Supreme Court dismisses appeal against labor fee dispute judgment due to lack of evidence for alleged contract distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Technical Chamber of Greece against the First Instance Court's judgment in a labor fee dispute. The appellant alleged that the lower court distorted the contract content to exonerate the contractor, but failed to produce the specific document supporting this claim. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the appellant could not substantiate the alleged distortion of the contract terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of contract content is inadmissible if the appellant fails to produce the specific document claimed to have been distorted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 478 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 478/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργαρίτα Καραλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΣΑΣ", που εδρεύει στο Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΜΦΙΣΣΑΣ", πρώην "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΜΦΙΣΣΑΣ", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5703/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/12/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας των άρθρων 677 έως 681 του ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015), υπ` αριθ. 5703/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ` αριθμ. 25/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί μερικά κατ' ουσίαν την από 15-11-2012 αγωγή καταβολής εργολαβικής αμοιβής για εκπόνηση μελέτης του υποκαθισταμένου μηχανικού του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στον υποκαθιστάμενο μηχανικό το ποσό των 41.800 ευρώ, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου-ήδη αναιρεσιβλήτου τυπικά και κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ για την άσκησή της δεν απαιτείται η κατάθεση από το αναιρεσείον του αναφερόμενου στο άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ, παραβόλου, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη δεν ισχύει, μεταξύ άλλων και για τις διαφορές των άρθρων 613 §5 ήτοι, διαφορές για αμοιβές μηχανικών (προηγουμένως άρθρ. 677 ΚΠολΔ), όπως η προκειμένη.
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Α'. Από τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σε αυτά κατά το άρθρο 1 του ίδιου κώδικα ιδιωτικές διαφορές επιτρέπεται να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοίκησης, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία να δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, όχι για να τις ακυρώσουν, ούτε για να αποκρούσουν την εκτελεστότητά τους, αλλά προκειμένου να απαγγείλουν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα και δη αποζημιωτικές, οι οποίες προκύπτουν από την εκτέλεση των παράνομων διοικητικών πράξεων.
Δεν επιτρέπεται όμως να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοίκησης, που εξέδωσαν τη διοικητική πράξη, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης αυτής, ενώ περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα τα διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών κατά τα άνω.
Το ζήτημα ποιό είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξης, είναι πραγματικό και επομένως κρίνεται ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο της ουσίας. Έλεγχο δε της νομιμότητας συνιστά και η εξέταση της ύπαρξης ή μη αιτιολογίας της διοικητικής πράξης, όταν τούτο επιβάλλεται ειδικά από το νόμο ή από τη φύση της υπόθεσης, καθώς και η εξέταση της παραβίασης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης (ΑΠ 1/2021, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 316/2016, ΑΠ 1354/2014).
Β'. Περαιτέρω, ο ν. 3299/2004 "Κίνητρα ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη και την Περιφερειακή Σύγκλιση", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζει στο άρθρο 1 ότι: "Με σκοπό την ενδυνάμωση της ισόρροπης ανάπτυξης, την αύξηση της απασχόλησης, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την προώθηση της τεχνολογικής αλλαγής και της καινοτομίας, την προστασία του περιβάλλοντος, την εξοικονόμηση ενέργειας και την επίτευξη της περιφερειακής σύγκλισης παρέχονται σε επενδυτικά σχέδια τα ακόλουθα είδη ενισχύσεων: 1.
Στα υπαγόμενα στις διατάξεις του παρόντος Νόμου επενδυτικά σχέδια παρέχονται τα ακόλουθα είδη ενισχύσεων α) Επιχορήγηση που συνίσταται στη δωρεάν παροχή από το Δημόσιο χρηματικού ποσού για την κάλυψη τμήματος της ενισχυόμενης δαπάνης του επενδυτικού σχεδίου, β)..., γ) ... δ) ... 2...3. Στο άρθρο 5 (Προϋποθέσεις, περιορισμοί και όροι για τη χορήγηση των ενισχύσεων) και στην παρ. 3 αυτού ορίζεται "3.
Ίδια συμμετοχή του επενδυτή Α.(α) Το ποσοστό της ίδιας συμμετοχής του επενδυτή στις επενδύσεις που εντάσσονται στο καθεστώς ενίσχυσης της επιχορήγησης ή και επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν μπορεί να είναι κατώτερο του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των ενισχυόμενων δαπανών". Στο άρθρο 7 "Αρμοδιότητες και διαδικασίες εφαρμογής των ενισχύσεων" ότι: "1.
Υποβολή αιτήσεων υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος. α) Αιτήσεις επενδύσεων ... υποβάλλονται... ως εξής: i) Στη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών υποβάλλονται οι αιτήσεις υπαγωγής επενδύσεων, ύψους άνω των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000,00) ευρώ, που πραγματοποιούνται στα όρια της Διοικητικής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, καθώς και οι επενδύσεις ύψους άνω των δύο εκατομμυρίων (2.000.000,00) ευρώ που πραγματοποιούνται στην υπόλοιπη Επικράτεια. ... 3.
Την αίτηση υπαγωγής της παραγράφου 1 συνοδεύουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) οικονομοτεχνική μελέτη... 5. Αιτήσεις που δεν συνοδεύονται από όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και στοιχεία, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4, δεν συνιστούν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος, δεν εξετάζονται και τίθενται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας, μη επιστρεφόμενου του καταβληθέντος για αυτές χρηματικού ποσού που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις αιτήσεων υπαγωγής που περιλαμβάνουν τα κατά τα ανωτέρω απαιτούμενα δικαιολογητικά και στοιχεία, πλην, όμως, κατά τον έλεγχο και την εξέταση του φακέλου διαπιστώνεται, μετά από γνώμη της αρμόδιας γνωμοδοτικής επιτροπής, ότι η οικονομοτεχνική μελέτη εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την αξιολόγηση της υποβληθείσας επένδυσης. 6.
Οι αιτήσεις υπαγωγής εξετάζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς στους οποίους υποβάλλονται ... 7. (α) Η διαδικασία εξέτασης κάθε αίτησης για υπαγωγή επένδυσης ολοκληρώνεται, από την αρμόδια υπηρεσία και την αρμόδια γνωμοδοτική επιτροπή, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, η δε απόφαση υπαγωγής εκδίδεται το αργότερο εντός μηνός από τη γνωμοδότηση της επιτροπής, εντός του οποίου δημοσιεύεται και η περίληψή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ... 9. (α) Κάθε επένδυση εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις ένταξης εξετάζεται ως προς τα κριτήρια των περιπτώσεων α', β', γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 6.
Ειδικότερα η επένδυση απορρίπτεται και δεν αξιολογείται σε επόμενο στάδιο στις περιπτώσεις που κρίνεται ότι δεν καλύπτεται η ίδια συμμετοχή (υποπερίπτωση (ii) της περίπτωσης α'), ... 11. Οι αποφάσεις υπαγωγής των επενδυτικών σχεδίων στα καθεστώτα ενισχύσεων του παρόντος εκδίδονται: α) Από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, για τα επενδυτικά σχέδια που υποβάλλονται στη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών σύμφωνα με την υποπερίπτωση (i) της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 περ. ε` του ως άνω νόμου εκδόθηκε η 8356/3.3.2005 Απόφαση των Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β'350) με τίτλο "Στοιχεία αξιολόγησης, λειτουργία, βαθμολόγηση, αριθμός και τρόπος εφαρμογής των κριτηρίων υπαγωγής των επενδυτικών σχεδίων στις διατάξεις του Ν. 3299/2004", με την οποία, μεταξύ άλλων, εξειδικεύθηκαν τα στοιχεία αξιολόγησης και ορίστηκε ο τρόπος βαθμολόγησης των κριτηρίων.
Στο άρθρο 3 αυτής με τίτλο "Ομάδα Κριτηρίων οικονομοτεχνικής αξιολόγησης επενδυτικών προτάσεων και βιωσιμότητας της επένδυσης" ορίζεται ότι "Η εφαρμογή της ομάδας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 περ. β`, του Ν. 3299/2004, συνίσταται στην εξέταση των παρακάτω τριών (3) κριτηρίων: 1. Η πληρότητα του επιχειρηματικού σχεδιασμού, ο ολοκληρωμένος χαρακτήρας της επένδυσης και η οργάνωση της επιχείρησης που την πραγματοποιεί....2.
Η προοπτική δυναμικής ανάπτυξης του κλάδου... 3. Οι προοπτικές κερδοφόρας δραστηριότητας της επιχείρησης που θα δημιουργηθεί ή της ήδη υφιστάμενης στο βαθμό που επηρεάζεται από την προτεινόμενη επένδυση. Για τη βαθμολόγηση του κριτηρίου εξετάζονται τα παρακάτω δύο (2) στοιχεία: i. H Βιωσιμότητα - Κερδοφορία της επιχείρησης μετά την επένδυση....ii.
Η απόδοση της επένδυσης...Η βαθμολογία του Κριτηρίου προκύπτει ως άθροισμα των βαθμολογιών των επί μέρους στοιχείων (i έως ii). Η ανώτατη βαθμολογία του κριτηρίου για όλους τους φορείς είναι 18 βαθμοί ...". Στο άρθρο 7 αυτής ορίζεται ότι "1. Κάθε αίτηση υπαγωγής επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 εξετάζεται:
α) ως προς την πλήρωση των απαιτούμενων δικαιολογητικών και στοιχείων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 7 του νόμου αυτού και β) ως προς την επάρκεια της οικονομοτεχνικής μελέτης που περιλαμβάνεται στον φάκελο της επένδυσης και συνοδεύει την επενδυτική πρόταση του φορέα....2. Κάθε επενδυτικό σχέδιο εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου εξετάζεται α) ως προς τη δυνατότητα κάλυψης της ιδίας συμμετοχής (Ν. 3299/2004, άρθρο 6 παρ. 1, περ.
α`, υποπ. ii), β) ως προς το κριτήριο της υποπερ. i, της περ. α` της ιδίας παραγράφου στην περίπτωση υφιστάμενου φορέα και γ) ως προς το κριτήριο της υποπ. iii της περ. β` της παραγράφου 1 του άρθρου 6. Το επενδυτικό σχέδιο απορρίπτεται και δεν αξιολογείται στο επόμενο στάδιο εφόσον κριθεί ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. δεν καλύπτεται η ίδια συμμετοχή ή β. ...". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 6§3 Ν. 3399/2005 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" "3. Μετά την παράγραφο 15 του άρθρου 35 του ν. 2810 /2000 προστίθενται παράγραφοι 16 και 17, που έχουν ως εξής: "16. ..., 17. Για αναπτυξιακούς λόγους η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Α.Σ.Ο.) και των Συνεταιριστικών Εταιρειών (Σ.Ε.), απαλλάσσεται επίσης του φόρου εισοδήματος, αν χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα με βάση το επιχειρησιακό τους σχέδιο.
Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση εμφάνισης της υπεραξίας σε αφορολόγητο αποθεματικό. Το μέρος της υπεραξίας, το οποίο διατίθεται ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πιο πάνω, μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί, χωρίς την καταβολή φόρου εισοδήματος. Αντίθετα, σε περίπτωση διανομής του, θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994.
Ομοίως, οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται και σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης του μέρους της υπεραξίας, το οποίο δεν διατίθεται ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πιο πάνω." Περαιτέρω, οι αναφυόμενες διαφορές από την εν γένει εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ανακύπτουν από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων βάσει της ειδικής αυτής νομοθεσίας), είναι διοικητικές, η εκδίκασή τους δε υπό το προϊσχύσαν του ν. 3900/2010 καθεστώς (που είναι κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση), ενόψει του χαρακτήρα τους ως ακυρωτικών, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1110/2009, ΣτΕ 355/2008, ΣτΕ 513/2008, ΣτΕ 2392/2007, ΣτΕ 3738/2007).
Ακολούθως, οι ίδιες ως άνω αναφυόμενες από την εν γένει εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων διαφορές, μετετράπηκαν με το ν. 3900/2010 σε διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταφερόμενες στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, ενώ από την έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012 (Α' 51), (2.4.2012) επανήλθε στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας η εκδίκαση των ως άνω αναφυόμενων από την εν γένει εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων διαφορών (ΣτΕ 1957/2020 ΣτΕ 858/2019, ΣτΕ 64/2016).
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η εξέταση στα πλαίσια εφαρμογής του ν. 3299/2004, του υποβληθέντος επενδυτικού σχεδίου και της Οικονομοτεχνικής μελέτης από τον αρμόδιο φορέα, γίνεται με βάση τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί, και ακολούθως στα πλαίσια εξέτασης των κριτηρίων του νόμου, αξιολογούνται τα δεδομένα του προτεινόμενου επενδυτικού σχεδίου.
Ήτοι, κάθε αίτηση υπαγωγής επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 εξετάζεται από την αρμόδια αρχή: α) ως προς την πλήρωση των απαιτούμενων δικαιολογητικών και στοιχείων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 7 του νόμου αυτού και β) ως προς την επάρκεια της οικονομοτεχνικής μελέτης που περιλαμβάνεται στον φάκελο της επένδυσης και συνοδεύει την επενδυτική πρόταση του φορέα, και εφόσον το επενδυτικό σχέδιο πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, εξετάζεται ακολούθως ως προς τη δυνατότητα κάλυψης της ίδιας συμμετοχής (Ν. 3299/2004, άρθρο 6 παρ. 1, περ.
α`, υποπ. ii), καθώς και ως προς τα λοιπά κριτήρια και το επενδυτικό σχέδιο απορρίπτεται και δεν αξιολογείται στο επόμενο στάδιο εφόσον κριθεί μεταξύ άλλων ότι δεν καλύπτεται η ίδια συμμετοχή. Σε περίπτωση απόρριψης από την αρμόδια αρχή του αιτήματος υπαγωγής μιάς επενδυτικής πρότασης στις διατάξεις του ν. 3299/2004, προκειμένου ο αιτών να λάβει επιχορήγηση, δημιουργείται υπό το προϊσχύσαν του ν. 3900/2010 καθεστώς (που είναι κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση), αλλά και στη συνέχεια κατά τις ως άνω διακρίσεις, ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο κατά την εκδίκαση των ως άνω διαφορών, είναι αρμόδιο να κρίνει για τη συνδρομή ή μη όλων των προαναφερόμενων προϋποθέσεων για την υπαγωγή της επενδυτικής πρότασης στις διατάξεις του ν. 3299/2004, μεταξύ δε άλλων και εάν καλύπτεται ή όχι η ίδια συμμετοχή του επενδυτή στις επενδύσεις που εντάσσονται στο καθεστώς ενίσχυσης της επιχορήγησης, που αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση των ενισχύσεων και ορίζεται σε ποσοστό όχι κατώτερο του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των ενισχυόμενων δαπανών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, καθόσον σε περίπτωση που κρίνεται ότι δεν καλύπτεται η ίδια συμμετοχή, η επένδυση απορρίπτεται και δεν αξιολογείται σε επόμενο στάδιο.
Ήτοι, αρχικά η Διοίκηση (και ακολούθως το Συμβούλιο Επικρατείας μετά από αίτηση ακύρωσης), αξιολογεί την οικονομοτεχνική μελέτη του αιτούντος και προβαίνει σε ιδία εκτίμηση του επενδυτικού σχεδίου, ως οφείλει, εξετάζοντας τα κριτήρια του ν. 3299/2004 και αιτιολογώντας ειδικά την κρίση της, η αιτιολογία δε αυτή πλήττεται με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ τα πολιτικά Δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων και την ορθή ή μη εφαρμογή των κριτηρίων του ν. 3299/2004 από τη Διοίκηση, προκειμένου μία επένδυση να υπαχθεί στις διατάξεις του.
Δηλαδή, τα πολιτικά Δικαστήρια δεν μπορούν να κρίνουν για τη διαπίστωση ή μη της συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του άνω νόμου, μεταξύ των οποίων και η προϋπόθεση της ίδιας συμμετοχής του επενδυτή, όπως αυτή διαμορφώνεται είτε βάσει του άρθρου 6§3 Ν. 3399/2005, είτε βάσει άλλου τρόπου (δανεισμός κλπ), καθόσον πρόκειται για ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης της σχετικής διοικητικής πράξης υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του εν λόγω νόμου, η οποία κρίση δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν αυτά απαγγέλουν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα και δη αποζημιωτικές.
Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης από την αρμόδια αρχή, και εν προκειμένω από τον Υπουργό Οικονομικών, του υποβληθέντος επενδυτικού σχεδίου και μη αξιολόγησής του στο επόμενο στάδιο, με την αιτιολογία ότι δεν καλύπτεται-τεκμηριώνεται η ίδια συμμετοχή, η αξιολόγηση του κριτηρίου αυτού και η ορθή ή μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του άρθρου 6§3 Ν. 3399/2005 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", με το οποίο προστέθηκε παρ. 17 στο άρθρο 35 του ν. 2810 /2000 ορίζουσα ότι: "17.
Για αναπτυξιακούς λόγους η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Α.Σ.Ο.) και των Συνεταιριστικών Εταιρειών (Σ.Ε.), απαλλάσσεται επίσης του φόρου εισοδήματος, αν χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα με βάση το επιχειρησιακό τους σχέδιο.
Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση εμφάνισης της υπεραξίας σε αφορολόγητο αποθεματικό ...", εναπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα της αρμόδιας για την υπαγωγή της επένδυσης στις διατάξεις του ν. 3299/2004 αρχής και ακολούθως, μετά την απόρριψη της αίτησης υπαγωγής και την άσκηση σχετικής αίτησης ακύρωσης κατ' αυτής, στο Συμβούλιο Επικρατείας, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια δε μπορούν να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων και την ορθή ή μη εφαρμογή των κριτηρίων του ν. 3299/2004 από τη Διοίκηση, και να επαναξιολογήσουν τη συνδρομή ή μη των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 6§3 Ν. 3399/2005, αναφορικά με την τεκμηρίωση ή μη της κάλυψης της ίδιας συμμετοχής του επενδυτή στο επενδυτικό σχέδιο, αλλά δεσμεύονται από την κρίση της αρμόδιας αρχής (και ακολούθως του Συμβουλίου Επικρατείας), καθόσον πρόκειται για ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη, ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης της σχετικής διοικητικής πράξης υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του εν λόγω νόμου, η οποία κρίση δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν αυτά απαγγέλουν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα και δη αποζημιωτικές.
ΙΙΙ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Επί πλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 445/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "V. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ.
Χ. και Ι. Τ. που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος ν.π.δ.δ. ο πρώτος και του εναγομένου συνεταιρισμού ο δεύτερος και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά το μέτρο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, (σημειώνεται ότι η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Γ.
Χ. παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη, όπως ορθώς ελήφθη υπόψη και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διότι όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο δικηγόρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος-εφεσίβλητου δεν πρόβαλε ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα αυτού, με δήλωση καταχωρηθείσα στα εν λόγω πρακτικά πριν από την όρκιση του μάρτυρα, αλλά "ζήτησε τη στάθμιση της κατάθεσής του γιατί έχει έννομο συμφέρον", ενώ έτι περαιτέρω στην ακολουθητέα για την επίλυση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς ειδική διαδικασία αμοιβών (άρθρο 671 §1 εδάφ.
α'ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την ισχύ, από 1-1-2016, του Ν 4335/2015) επιτρέπονται και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν όρους του νόμου, όπως λ.χ εξαιρετέοι μάρτυρες, κατά την έννοια του άρθρου 400 περ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή και εκείνοι που έχουν έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και τις καταθέσεις των οποίων το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα (βλ.
ΑΠ 1442/2008, ΕφΘεσ 435/2010, Μον Εφ Δυτ Μακ 45/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο υποκαθιστάμενος από το ενάγον Τ.Ε.Ε., Κ. Σ., είναι διπλωματούχος μηχανολόγος- ηλεκτρολόγος μηχανικός, μέλος του ενάγοντος Τ.Ε.Ε.
Το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είναι αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΜΦΙΣΣΑΣ" (και ήδη αγροτικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΜΦΙΣΣΑΣ"), Στις 2-7-2007 καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση έργου και υπογράφηκε η από 2-7-2007 σύμβαση συνεργασίας και ανάθεσης μελετών στα πλαίσια της οποίας το εναγόμενο νομικό πρόσωπο- συνεταιριστική οργάνωση - Αναθέτουσα (όπως αναφέρεται στη σύμβαση) ανέθεσε στον άνω υποκαθιστάμενο μηχανικό - Σύμβουλο (όπως αναφέρεται στη σύμβαση), την σύνταξη οικονομοτεχνικής μελέτης και υποβολής της στον (αναφερόμενο στο τέλος της μείζονας σκέψης της παρούσας απόφασης) αναπτυξιακό νόμο 3299/2004 για μεταφορά και εκσυγχρονισμό υπάρχοντος κονσερβοποιείου βρωσίμων ελαιών σε νέα εγκατάσταση σε οικόπεδο, που θα αποκτηθεί, καθώς και την ανάθεση εκπόνησης όλων των μελετών σχετικών με την ανωτέρω επένδυση.
Σύμφωνα, δε, με τη σχετική σύμβαση για την εκπόνηση της οικονομοτεχνικής μελέτης ο Φορέας- δηλ. η Αναθέτουσα συνεταιριστική οργάνωση ως φορέας της επένδυσης- υποχρεούται σε εύλογο χρονικό διάστημα να προσκομίσει στον Σύμβουλο (στον ανωτέρω μηχανικό δηλ.) ακριβή ιστορικά οικονομικά και τεχνικά στοιχεία για την εταιρεία, αποδεικτικά στοιχεία για την κάλυψη της ίδιας συμμετοχής και έγκριση τραπεζικού δανείου εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς και ότι άλλο απαραίτητο στοιχείο.
Το έργο θα υλοποιούνταν σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο περιλάμβανε την καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης και του υπάρχοντος εξοπλισμού στο εργοστάσιο του εναγομένου νομικού προσώπου, την αξιολόγηση του υπό την έννοια της δυνατότητας επαναχρησιμοποίησης του στο νέο εργοστάσιο του, την καταγραφή των διαφόρων προβλημάτων, την σύνταξη τοπογραφικού, αρχιτεκτονικής προμελέτης και όλων των απαραίτητων ενεργειών και μελετών (όπως μελέτη διάθεσης αποβλήτων και η διαδικασία προέγκρισης από την αρμόδια διεύθυνση υγείας και πρόνοιας, καθώς και η διαδικασία προέγκρισης περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την αρμόδια διεύθυνση της πολεοδομίας) που απαιτούντο για την κατάθεση της σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης προς έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών.
Η χρονική δε διάρκεια ολοκλήρωσης και κατάθεσης της μελέτης για την υλοποίηση του 1ου σταδίου ορίστηκε με τη σύμβαση σε 105 εργάσιμες ημέρες από την υπογραφή της συμβάσεως, ήτοι μέχρι 15-10-2007 με την προϋπόθεση της έγκαιρης αγοράς του οικοπέδου, άλλως παρατείνεται ανάλογα. Ως αμοιβή δε για την εκτέλεσή του πρώτου σταδίου ορίστηκε το ποσό των 130.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά και δη:
α) ποσό 45.500 ευρώ (δηλ. το 35%) ως προκαταβολή με την ανάθεση, β) ποσό 58.500 ευρώ (δηλ. το 45%) με την ολοκλήρωση της μελέτης και την κατάθεση της στο φορέα, δηλ. στο Υπουργείο Οικονομικών και γ) το υπόλοιπο ποσό 26.000 ευρώ (δηλ. το 20%) μετά την έγκριση από το φορέα. Η ανωτέρω αμοιβή του πρώτου σταδίου περιλάμβανε σύμφωνα με τη σύμβαση τόσο την αμοιβή του Συμβούλου-μηχανικού για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, όσο και τις αμοιβές επιστημόνων και συνεργατών για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω.
Το δεύτερο στάδιο της ένδικης σύμβασης έργου περιλάμβανε όλες τις απαραίτητες κατά νόμο οριστικές μελέτες για την έκδοση των σχετικών οικοδομικών αδειών της πολεοδομίας (αρχιτεκτονικής, στατικής, ύδρευσης, αποχέτευσης, θερμομόνωσης, θέρμανσης, πυροπροστασίας, πυρασφάλειας, ηλεκτρολογικών, υποσταθμού και οι μελέτες και άδειες όπως πυρόσβεσης, διάθεσης αποβλήτων κλπ περιβαλλοντικών όρων κλπ) που είναι απαραίτητες για την έκδοση οικοδομικής άδειας όπως και η κατά νόμο επίβλεψη.
Ο χρόνος κατάθεσης των μελετών του δεύτερου σταδίου στην αρμόδια πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ορίστηκε με τη σύμβαση σε 60 εργάσιμες ημέρες μετά την ημερομηνία έγκρισης του πρώτου σταδίου. Ως αμοιβή δε για την εκπόνηση των μελετών του δεύτερου σταδίου προς έκδοση των σχετικών οικοδομικών αδειών συμφωνήθηκε η νόμιμη αμοιβή, που καθορίζεται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974.
Εξάλλου ρητά συμφώνησαν τα συμβαλλόμενα μέρη με τον όρο με αρ. 3 παρ. γ και δ της από 2-7-2007 σύμβασης υπό τον τίτλο " οικονομικοί όροι της σύμβασης" ότι σε περίπτωση που η μελέτη δεν εγκριθεί με υπαιτιότητα της Αναθέτουσας η αμοιβή θα καταβληθεί στο σύνολό της, ενώ σε περίπτωση που η μελέτη αυτή δεν εγκριθεί με υπαιτιότητα του Συμβούλου- μηχανικού η αμοιβή δε θα καταβληθεί και η Αναθέτουσα διατηρεί δικαίωμα υπαναχώρησης, τα δε καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται σε αυτή ως αδικαιολογήτως καταβληθέντα.
Με τον τελευταίο αυτό όρο η Αναθέτουσα- συνεταιριστική οργάνωση επιφύλαξε δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αν ο μηχανικός-Σύμβουλος προέβαινε σε κάποια από τις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης, η οποία προϋποθέτει υπαιτιότητα, δηλαδή είτε σε αδυναμία παροχής είτε σε υπερημερία οφειλέτη ή πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, και τα αποτελέσματα ρυθμίστηκαν συμβατικώς κατά τον εκτεθέντα τρόπο.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν όπως περιγράφει η ανωτέρω σύμβαση στην σύνταξη της οικονομοτεχνικής μελέτης και υποβολής της στον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004 προκειμένου να υπαχθεί η επένδυση στις διατάξεις του νόμου αυτού. Ο στόχος, επομένως, ήταν η χορήγηση σχετικής έγκρισης και η υπαγωγή της επένδυσης στον άνω αναπτυξιακό νόμο και για το λόγο αυτό ο χρόνος κατάθεσης των μελετών του δεύτερου σταδίου στην αρμόδια πολεοδομία εξαρτήθηκε από την προηγούμενη έγκριση του πρώτου σταδίου, αφού σε περίπτωση μη έγκρισης της οικονομοτεχνικής μελέτης και απόρριψης του επενδυτικού σχεδίου δεν υπήρχε λόγος εκπόνησης των οριστικών μελετών.
Ιδιαίτερη δε σημασία στην τελική έγκριση της μελέτης του πρώτου σταδίου και εξ αυτού καταβολής εργοληπτικής αμοιβής δόθηκε και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη αφού, ως προελέχθη, ο κάθε συμβαλλόμενος θα αναλάμβανε τον κίνδυνο εάν η μελέτη δεν εγκρίνονταν με υπαιτιότητά του και τα αποτελέσματα ρυθμίστηκαν συμβατικώς με τον παραπάνω τρόπο.
Σχεδόν έξι μήνες μετά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης έργου, ακολούθησε στις 31-12-2007 η αγορά του οικοπέδου στο Βιοτεχνικό Πάρκο της Άμφισσας για την μετεγκατάσταση του εργοστασίου με το με αριθμό .../31-12-2007 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άμφισσας Αθανασίου Παναγιωτόπουλου, οπότε παρατάθηκε η διάρκεια της σύμβασης για την υλοποίηση του πρώτου σταδίου και υποβλήθηκε στις 18-3-2008 σχετική αίτηση με αριθμ.
πρωτ. 13031/2008 στην αρμόδια υπηρεσία Διεύθυνσης Έγκρισης και Ελέγχου Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομικών περί έγκρισης του επίμαχου επενδυτικού σχεδίου και υπαγωγής της επένδυσης στις κεφαλαιακές ενισχύσεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004, καθώς και χορήγησης της προβλεπόμενης στο νόμο αυτό βεβαίωσης επιλεξιμότητας προκειμένου να είναι δυνατή η έναρξη υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου.
Συνημμένα, υποβλήθηκε φάκελος δικαιολογητικών και στοιχείων, περιλαμβανομένης μεταξύ άλλων απαραίτητων στοιχείων (όπως τοπογραφικό και εγκρίσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες διάθεσης αποβλήτων και περιβαλλοντικών επιπτώσεων) και της οικονομοτεχνικής μελέτης για το επενδυτικό σχέδιο που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον υποκαθιστάμενο μηχανικό Κ.
Σ. και τον συνεργάτη του μελετητικού γραφείου-οικονομολόγο Χ. Φ.. Για την εκπόνηση της μελέτης αυτής, η Αναθέτουσα -συνεταιριστική οργάνωση ως φορέας του επενδυτικού σχεδίου είχε προσκομίσει στον Σύμβουλο-μηχανικό, ως όφειλε τόσο από τη σύμβαση όσο και από τον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004, τα προβλεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση της δυνατότητας της ιδίας συμμετοχής στην επένδυση (ισολογισμούς ή λογιστικές καταστάσεις και ισοζύγια κλπ).
Ο υποκαθιστάμενος μηχανικός με τον συνεργάτη του μελετητικού του γραφείου- οικονομολόγο Χ. Φ., αφού έλεγξαν και αξιολόγησαν ότι με βάση - τα αποδεικτικά στοιχεία για την κάλυψη της ιδίας συμμετοχής στην επένδυση η Αναθέτουσα -συνεταιριστική οργάνωση πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου για την ένταξη της στον αναπτυξιακό νόμο, συνέταξαν τη σχετική οικονομοτεχνική μελέτη μετά της πρότασης του επενδυτικού σχεδίου.
Για την τεκμηρίωση δε της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση οι συντάκτες της μελέτης υποστηρίζοντας την άποψη ότι το αφορολόγητο αποθεματικό ποσού 1.194.000 ευρώ, (δηλ. 27,90% επί συνολικού κόστους επένδυσης 4.280.000,00 ευρώ), που δημιούργησε η Αναθέτουσα-αγροτική συνεταιριστική οργάνωση λόγω υπεραξίας από πώληση ακινήτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικό πρόγραμμα του ν. 3299/2004 χωρίς να θεωρείται διπλά επιχορηγούμενη, ανέφεραν στην σχετική πρόταση επί λέξει τα εξής: " Η ίδια συμμετοχή της επένδυσης ανέρχεται στο ποσό των 1.194.000 ευρώ και είναι κατατεθειμένη σε προθεσμιακό λογαριασμό κατάθεσης στην Αγροτική Τράπεζα.
Η ίδια συμμετοχή προέρχεται από την υπεραξία εκποίησης του ισογείου του κτιρίου όπου βρίσκονται τα γραφεία της Ε.Α.Σ. (συνεταιριστικής οργάνωσης), η οποία έγινε το 2006. Η υπεραξία αυτή βάσει του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3399/2005, ο οποίος τροποποιεί το άρθρο 35 παρ.17 του ν.2810/2010 απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος αν χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα με βάση το επιχειρησιακό τους σχέδιο.
Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους της απόφασης της Ε.Α.Σ. ΑΜΦΙΣΣΑΣ να υλοποιήσει την παρούσα επένδυση. Επίσης με τα χρήματα της υπεραξίας πώλησης του ακινήτου έχει αγορασθεί και το οικόπεδο εντός του ΒΙΟ.ΠΑ Άμφισσας που θα γίνει το νέο εργοστάσιο". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της με αριθμ. πρωτ. .../25-2-2009 επιστολής του μελετητή-μηχανικού προς τον Συνήγορο του Πολίτη, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών ενημέρωσε το μελετητή και την αναθέτουσα, καταρχήν προφορικά ότι δεν θα προχωρήσει στην σχετική έγκριση διότι η ίδια συμμετοχή στηρίζεται στο αποθεματικό το οποίο κατά την άποψή της πρέπει να φορολογηθεί και άρα το ύψος του αποθεματικού είναι μικρότερο.
Στις 23-9-2008 η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών γνωστοποίησε εγγράφως στην Αναθέτουσα -συνεταιριστική οργάνωση ότι , κατόπιν τυπικού ελέγχου του συνοδευτικού της αίτησης υπαγωγής φακέλου, το επενδυτικό της σχέδιο, συνολικού ενισχυόμενου κόστους 4.280.000,00 ευρώ, είναι καταρχήν μη επιλέξιμο δεδομένου ότι διαπιστώνεται η μη πλήρωση όρων και προϋποθέσεων του νόμου και θα επακολουθήσει η προβλεπόμενη διαδικασία για την οριστική κρίση της μη υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3299/2004.
Ακολούθως στις 10-11-2008 η Κεντρική Γνωμοδοτική Επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών η οποία γνωμοδότησε ομόφωνα κατά της υπαγωγής της επένδυσης διότι δεν τεκμηριώνεται η δυνατότητα κάλυψης της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση, ενώ στις 19-6-2009 η ως άνω αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών με το με αριθμ.
πρωτ. 31112/19-6-2006 έγγραφο της αποφαίνεται κατά της έγκρισης της (μελέτης), διότι δεν τεκμηριώνεται η δυνατότητα κάλυψης της ιδίας συμμετοχής του συνεταιρισμού στην επένδυση. Τόσο από το περιεχόμενο της ανωτέρω αρνητικής απάντησης του Υπουργείου Οικονομικών όσο και της γνωμοδότησης της Κεντρικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι η Αναθέτουσα-συνεταιριστική οργάνωση είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για την κάλυψη της ίδιας συμμετοχής, διότι εάν τούτο δεν είχε συμβεί οι άνω αρμόδιες υπηρεσίες θα ανέβαλαν το θέμα προκειμένου να προσκομισθούν τα ελλείποντα δικαιολογητικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004 κατά τα διαλαμβανόμενα στο τέλος της υπό στοιχείο IV μείζονας σκέψης.
Αυτό που συνέβη είναι ότι από την τεκμηρίωση του κρίσιμου σημείο για την κάλυψη της ίδιας συμμετοχής της αναθέτουσας ως φορέα τη επένδυσης στην οποία προέβη το μελετητικό γραφείο του υποκαθιστάμενου μηχανικού με την πρόταση του επενδυτικού στοιχείου που είχε αναλάβει με τη σύμβαση να συντάξει και κατέθεσε αρμοδίως, ανέκυψε το ζήτημα εάν θα μπορούσε να αποτελέσει ιδία συμμέτοχή η άνω υπεραξία από την πώληση ακινήτου δεδομένου ότι αυτή καταρχήν, υπόκειται σε φορολόγηση και για το λόγο αυτό σύμφωνα και με την γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής του Υπουργείου Οικονομικών δεν τεκμηριώθηκε η δυνατότητα κάλυψης της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση.
Επισημαίνεται, δε, ότι μετά την αρνητική αυτή εξέλιξη ο φάκελος ένταξης στον αναπτυξιακό νόμο ανατέθηκε σε άλλο μελετητικό γραφείο και το νέο επενδυτικό σχέδιο έγινε τελικώς δεκτό από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, με αναμορφωμένο από το εν λόγω μελετητικό γραφείο αναλυτικό προϋπολογισμό μικρότερου συνολικού κόστους της επένδυσης ύψους 3.983.462,00 και συμμετοχή της δικαιούχου-αναθέτουσας με ίδια κεφάλαια ύψους 984.616,00, δηλ.
στο προβλεπόμενο ποσοστό 25% του συνολικού κόστους της επένδυσης. (βλ. το από 12-11-2010 έγγραφο της Ε.Α.Σ. Άμφισσας προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και την 165342/1275/2011 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο ως άνω υποκαθιστάμενος μηχανικός-Σύμβουλος δεν αξιολόγησε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία κάλυψης της ίδιας συμμετοχής που του προσκόμισε ως όφειλε από τη σύμβαση η Αναθέτουσα- συνεταιριστική οργάνωση, έκρινε εσφαλμένα ότι τεκμηριώνεται η κάλυψη της ίδιας συμμετοχής και προχώρησε σε πρόταση υπαγωγής σε επενδυτικό σχέδιο.
Έτσι όμως δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις που συμβατικά και έναντι αμοιβής είχε αναλάβει να εκπληρώσει, αφού η οικονομοτεχνική μελέτη που συνέταξε εμφάνιζε σοβαρές ελλείψεις ως προς την τεκμηρίωση της δυνατότητας κάλυψης της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση, οι οποίες καθιστούσαν αδύνατη την αξιολόγηση της υποβληθείσας επένδυσης.
Ήταν δε στη δική του σφαίρα ευθύνης, επιρροής και δράσης, ως μηχανικού- Συμβούλου για να επέλθει το συμφωνηθέν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου σε συνεργασία με τον οικονομολόγο- συνεργάτη του μελετητικού του γραφείου (η αμοιβή του οποίου κατά τη σύμβαση περιλαμβανόταν στην ανωτέρω αμοιβή των 130.000 ευρώ του πρώτου σταδίου), η σύνταξη πλήρους οικονομοτεχνικής μελέτης τεκμηρίωσης της επένδυσης, η πλήρης ενημέρωση της Αναθέτουσας συνεταιριστικής οργάνωσης για όλες τις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου (προϋποθέσεις συμμετοχής, περιορισμοί, κλπ), η τεκμηρίωση των κρίσιμων σημείων που βαρύνουν σημαντικά στην αξιολόγηση και επιλογή των προτάσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του αναπτυξιακού νόμου για την ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων απόρριψης της επένδυσης.
Διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να ανατεθεί η σύνταξη της οικονομοτεχνικής μελέτης σε ειδικό μελετητικό γραφείο. Επομένως, συνάγεται ότι το έργο (οικονομοτεχνική μελέτη) που παρέσχε ο υποκατάστατος μηχανικός Κ. Σ. και οι συνεργάτες του (οικονομολόγος) ήταν ελλιπές, πλημμελές και αδύναμο να επιφέρει το συμφωνηθέν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου.
Η πλημμελής αυτή εκπλήρωση της παροχής του μηχανικού-Συμβούλου αποτελεί περίπτωση παράβασης της σύμβασης, από υπαιτιότητά του και έδωσε το δικαίωμα στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο-συνεταιριστική οργάνωση, κάνοντας χρήση του ανωτέρω συμβατικού δικαιώματος του, με την από 27-8- 2009 εξώδικη δήλωσή του, που επέδωσε στον ανωτέρω μηχανικό στις 25-9- 2009, έχουσα το χαρακτήρα της συμβατικής υπαναχώρησης και όχι της καταγγελίας της ΑΚ 700, και περί της οποίας ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την συνεταιριστική οργάνωση, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του εκκαλούντος Τ.Ε.Ε.
ως ουσία αβασίμων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, μιας και ήταν αδύνατη η περάτωση του έργου, το οποίο και έπραξε εξωδίκως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 399, 397 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 686 ΑΚ, πράγμα που επέφερε την άμεση διάλυση της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης έργου και την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση (αρθ. 389 ΑΚ) και όσον αφορά το εναγόμενο νομικό πρόσωπο την υποχρέωση του προς καταβολή της εργοληπτικής αμοιβής.
Συνεπώς το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δεν έχει υποχρέωση από τη σύμβαση να καταβάλει ούτε το υπόλοιπο της αμοιβής του μηχανικού για το πρώτο στάδιο ποσού 79.500,00 ευρώ , πολλώ δε μάλλον ούτε την αμοιβή του για το δεύτερο στάδιο ποσού 101.626,46 ευρώ που πρωτοδίκως απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και επαναφέρεται με τον τρίτο λόγο της υπό στοιχείο Α έφεσης του ενάγοντος Τ.Ε.Ε., εφόσον σε κάθε περίπτωση προϋπόθεση προς εκπόνηση των οριστικών μελετών του δευτέρου σταδίου αποτελούσε η έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, το οποίο εν προκειμένω δεν είχε εγκριθεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, ως εκ τούτου δεν υφίστατο σε κάθε περίπτωση η αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση προς εκπόνηση της οριστικής μελέτης και εντεύθεν δεν δικαιούται ο υποκαθιστάμενος μηχανικός ούτε την αξιούμενη αμοιβή για την οριστική μελέτη του δεύτερου σταδίου.
Αφού επομένως η επίδικη σύμβαση λύθηκε με υπαναχώρηση ex tunc, και όχι με καταγγελία της συνεταιριστικής οργάνωσης-εργοδότριας, ο υποκαθιστάμενος από το εκκαλούν ΤΕΕ μηχανικός δεν δικαιούται να λάβει από την εργοδότρια το υπόλοιπο της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της επιδίκασης σ' αυτόν του εν λόγω υπολοίπου που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 181.126,46 (79.500,00+101.626,46) ευρώ είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου των 101.626,46 ευρώ ως ουσιαστικά αβάσιμου, ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε.
Συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η ελλιπής αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος Τ.Ε.Ε., με τον οποίο αυτό παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του ως προς το κονδύλιο των 101.626,46 ευρώ ως αμοιβή για το δεύτερο στάδιο του έργου.
Έσφαλε όμως περί την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού δέχθηκε ότι η μη έγκριση του επενδυτικού σχεδίου οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναθέτουσας-εργοδότριας και ότι ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα υπαναχώρησης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον υποκαθιστάμενο μηχανικό το ποσό των 41.800,00 ευρώ ως αμοιβή για το πρώτο στάδιο του έργου, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του δεύτερου λόγου έφεσης του εναγομένου νομικού προσώπου-συνεταιριστικής οργάνωσης, απορριπτομένων των 1ου και 2ου λόγων της έφεσης του ενάγοντος Τ.Ε.Ε., με τους οποίους αυτό παραπονείται για την εν μέρει μόνο παραδοχή της αγωγής του, ως αλυσιτελώς καθισταμένων, αφού παρέλκει ο έλεγχος αυτών, ενόψει της απόρριψης της αγωγής στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμης, ενώ παρέλκει και η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης του εναγομένου νομικού προσώπου- συνεταιριστικής οργάνωσης, περί συμψηφισμού και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Τέλος δεν συντρέχει περίπτωση διαβίβασης της δικογραφίας στον Εισαγγελέα κατ'άρθρο 38 ΚΠΔ, διότι το φερόμενο ως πλαστό έγγραφο (η αίτηση προς έκδοση οικοδομικής αδείας που κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου νομικού προσώπου-συνεταιριστικής οργάνωσης φέρει πλαστή υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου του) δεν έχει έννομη επιρροή αφού το έγγραφο αυτό δεν φέρει ημερομηνία και δεν κατατέθηκε στην πολεοδομία...".
Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπό στοιχείο α έφεση του ενάγοντος ΤΕΕ, δέχθηκε την υπό στοιχείο β έφεση του εναγομένου νομικού προσώπου ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη στο σύνολό της και κατά το μη θιγέν μέρος αυτής, χάριν δημιουργίας ενιαίου τίτλου εκτέλεσης και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3399/2005, που τροποποίησε το άρθρο 35 του ν. 2810/2000 με την προσθήκη παρ. 17, με τη μη εφαρμογή της και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση καταβολής αμοιβής μηχανικού, παράλληλα δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την έλλειψη υποχρέωσης καταβολής αμοιβής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου προς τον υποκαθιστάμενο μηχανικό, μέλος του αναιρεσείοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με βάση την επικαλούμενη από το τελευταίο σύμβαση έργου, καθότι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου, ο εργοδότης-συνεταιρισμός νομίμως υπαναχώρησε της (όλης) σύμβασης έργου για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους.
Ειδικότερα: Α) με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3399/2005, που τροποποίησε το άρθρο 35 του ν. 2810/2000 με την προσθήκη παρ. 17, και ορίζει ότι "17. Για αναπτυξιακούς λόγους η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Α.Σ.Ο.) και των Συνεταιριστικών Εταιρειών (Σ.Ε.), απαλλάσσεται επίσης του φόρου εισοδήματος, αν χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα με βάση το επιχειρησιακό τους σχέδιο ...", καθότι δέχθηκε επί λέξει ότι "Αυτό που συνέβη είναι ότι από την τεκμηρίωση του κρίσιμου σημείου για την κάλυψη της ίδιας συμμετοχής της αναθέτουσας ως φορέα της επένδυσης στην οποία προέβη το μελετητικό γραφείο του υποκαθιστάμενου μηχανικού με την πρόταση του επενδυτικού σχεδίου που είχε αναλάβει με τη σύμβαση να συντάξει και κατέθεσε αρμοδίως, ανέκυψε το ζήτημα εάν θα μπορούσε να αποτελέσει ιδία συμμετοχή η άνω υπεραξία από την πώληση ακινήτου δεδομένου ότι αυτή, καταρχήν, υπόκειται σε φορολόγηση, και για το λόγο αυτό σύμφωνα και με τη γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής του υπουργείου Οικονομικών δεν τεκμηριώθηκε η δυνατότητα κάλυψης της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση", ήτοι δέχθηκε ότι η υπεραξία από την πώληση του ακινήτου του εναγομένου- συνεταιρισμού υπόκειται σε φορολόγηση και επομένως δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ίδια συμμετοχή του τελευταίου στο επενδυτικό σχέδιο, η εκπόνηση του οποίου απετέλεσε αντικείμενο της καταρτισθείσας μεταξύ του υποκαθισταμένου μηχανικού και του εναγομένου, σύμβασης έργου, κατά παράβαση της ως άνω διάταξης, που ορίζει ότι για αναπτυξιακούς λόγους η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων απαλλάσσεται επίσης του φόρου εισοδήματος, αν χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ τύγχανε εφαρμοστέα, κατόπιν δε των παραδοχών της αυτών έκρινε ότι ο υποκαθιστάμενος μηχανικός από υπαιτιότητα δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθόσον το επενδυτικό σχέδιο που κατήρτισε απορρίφθηκε, εξαιτίας δε του γεγονότος αυτού νομίμως ο εναγόμενος υπαναχώρησε από τη σύμβαση και δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής, απορρίπτοντας εκ του λόγου αυτού την αγωγή.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, άσκησης αγωγής για καταβολή αμοιβής του υποκαθιστάμενου μηχανικού από σύμβαση έργου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3399/2005, που τροποποίησε το άρθρο 35 του ν. 2810/2000 με την προσθήκη παρ. 17, δεν τύγχανε εφαρμογής, προκειμένου το πολιτικό δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο υποκαθιστάμενος μελετητής και μέλος του ενάγοντος, δεν δικαιούται αμοιβής για το ανατεθέν σ' αυτόν έργο της σύνταξης οικονομοτεχνικής μελέτης προκειμένου να υπαχθεί το επενδυτικό σχέδιο του εναγομένου συνεταιρισμού στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 και ειδικότερα σε αυτές του άρθρου 3 δηλ.
για την ενίσχυση του ως άνω επενδυτικού του σχεδίου με το κίνητρο της επιχορήγησης, λόγω μη εκπλήρωσης εκ μέρους του των απορρεουσών από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, χωρίς να προβεί στην εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρ. 6 παρ. 3 του ν.3399/2005, αφού αποδέχθηκε την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ότι στην υποβληθείσα, από τον υποκαθιστάμενο μελετητή, οικονομοτεχνική μελέτη, για την υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου του εναγομένου συνεταιρισμού στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 για την ενίσχυσή του με το κίνητρο της επιχορήγησης, τη σύνταξη της οποίας (μελέτης) είχε αναλάβει δυνάμει έγγραφης σύμβασης καταρτισθείσας μεταξύ τους, δεν τεκμηριώνεται από αυτόν η δυνατότητα κάλυψης της ίδιας συμμετοχής του επενδυτή-συνεταιρισμού στην επένδυση, γιατί το αποθεματικό ύψους ύψους 1.194.000 ευρώ, που δημιουργήθηκε λόγω υπεραξίας από την πώληση ακινήτου του συνεταιρισμού, πρέπει να φορολογηθεί, άλλως θεωρείται διπλά επιχορηγούμενος ο επενδυτής-συνεταιρισμός και άρα το ύψος αυτού (αποθεματικού) είναι μικρότερο του απαιτούμενου από το νόμο ποσοστού 25% της επένδυσης, συνολικού ύψους 4.280.000 ευρώ, ακολούθως έκρινε ότι ο υποκαθιστάμενος μηχανικός, με βάση τη μεταξύ αυτού και του εναγομένου πλέον καταρτισθείσα σύμβαση έργου, δεν αξιολόγησε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία κάλυψης της ίδιας συμμετοχής που του προσκόμισε ο εναγόμενος και έκρινε εσφαλμένα ότι τεκμηριώνεται η ίδια συμμετοχή και προχώρησε σε πρόταση υπαγωγής σε επενδυτικό σχέδιο, με τον τρόπο δε αυτό δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του, τις οποίες είχε αναλάβει έναντι αμοιβής, αφού η οικονομοτεχνική μελέτη που συνέταξε εμφάνιζε σοβαρές ελλείψεις ως προς την τεκμηρίωση της δυνατότητας κάλυψης της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση και εκ του λόγου αυτού δεν επήλθε το συμφωνηθέν μεταξύ τους αποτέλεσμα της έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου, με συνέπεια να υπαναχωρήσει νόμιμα από τη σύμβαση ο εναγόμενος, ο οποίος και δεν οφείλει αμοιβή.
Η κρίση δε αυτή της αρμόδιας για την υπαγωγή της επένδυσης στις διατάξεις του ν. 3299/2004 αρχής, περί μη τεκμηρίωσης στην συνταχθείσα και υποβληθείσα από τον υποκαθιστάμενο μελετητή, οικονομοτεχνική μελέτη, της δυνατότητας κάλυψης της ίδιας συμμετοχής του εναγομένου στην επένδυση, η οποία (κρίση) εκφέρεται από την ως άνω αρχή, κατά την εξέταση του υποβληθέντος επενδυτικού σχεδίου και της Οικονομοτεχνικής μελέτης, γίνεται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με βάση τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί και ακολούθως στα πλαίσια εξέτασης των κριτηρίων του άνω νόμου, αξιολογούνται τα δεδομένα του προτεινόμενου επενδυτικού σχεδίου, ήτοι αξιολογείται η οικονομοτεχνική μελέτη του αιτούντος εκτιμάται το επενδυτικό σχέδιο, με βάση τα κριτήρια του ν. 3299/2004 και αιτιολογείται ειδικά η κρίση της αρχής, η αιτιολογία δε αυτή πλήττεται με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η ουσιαστική δε αυτή κρίση των οργάνων της διοίκησης περί μη τεκμηρίωσης στην υποβληθείσα από τον υποκαθιστάμενο μηχανικό οικονομοτεχνική μελέτη για την υπαγωγή της επένδυσης στις διατάξεις του ν. 3299/2004 της ίδιας συμμετοχής του συνεταιρισμού-επενδυτή, προϋπόθεση απαραίτητη για την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, και η στα πλαίσια της κρίσης αυτής εφαρμογή ή μη των διατάξεων του άρθρου 6§3 Ν. 3399/2005, δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, καθόσον αυτά δεν μπορούν να ελέγξουν την άνω απορριπτική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αναφορικά με την ουσιαστική κρίση της ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσής της, κατά την εκδίκαση της παρούσας ιδιωτικού χαρακτήρα υπόθεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη.
Εξάλλου, το ζήτημα ποιό είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξης, είναι πραγματικό και επομένως κρίνεται ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3399/2005, το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση.
Β) Με το δεύτερο και τρίτο αναιρετικό λόγο (κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του), το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί α. της ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του υποκαθιστάμενου μηχανικού, κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος σ' αυτόν έργου της σύνταξης της οικονομοτεχνικής μελέτης και της συνεπεία αυτής (υπαιτιότητας) υπαναχώρησης του εναγομένου και β.
της μη ύπαρξης υπαιτιότητας του εναγομένου συνεταιρισμού αναφορικά με την τήρηση εκ μέρους του των όρων της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης έργου, και εντεύθεν της απόρριψης κατ' ουσίαν της αγωγής του πρώτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα αυτά και συγκεκριμένα δέχθηκε αντίστοιχα ότι: "Ήταν δε στη δική του σφαίρα ευθύνης επιρροής και δράσης ως μηχανικού-Συμβούλου για να επέλθει το συμφωνηθέν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου σε συνεργασία με τον οικονομολόγο-συνεργάτη του μελετητικού του γραφείου ...
η σύνταξη πλήρους οικονομοτεχνικής μελέτης τεκμηρίωσης της επένδυσης, η πλήρης ενημέρωση της Αναθέτουσας συνεταιριστικής οργάνωσης για όλες τις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου (προϋποθέσεις συμμετοχής, περιορισμοί κλπ), η τεκμηρίωση των κρίσιμων σημείων που βαρύνουν σημαντικά στην αξιολόγηση και επιλογή των προτάσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του αναπτυξιακού νόμου για την ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων απόρριψης της επένδυσης", χωρίς ωστόσο τα παραπάνω να προκύπτουν από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, και ότι: "Για την εκπόνηση της μελέτης αυτής, η Αναθέτουσα-συνεταιριστική οργάνωση ως φορέας του επενδυτικού σχεδίου είχε προσκομίσει στον Σύμβουλο-μηχανικό, ως όφειλε, τόσο από τη σύμβαση όσο και από τον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004, τα προβλεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση της δυνατότητας της ίδιας συμμετοχής στην επένδυση (ισολογισμούς ή λογιστικές καταστάσεις και ισοζύγια κλπ)", χωρίς όμως να μνημονεύει περί της ορθότητας των ανωτέρω στοιχείων-δικαιολογητικών.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας. Τούτο διότι, αφενός μεν δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά το αναιρεσείον παραβιάστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και να κριθεί η βασιμότητα των ως άνω λόγων της αναίρεσης και ποίοι οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν από το αναιρεσείον για τη θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, και συνεπώς είναι αόριστοι, αφετέρου, καθόσον οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ).
Οι προβαλλόμενοι λόγοι ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες το αναιρεσείον έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του υποκαθιστάμενου μηχανικού κατά την εκτέλεση της ένδικης σύμβασης έργου.
Ήτοι ο λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, του οποίου η κρίση, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
ΙV.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο-αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 15/2014).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1563/2014, 194/2005).
Σε κάθε περίπτωση, για την θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1081/2020). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο (κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της καταρτισθείσας από 2-7-2007 σύμβασης μεταξύ του εναγομένου συνεταιρισμού, ως εργοδότη, αφενός και του υποκαθισταμένου μηχανικού ως εργολάβου αφετέρου, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον τελευταίο, ήτοι ότι ουδεμία υπαιτιότητα υφίσταται στο πρόσωπο του εναγομένου συνεταιρισμού.
Ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, γιατί δεν προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον για την θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 106, 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 22 § 1 του ν. 3693/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στο διάδικο που νίκησε, μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί ορισμένο χρηματικό ποσό, αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 5 § 12 του ν. 1737/1987).
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από τη διατύπωση της τρίτης παραγράφου προκύπτει ότι μόνο στα νομικά πρόσωπα η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περί μείωσης της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου κ.λπ.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ΝΠΔΔ, όπως εν προκειμένω το αναιρεσείον, απολαύει, βάσει διάταξης νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 366/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-12-2019 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 5703/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ