κατάθεση τοπογραφικού διαγράμματος ακινήτου και διορθωτική πράξη συμβολαίων γονικής παροχής εκδήλωσε ότι είχε συνείδηση του υπάρχοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος, το οποίο αποτυπωνόταν σε συμβολαιογραφικές πράξεις και τοπογραφικά διαγράμματα συνταχθέντα κατ' εντολή των δικαιοπαρόχων της, η δε εναντίωσή της προς αυτό εκδηλώθηκε το πρώτον το 2007 με την αμφισβήτηση της ορθότητας των προγενέστερων συμβολαίων.

Έπρεπε, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της κυριότητας των εφεσιβλήτων και εναγόντων, καθώς και της εξ αυτής απορρέουσας αρνητικής αξιώσεώς τους, την οποία προέβαλε κατά την πρωτόδικη συζήτηση παραδεκτώς και νομίμως η εκκαλούσα και εναγόμενη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και απέρριψε την παραπάνω ένσταση, που προέβαλε πρωτοδίκως η εκκαλούσα και εναγόμενη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης υπ' αρ.

έκθ. κατάθ. 130/14.10.2010 έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και επαναφέρεται η ως άνω ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, κάνοντας δεκτή την αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 15,60 τ.μ., ως τμήματος του οικοπέδου που μεταβιβάστηκε το έτος 1976 στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων από τον Α.

Κ.. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Δημήτριος Π. απέκτησε κατά κυριότητα με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 5.200/1976 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ. από τον αληθή κύριο αυτού Α. Κ. ένα οικόπεδο στην ..., το οποίο, μετά της επ' αυτού οικοδομής, υπήγαγε στη συνέχεια στις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις του Ν. 3741/1929 με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 4.468/1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...

Ε. Β., "εμφαινόμενο στο προσαρτώμενο στο παραπάνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ. με τα περιμετρικά στοιχεία ..., το οποίο (οικόπεδο) συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Ρ. Κ., πρώην κληρονόμων Δημητρίου Μπαρδάκου, ανατολικώς με ιδιοκτησία Α. Β., νοτίως με ιδιοκτησία Ε. Β. και δυτικώς με την οδό ...".

Ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, με τα 4.469 και 4.470/30-12-1999 συμβόλαια της συμβολαιογράφου ... Ε. Β., που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στη συνέχεια κατά κυριότητα ένα διαμέρισμα και ένα κατάστημα του ισογείου της οικοδομής στην πρώτη και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα, και ότι με το 4.471/30-12-1999 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων την οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, παρακρατώντας υπέρ αυτού και της συζύγου του την επικαρπία αυτής, παρακρατώντας, επίσης, υπέρ αυτού και την οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου της οικοδομής, με τα ανάλογα ποσοστά αναγκαστικής συγκυριότητας της κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου.

Αναφέρεται στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με βάση το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., σε συνδυασμό και με το προσαρτηθέν στην αγωγή από μηνός Απριλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Ζ., το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 15,60 τ.μ., αποτελεί τμήμα του οικοπέδου των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Αναφέρεται, τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "... στα προαναφερθέντα συμβόλαια με συμβαλλόμενους τους ενάγοντες το ακίνητό τους αποτυπώνεται συνορεύον δυτικώς με την οδό ..., ενώ από το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι το επίδικο δεν αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας των εναγόντων, αλλά τμήμα της οδού ..., αφού στα παραπάνω συμβόλαια αναφέρονται τα όρια του οικοπέδου των εναγόντων, όχι της ανεγερθείσας σε αυτό οικοδομής, το δε οικόπεδο δεν συνορεύει με τον ακάλυπτο χώρο του (ήτοι με το επίδικο), αλλά τον περιλαμβάνει".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες παραδοχές της, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, συνάγεται σαφώς ότι έγινε δεκτό από το Εφετείο, ότι το επίδικο τμήμα των 15,60 τ.μ. αποτελεί τμήμα του οικοπέδου των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, όπως αυτό αποκτήθηκε κατά κυριότητα από τον τέταρτο εξ αυτών με το … συμβόλαιο από τον προηγούμενο κύριο αυτού Α.

Κ.. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης περί ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων με παράγωγο τρόπο επί του επίδικου ακινήτου, ως τμήμα του οικοπέδου που αποκτήθηκε το έτος 1976, και επομένως, περί παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1033 και 1041 ΑΚ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα κατά τρόπο σωρευτικό και όχι επικουρικό, αφενός μεν ότι τα με αριθμούς … (για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο), … (για τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους) συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας θεμελιώνουν παράγωγη κτήση, ήτοι ότι συμπεριλαμβάνουν το επίδικο τμήμα το οποίο εγκύρως μεταβιβάστηκε με τα συμβόλαια αυτά από τον εκάστοτε αναφερόμενο δικαιοπάροχο, αφετέρου δε ότι τα ίδια συμβόλαια συνιστούν νόμιμο τίτλο, ήτοι ότι ο εκάστοτε μεταβιβάζων δεν ήταν κύριος του επιδίκου τμήματος, ώστε να τίθεται έτσι ζήτημα νόμιμου τίτλου, που θεμελιώνει κυριότητα με τακτική χρησικτησία, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Ότι, επίσης, δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου με τακτική χρησικτησία από το έτος 1999, με προσμέτρηση και του χρόνου που παρέμεινε στη νομή του επιδίκου ο δικαιοπάροχός τους και ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων κατέστη κύριος του επιδίκου με τακτική χρησικτησία το έτος 1976, ομοίως με προσαύξηση στη χρησικτησία.

Ότι, όμως, πέρα από το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά από την αναιρεσιβαλλομένη στην απαιτούμενη από το άρθρο 1041 ΑΚ καλή πίστη, ελλείπουν παντελώς σ' αυτήν παραδοχές οι οποίες να στοιχειοθετούν πράξεις νομής επί του επιδίκου προ του έτους 1976 από τον Α. Κ., δικαιοπάροχο του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, ώστε να δικαιολογείται προσαύξηση στο χρόνο χρησικτησίας στο πρόσωπο του τελευταίου και αυτός να καθίσταται κύριος του επιδίκου ακινήτου το έτος 1976.

Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το ανωτέρω δεύτερο σκέλος του, σχετικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους και ειδικότερα με τακτική χρησικτησία (άρθρ. 1041 ΑΚ), είναι αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και οι σχετικές παραδοχές της, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττονται επιτυχώς με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 16/2006, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 186/2023, ΑΠ 186/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1033, 1041 και 281 ΑΚ, καθώς διατείνεται ότι περιέχει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στην απόρριψη της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι αναφορικά με τις πράξεις νομής και την εν γένει συμπεριφορά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει αν η αποδειχθείσα διέλευση των δημοτών από τον επίδικο χώρο γίνεται με την πεποίθηση ότι διέρχονται μέσω ενός μη περιφραγμένου οικοπέδου ή μέσω χώρου προσβάσιμου σε όλους εξ αιτίας μη εποπτεύσεώς του ή μη εξουσιάσεώς του από τον ιδιοκτήτη του.

Ότι η παραδοχή της απόφασης ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου δεν είναι προφανές στους τρίτους, ώστε οι τελευταίοι ευχερώς το χρησιμοποιούν, συνηγορεί στη θεμελίωση της κρίσης ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν εμπόδισαν τη διέλευση τρίτων από τον επίδικο χώρο, παραλείποντας τη σχετική ενέργεια επόπτευσης επί υπερβολικά μακρό χρονικό διάστημα.

Ότι οι αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής, υποδηλώνουσες φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου (τοποθέτηση γλαστρών, περιοδική χρήση αυτού για στάθμευση αυτοκινήτου, καθαρισμός αυτού), είναι πλημμελείς και ανεπαρκείς, διότι, ενόψει της παραδοχής ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί χώρο που εξουσιάζεται και χρησιμοποιείται ευχερώς από όλους τους πολίτες, ουδόλως δικαιολογείται η ταυτόχρονη αντιφατική κρίση ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν αποξενώθηκαν της νομής του επιδίκου.

Ότι ενόψει της φύσης και του προορισμού του επιδίκου τμήματος, θα έπρεπε να ερευνηθούν και να αποδειχθούν πράξεις, οι οποίες αποκλείουν της δυνατότητα χρησιμοποίησης του επιδίκου από τρίτα πρόσωπα, υποδηλώνουσες έτσι βούληση του ιδιοκτήτη να εξουσιάζει αποκλειστικώς και κατά τρόπο διαρκή το επίδικο τμήμα ως δικό του, όπως η ανέγερση τοίχου ή κατασκευή στοιχειώδους περίφραξης.

Ότι, καίτοι η απόφαση αναφέρει ότι η διέλευση από τον επίδικο χώρο είναι ευχερής για τους τρίτους, στη συνέχεια δέχεται εντελώς αντιφατικά ότι "δεν προσδοκάται σε μόνιμη βάση" η διέλευση "αφού, όταν ο επίδικος χώρος είναι κατειλημμένος από αυτοκίνητα ή άλλα αντικείμενα που οι ενάγοντες κατά βούληση τοποθετούν", δεν είναι δυνατή η διέλευση.

Ότι η παραδοχή αυτή οδηγεί σε περαιτέρω αντιφάσκουσα αποδεικτική κρίση της απόφασης ότι "δεν διευκολύνεται η ασφαλής διέλευση", διότι "δεν πρόκειται για διαμορφωμένο πεζοδρόμιο". Ότι, δηλαδή, πρόκειται για μη διαμορφωμένο πεζοδρόμιο, από όπου δύνανται να διέρχονται πεζοί. Ότι ταυτοχρόνως, παρόλο που το επίδικο τμήμα χαρακτηρίζεται από την απόφαση ως αδιαμόρφωτο πεζοδρόμιο, ήτοι χώρο κοινόχρηστο εκ του νόμου, η προσβαλλόμενη κρίνει ότι τα τέλη πεζοδρομίου που πλήρωναν στο Δήμο οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, δεν αντιστοιχούσαν στη χρήση του επιδίκου, αλλά ενδεχομένως σε χώρο πέραν αυτού.

Ότι αναφορικά με την ένστασή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ, θα αναμενόταν να ερευνηθεί από την προσβαλλόμενη, αν από την όλη συμπεριφορά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, σε συνδυασμό με τις ενέργειες της ίδιας επί του επιδίκου χώρου μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατάχρηση δικαιώματος. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε τι είδους ενέργειες έπραξε η ίδια (η αναιρεσείουσα) επί του επιδίκου και αν αυτές έγιναν ανεκτές επί σειρά ετών από τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, ή άλλα περιστατικά, από τα οποία, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη αδράνεια και ανοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, έτσι ώστε να παρίσταται απορριπτέα η ασκηθείσα αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Ότι, τέλος, η παραδοχή της απόφασης ότι η ίδια τελούσε σε γνώση της κυριότητας των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου και ότι δεν της είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι αυτοί (δεν) θα ασκούσαν δικαιώματα επί του επιδίκου, διότι δια των συμβολαίων εναντιώθηκε το πρώτον στο ιδιοκτησιακό καθεστώς το έτος 2007, είναι ανεπαρκής, καθώς η επί χάρτου αμφισβήτηση δεν μπορεί να αποκλείσει συνδρομή περιστατικών προγενέστερων περί τη χρήση του επιδίκου και την ανοχή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Επί του λόγου αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν, οι περιλαμβανόμενες στο λόγο αυτό επί μέρους αιτιάσεις, που αναφέρονται στις πράξεις νομής των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου και συνακόλουθα στη θεμελίωση της κτήσης της κυριότητας αυτών επί του επιδίκου με τακτική χρησικτησία κατά το άρθρο 1041 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και επομένως ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, οι δε σχετικές παραδοχές της, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττονται επιτυχώς με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, με βάση τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του και όπως ήδη προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, κάνοντας δεκτή την αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στην προκείμενη περίπτωση, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, το Εφετείο, σε σχέση με την καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε κατ' αρχήν ότι το επίδικο δεν είναι περιφραγμένο και ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του δεν είναι προφανές για τους τρίτους, οι οποίοι μπορούν ευχερώς να το χρησιμοποιούν με τη διέλευσή τους από αυτό, όχι όμως και να το εξουσιάζουν, χωρίς ωστόσο η χρήση αυτή να συνεπάγεται απώλεια της νομής του για τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, δεδομένου ότι, όπως δέχεται στη συνέχεια, η χρήση αυτή είναι μόνο περιστασιακή.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι εκδηλώνουν τη βούλησή τους να εξουσιάζουν τον επίδικο αυτό χώρο ως δικό τους με εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του από το 1976 και εφεξής και ότι ειδικότερα σταθμεύουν τα οχήματά τους στον επίδικο χώρο, τον οποίο διαθέτουν προς εκμετάλλευση στους εκάστοτε μισθωτές του καταστήματος του ισογείου ορόφου της οικοδομής τους, οι πελάτες των οποίων σταθμεύουν επίσης τα οχήματά τους στο χώρο αυτό και ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι εκδηλώνουν επίσης τη βούλησή τους να εξουσιάζουν τον επίδικο αυτό χώρο με την τοποθέτηση σ' αυτόν γλαστρών με λουλούδια, με την επίβλεψή του, την περιποίηση και τον καθαρισμό του.

Ότι το επίδικο ακίνητο είναι τσιμεντοστρωμένο τουλάχιστον από το 1980, σε αντίθεση με τη δημοτική οδό που είναι πλακόστρωτη από το 1931 και ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι επιμελούνται για τη συντήρησή του με νέες επιστρώσεις τσιμέντου, με αποτέλεσμα αυτό να διαχωρίζεται από τη δημοτική οδό. Ότι η χρήση του επιδίκου χώρου από τους τρίτους είναι περιστασιακή, αφενός μεν λόγω της θέσης του επιδίκου, που σχηματίζει γωνία, σε σχέση με τον παρακείμενο τοίχο της οικίας της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε καθίσταται δυνατή η χρήση αυτή μόνο όταν ο χώρος αυτός είναι ελεύθερος από αυτοκίνητα ή άλλα αντικείμενα, τα οποία οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι τοποθετούν σε αυτόν.

Ότι οι τελευταίοι, με τις πράξεις τους αυτές εκδηλώνουν συνεχώς τη βούλησή τους να εξουσιάζουν το επίδικο ακίνητο ως δικό τους και ότι η αναιρεσείουσα, αφενός μεν τελούσε σε γνώση της κυριότητάς τους επ' αυτού, αφετέρου δε, δεν είχε δημιουργηθεί σε αυτήν η πεποίθηση ότι, ενόψει της προηγηθείσας ως άνω συμπεριφοράς των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι δεν θα ασκήσουν το εμπράγματο δικαίωμά τους στο επίδικο.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να ερευνηθεί από το Εφετείο, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασής του, σε τι είδους ενέργειες προέβη η αναιρεσείουσα επί του επιδίκου ακινήτου και αν αυτές έγιναν ανεκτές από τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο ότι επικαλέστηκε τέτοιες ενέργειες με τη σχετική ένστασή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με την έφεσή της.

Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου σχετικά με τη χρήση του επιδίκου χώρου από τους τρίτους και συγκεκριμένα ότι "...ούτε διευκολύνεται, άλλωστε, η ασφαλής διέλευσή τους, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για διαμορφωμένο πεζοδρόμιο", σαφώς έχει την έννοια, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν πρόκειται για πεζοδρόμιο και μάλιστα διαμορφωμένο, αλλά για ιδιωτικό χώρο.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα περί παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Οι δε υπόλοιπες αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στην ίδιο ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο κατά το τρίτο μέρος του, είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα, με την πρόφαση της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

Kατά το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ` ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ, δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, δηλαδή διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση, με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, και χωρίς δηλαδή τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, ανεξάρτητα αν έχει τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου και επί πλέον χαρακτηρισμός του ακινήτου αυτού σαν κοινόχρηστου χώρου με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως (ΑΠ 14/2018, ΑΠ 220/2015, ΑΠ 1451/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασής της από το άρθρο 28 Ν. 1337/1983. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι στο εγκριθέν ρυμοτομικό σχέδιο της ...

του έτους 1912, "η ρυμοτομική γραμμή που διαχωρίζει τα οικόπεδα από την κοινόχρηστη κοινοτική οδό, δεν συμπίπτει με τη γραμμή των κτισμάτων που έχουν οικοδομηθεί" και ότι "όσον αφορά στα ακίνητα των διαδίκων, εκατέρωθεν της ρυμοτομικής γραμμής, τόσο προς την πλευρά του κοινοχρήστου χώρου, όσο και προς την πλευρά της οικοδομής του ακινήτου των εναγόντων, υπάρχει εδαφικό τμήμα τριγωνικού σχήματος, το οποίο προς την πλευρά του κοινόχρηστου χώρου είναι τμήμα της κοινοτικής οδού, προς την πλευρά της οικοδομής είναι ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου των εναγόντων".

Ότι με τις παραδοχές αυτές, το επίδικο εδαφικό τμήμα εμφανίζεται τόσο ως ακάλυπτος χώρος, ταυτόχρονα όμως και αντιφατικά τμήμα της κοινοτικής οδού. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του και όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, δέχθηκε ότι ο επίδικος χώρος είναι ιδιωτικός και όχι κοινόχρηστος, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 28 Ν. 1337/1983.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνέχεια και ενόψει των πιο πάνω αναφερόμενων παραδοχών της, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, "... δεν μπορεί, επομένως, να αποκλειστεί η ύπαρξη ιδιωτικού ακάλυπτου χώρου, που ταυτίζεται με το επίδικο τμήμα".

Δέχεται δε περαιτέρω η απόφαση ότι, επειδή το επίδικο τμήμα δεν χαρακτηρίζεται με σαφήνεια ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, "ελλείπει η δεύτερη σωρευτικώς απαιτούμενη από το ως άνω άρθρο 28 Ν. 1337/1983 προϋπόθεση του χαρακτηρισμού του επιδίκου ως κοινοχρήστου χώρου στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο", απορρίπτοντας έτσι με τις παραδοχές αυτές την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, παραδοχές, οι οποίες συνολικά εκτιμώμενες, είναι σαφείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 186/2023, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 645/2021, ΑΠ 26/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα τα οποία η αναιρεσείουσα νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του.

Συγκεκριμένα, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που είχε αποδυναμωθεί και δημιούργησε σ' αυτήν ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της: 1) Δύο φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η εκτέλεση εργασιών στο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου ..., που, όπως ισχυρίζεται, έγιναν εντός του επιδίκου τμήματος. 2)Πέντε φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται ο καθαρισμός του επιδίκου τμήματος από την υπηρεσία οδοκαθαρισμού του Δήμου ...

και από διαφορετικά άτομα κάθε φορά. 3) Φωτογραφία οχήματος σταθμευμένου επί του επιδίκου με σημείωμα επ' αυτού, καθώς και το ίδιο το από 7-11-2008 σημείωμα, συνταχθέν από τον Αστυνομικό Σταθμό ..., στο οποίο αναφέρεται ότι: "Η πόλη μας την 08 Νοεμβρίου 2008 τιμά την εορτή των Παμμεγίστων .... Από την 09.00 ώρα έως και την 12.00 θα γίνει λιτάνευση της ιερής εικόνας σε αυτόν το δρόμο.

Για το λόγο αυτό σας παρακαλούμε να απομακρύνεται από το χώρο αυτό το όχημά σας". 4) Τρεις φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται, όπως ισχυρίζεται, η ύπαρξη επί του επιδίκου ακινήτου φρεατίων ύδρευσης. Ότι στις ίδιες φωτογραφίες απεικονίζεται η ταυτόχρονη διέλευση, με αντίθετη φορά, στο δρόμο της οδού ...

και στο σημείο όπου βρίσκεται το επίδικο, αυτοκινήτων και ότι απεικονίζεται ευκρινώς ότι για τις ανάγκες της ταυτόχρονης διέλευσης είναι απολύτως αναγκαία η επί του επιδίκου διέλευση του οχήματος. 5) Δύο φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η διέλευση πολιτών επί του επιδίκου με την ευκαιρία της λιτάνευσης του Επιταφίου. 6) Έξι φωτογραφίες, στις δύο πρώτες των οποίων απεικονίζεται η στάθμευση επί του επιδίκου αυτοκινήτου τρίτων προσώπων, ήτοι οχημάτων που δεν ανήκουν στην οικογένεια Π., ότι επίσης στην πρώτη εξ αυτών απεικονίζεται η ύπαρξη παραθύρου στο ισόγειο τμήμα της οικίας της, το οποίο "βλέπει" στο επίδικο τμήμα, ότι στην τρίτη φωτογραφία απεικονίζεται η στάθμευση του οχήματος της εκ των αναιρεσιβλήτων Α.

Π. όχι επί του επιδίκου, αλλά στην απέναντι πλευρά, κατά τρόπο ώστε επί του επιδίκου να ευρίσκεται άγνωστο όχημα και ότι στις τρεις τελευταίες απεικονίζεται η διέλευση επί του επιδίκου αυτοκινήτων τρίτων προσώπων. 7) Τα υπ' αριθμ. 44/2008 πρακτικά του Ειρηνοδικείου ..., στην οποία εμπεριέχεται η μαρτυρική κατάθεση του Α.

Λ., δημάρχου, ο οποίος κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι "Ο Π. είχε πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του, είναι χώρος κοινής χρήσης εκεί, περπατάμε όλοι", καθώς και η κατάθεση του ίδιου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 8) Την υπ' αριθμ. … αίτηση του Δ. Π. προς το Κοινοτικό Συμβούλιο ..., με το ακόλουθο περιεχόμενο "Κύριε Πρόεδρε.

Λαμβάνω την τιμή να σας παρακαλέσω όπως ευαρεστούμενοι μου παραχωρήσετε κοινοτικόν χώρον εκτάσεως 15 τ.μ. πλησίον της οικοδομής μου δια την τοποθέτησιν οικοδομικών υλικών από την 25 Μαΐου έως την 10ην Ιουλίου του έτους 19.. ". Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως με την επιμέλεια αμφοτέρων των αντιδίκων πλευρών, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου..., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται...

οι προσκομιζόμενες από τους αντιδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα ανωτέρω έγγραφα, συνεκτίμησε δε τα αποδεικτικά αυτά μέσα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, πλην το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της.

Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, όχι όμως και του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-09-2019 αίτηση της Θ. συζ. Ε. Σ. για αναίρεση της 468/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 225/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ