478/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9714/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1997/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2018 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated478/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 478 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Κουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στη ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Τοπάλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9714/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1997/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 11-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1997/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 9714/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 20-3-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία, απέρριψε κατ' ουσίαν τις ως άνω εφέσεις. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται σαφώς, ότι για να παραχθεί αδικοπραξία κατά την έννοια της διάταξης αυτής και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται α) η επέλευση ζημίας, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και δ) να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, το κατά τα ως άνω παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Επίσης, από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει, όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για την γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Εξάλλου, απάτη κατά την έννοια του αρθρ. 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 402/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 1246/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το εφετείο, δικάζοντας την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία η οποία ασχολείται επιχειρηματικά με την λειτουργία φούρνων, ζαχαροπλαστείων και συναφών καταστημάτων στις περιοχές του Ευόσμου και του Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, αποφάσισε τη λειτουργία και τρίτου καταστήματος-αρτοζαχαροπλαστείου στην περιοχή της Ηλιούπολης Θεσσαλονίκης.
Προκειμένου να αγοράσει τον κατάλληλο εξοπλισμό για το ως άνω κατάστημα, τον Μάρτιο του 2012, ήλθε σε επαφή με τον Γ. Τ. , Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, η οποία ήταν αντιπρόσωπος πολλών οίκων του εξωτερικού που κατασκεύαζαν και πωλούσαν τα μηχανήματα και τον σχετικό εξοπλισμό, ξεκίνησαν δε διαπραγματεύσεις στις οποίες συμμετείχε ενεργά και η τρίτη των εναγομένων, μέλος του διοικητικού συμβουλίου και θυγατέρα του Γ.
Τ. , η οποία επεδείκνυε στους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας τα προς πώληση μηχανήματα που είχε στις εγκαταστάσεις της η πρώτη εξ αυτών, επισκέφθηκε κατ' επανάληψη το μίσθιο στο οποίο η ενάγουσα θα λειτουργούσε το κατάστημα προκειμένου να διαμορφώσει ιδία άποψη για την χωροταξία του, να υποδείξει τα κατάλληλα μηχανήματα προς αγορά και τον τρόπο τοποθέτησης τους και συνόδευσε τους νομίμους εκπροσώπους της τελευταίας σε πελάτες της πρώτης των εναγομένων που είχαν ήδη αγοράσει μηχανήματα και εξοπλισμό προκειμένου να τους δείξει τον τρόπο λειτουργίας τους.
Μετά από 1,5 περίπου μήνα διαπραγματεύσεων η ενάγουσα την 9-4-2012 παρήγγειλε από την πρώτη των εναγομένων, παρουσία του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων, η οποία συνέταξε και την παραγγελία, έξι μηχανήματα συνολικής αξίας 124.000 ευρώ χωρίς να συνυπολογίζεται ο ΦΠΑ και το κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων, τα οποία συμφωνήθηκε να παραδοθούν στην ενάγουσα μέχρι την 15-6-2012.
Ειδικότερα η παραγγελία αφορούσε ένα φούρνο κτιστό κατασκευής του ισπανικού οίκου ... αξίας 34.000 ευρώ και πέντε μηχανήματα κατασκευής του ιταλικού οίκου ... τα οποία αποτελούν ως ενιαίο σύνολο τη γραμμή παραγωγής για την κατασκευή διαφόρων αρτοσκευασμάτων, δηλαδή ένα ανατρεπόμενο ταχυζυμωτήριο τύπου Prisma 130 αξίας 19.200 ευρώ, ένα ζυγοκοπτικό με χοάνη 250 kg τύπου SVP1 R αξίας 23.200 ευρώ, ένα κώνο με κανάλια τύπου ASR αξίας 9.500 ευρώ, μια προστόφα τύπου CLI-256 αξίας 24.100 ευρώ και μια πολυπλαστική μηχανή τύπου F1-GR αξίας 14.100 ευρώ.
Αυθημερόν της παραγγελίας καταβλήθηκε στον Γ. Τ. , ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εξ αυτών, το ποσό των 3.000 ευρώ έναντι του ως άνω συνολικού τιμήματος και περαιτέρω συμφωνήθηκε να παραδοθούν από την ενάγουσα στον Γ. Τ. υπό την ανωτέρω ιδιότητά του προς εξασφάλιση πληρωμής του υπόλοιπου τιμήματος, εννέα (9) μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 121.000 ευρώ με τον ειδικότερο όρο η πρώτη εκ των επιταγών με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 3-5-2012 και ποσού 15.000 ευρώ καθώς και η δεύτερη με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-5-2012 και ποσού 17.000 ευρώ να επιστραφούν στην ενάγουσα και να κατατεθεί η αξία τους σε μετρητά.
Κατόπιν δε νεότερης συμφωνίας από τις εννέα συνολικά επιταγές παραδόθηκαν στην πρώτη των εναγομένων μόνον οι δύο προαναφερόμενες. Ειδικότερα, επρόκειτο για δύο επιταγές της ALPHA BANK, η πρώτη με αριθμό ... και η δεύτερη με αριθμό ... , τις οποίες εξέδωσε σε διαταγή της πρώτης των εναγομένων και για λογαριασμό της ενάγουσας ο Α.
Ν., θείος των ομορρύθμων μελών της τελευταίας και τις οποίες οπισθογράφησε η πρώτη των εναγομένων ως αξία λόγω ενεχύρου στο με αριθμό ... κατάστημα που διατηρεί η Τράπεζα Πειραιώς στην περιοχή Χαριλάου Θεσσαλονίκης προεισπράττοντας το ποσό τους, ακολούθως δε κατά τους αναγραφόμενους χρόνους έκδοσής τους η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 32.000 ευρώ στο δεύτερο των εναγομένων, ο οποίος με την σειρά του κατέθεσε το ποσό στην Τράπεζα Πειραιώς και του επεστράφησαν από την τελευταία τα σώματα των εν λόγω επιταγών, τα οποία και παρέδωσε στην ενάγουσα.
Πέραν των ανωτέρω και προκειμένου να παρασχεθούν από τους εναγόμενους στην ενάγουσα τεχνικές συμβουλές και εκπαίδευση στη λειτουργία των πωλούμενων μηχανημάτων συμφωνήθηκε με έξοδα της πρώτης των εναγομένων να μεταβούν στη …… της Ισπανίας ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και ο θείος του Α. Ν., συνοδευόμενοι από την τρίτη των εναγομένων, η οποία, λόγω γνώσης της ισπανικής γλώσσας, θα εκτελούσε και χρέη μεταφράστριας, προκειμένου να επισκεφτούν τον Ισπανό κατασκευαστή του φούρνου ...
και να τους επιδειχθεί ο τρόπος λειτουργίας του. Το εν λόγω ταξίδι πραγματοποιήθηκε τελικά περί τα μέσα Μαϊου του 2012 και κατά την επίδειξη του φούρνου στις εγκαταστάσεις της κατασκευάστριας εταιρίας, η τρίτη των εναγομένων, ενώ μετέφραζε από τα ισπανικά στα ελληνικά, τους διεμήνυσε ότι ο εν λόγω φούρνος εντός ολίγων ημερών επρόκειτο να φορτωθεί και παραδοθεί στη Θεσσαλονίκη.
Την 1-6-2012 η ενάγουσα κατέβαλε στον με αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η εναγομένη στην τράπεζα Millenium Bank το ποσό των 30.000 ευρώ έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς των ως άνω μηχανημάτων αναμένοντας την παράδοσή τους μέχρι την 15-6-2012, όπως είχε συμφωνηθεί. Τα παραγγελθέντα μηχανήματα όμως δεν παραδόθηκαν ούτε κατά την ανωτέρω δήλη ημέρα παράδοσής τους ούτε και μεταγενέστερα, διότι παρότι η πρώτη εναγόμενη εισέπραξε μέχρι την 1-6-2012 το συνολικό ποσό των 65.000 ευρώ δεν παρήγγειλε ποτέ τα μηχανήματα από τις ως άνω κατασκευάστριες εταιρίες του εξωτερικού, ενώ περαιτέρω, ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών, συνεπικουρούμενος και από την τρίτη παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε το ως άνω συνολικό ποσό.
Παρά το γεγονός όμως ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε παρήγγειλαν τα μηχανήματα απέκρυπταν την αλήθεια από τους νόμιμους εκπροσώπους της ενάγουσας με συνέπεια οι τελευταίοι, πειθόμενοι στις απατηλές διαβεβαιώσεις τους, πέραν της προκαταβολής του ποσού των 3.000 ευρώ να καταβάλουν στην πρώτη εναγόμενη κατά τον ανωτέρω τρόπο το ποσό των 32.000 ευρώ για να καλύψουν την αξία των προαναφερομένων επιταγών, ενώ αν γνώριζαν την αλήθεια θα προέτρεπαν τον εκδότη αυτών και θείο τους να τις ανακαλέσει.
Περαιτέρω, προκειμένου οι εναγόμενοι να ενισχύσουν την πλάνη των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας σχετικά με την απρόσκοπτη εξέλιξη της παραγγελίας τους, μετέβη η τρίτη εξ αυτών μαζί τους στην …. της Ισπανίας ώστε να τους επιδειχθεί ο φούρνος και να τους παρασχεθούν τεχνικές συμβουλές για την λειτουργία του, ενώ κατά τη μετάφραση που έκανε η ανωτέρω από τα ισπανικά στα ελληνικά τους διαμήνυσε ότι εντός ολίγων ημερών ο φούρνος επρόκειτο να φορτωθεί και να παραδοθεί στη Θεσσαλονίκη δημιουργώντας τους την πεπλανημένη εντύπωση ότι η παραγγελία επρόκειτο να ολοκληρωθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
Η τελευταία προέβη στις άνω ενέργειες παρότι λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εξ αυτών και ως θυγατέρας του δευτέρου καθώς και λόγω της προαναφερόμενης πολύπλευρης συμμετοχής στις διαπραγματεύσεις γνώριζε με βεβαιότητα ότι ουδέποτε είχαν παραγγελθεί τα μηχανήματα από την πρώτη εξ αυτών.
Με τον τρόπο αυτό ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων έπεισαν τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας να καταβάλουν επιπλέον στον πρώτο των εναγομένων την 1-6-2012 το ποσό των 30.000 ευρώ. Περαιτέρω και μετά την παρέλευση της καταληκτικής ημερομηνίας για την παράδοση των μηχανημάτων ήτοι μετά την 15-6-2015 ο δεύτερος εξ αυτών με σκοπό να ιδιοποιηθεί τα χρήματα που είχε καταβάλει η ενάγουσα για την υλοποίηση της παραγγελίας συνέχιζε να αποκρύπτει την αλήθεια από τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας διαβεβαιώνοντάς τους ψευδώς ότι η καθυστέρηση της παράδοσης των μηχανημάτων οφείλονταν σε προβλήματα που προέκυψαν κατά τον εκτελωνισμό τους και στην απαίτηση των αλλοδαπών οίκων για χορήγηση εγγυητικής επιστολής ενώ περί τα μέσα Ιουλίου 2012 προκειμένου να τους πείσει ότι είχε εκτελέσει μερικώς την παραγγελία τους και κατά τον τρόπο αυτό να τους διαβεβαιώσει ψευδώς για μια ακόμη φορά για επικείμενη πραγματοποίησή της παρά την όποια καθυστέρηση είχε σημειωθεί τους παρέδωσε ένα από τα μηχανήματα που είχαν παραγγείλει, την προστόφα, η οποία όμως, πέραν του ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει αυτοτελώς, διότι όπως προαναφέρθηκε αποτελούσε ενιαίο σύνολο με τα υπόλοιπα τέσσερα μηχανήματα του οίκου ... , δεν ήταν το καινούργιο μηχάνημα που είχε παραγγείλει η ενάγουσα αλλά ένα από αυτά που διέθετε στις αποθήκες της η πρώτη των εναγομένων.
Περαιτέρω και επειδή για το ποσό των 32.000 ευρώ που καταβλήθηκε από την ενάγουσα για την κάλυψη των ανωτέρω επιταγών έναντι του συνολικού οφειλόμενου τιμήματος των 124.000 ευρώ, δεν αρκούσε προς απόδειξη καταβολής του η κατοχή των σωμάτων των επιταγών, καθώς αυτές είχαν εκδοθεί για λογαριασμό της από τον Α.
Ν. και όχι από την ίδια και προκειμένου να αποδεικνύεται αναμφιβόλως και η εν λόγω καταβολή την 20-7-2012, η ενάγουσα κατέθεσε στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε η εναγομένη στην Τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 37.750 ευρώ το οποίο η τελευταία επέστρεψε αυθημερόν με επανακατάθεση στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε το ομόρρυθμο μέλος της Β.
Ν. . Εκ των ως άνω αποδεικνύεται αναληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ως άνω επανακατάθεση έγινε από το δεύτερο εξ αυτών προκειμένου να επιστρέψει μερικώς τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά που παρανόμως ιδιοποιήθηκε και να περιορίσει κατά το αντίστοιχο μέρος τη ζημία που προκάλεσε στην ενάγουσα.
Επιπλέον όμως δεν αποδεικνύεται ότι το πέραν του ποσού των 32.000 ευρώ ποσό των 5.750 ευρώ είχε καταβληθεί σε προγενέστερο χρονικό σημείο χωρίς απόδειξη και ότι η ως άνω κατάθεση και επανακατάθεση του ποσού των 37.750 ευρώ έγινε προς επιβεβαίωση και απόδειξη καταβολής και του εν λόγω ποσού. Συνεπεία των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το συνολικό ποσό που εισέπραξε και παράνομα ιδιοποιήθηκε με την προαναφερόμενη συνδρομή της τρίτης των εναγομένων ο δεύτερος εξ αυτών υπό την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης και το οποίο αποτελεί τη θετική ζημία που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, ανέρχεται σε 65.000 ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα ως αποζημίωσή της.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη κατέληξε στην ίδια κρίση σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφήρμοσε και οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 ΑΚ 147, 149 ΑΚ και 386 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους επί της ένδικης αγωγής και καθ' όσον αφορά στην αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενόψει του ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του η όλη ως άνω εκτιθέμενη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, με την ως άνω ιδιότητά της ως μέλους του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (πωλήτριας), συνιστούσε την άδικη πράξη της απάτης.
Τούτο δε διότι κατά τις ως άνω παραδοχές του η αναιρεσείουσα από δόλο προκάλεσε και ενίσχυσε στους νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης την εσφαλμένη αντίληψη γεγονότων και συγκεκριμένα ότι είχε λάβει χώρα η παραγγελία των ένδικων μηχανημάτων στους οίκους του εξωτερικού, εξαιτίας δε αυτής η τελευταία προέβη στην τμηματική καταβολή του ποσού των 65.000 ευρώ ως προκαταβολή του τιμήματος, από την οποία υπέστη ισόποση ζημία και επιπλέον τα ως άνω απατηλά μέσα που χρησιμοποίησε αυτή (αναιρεσείουσα) υπήρξαν αποφασιστικά για την ως άνω γενόμενη καταβολή και την αντίστοιχη ζημία της αναιρεσίβλητης.
Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 287 και 919 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενόψει του ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται αποκλειστικά στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εφαρμογής του άρθρου 287 ΑΚ, ενώ μετά την επαρκή θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, για την οποία δεν περιλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά που να τη θεμελιώνουν.
Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται άλλη επιπλέον παραδοχή, το πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοσθέντων στην προκειμένη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της κατά τα ως άνω απαραίτητης προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ένδικης αδικοπρακτικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης, δηλαδή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του αναφερόμενου αποτελέσματος (ζημίας), εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι η αναιρεσείουσα απέκρυπτε την αλήθεια από τους νόμιμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης με συνέπεια οι τελευταίοι πειθόμενοι στις απατηλές διαβεβαιώσεις της να καταβάλουν τα ως άνω ποσά.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι συναφείς τρεις πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου από αδικοπραξία, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 65/2019, ΑΠ 298/2019).
Περαιτέρω, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσεβλήθη η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικότερα το εμπορικό τους μέλλον.
Το αν συνέβη αυτό, πρέπει να το αποδείξει η ενάγουσα εταιρεία, γιατί η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 1027/2015, ΑΠ 1572/2014, ΑΠ 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της μη περιουσιακής ζημίας (ηθικής βλάβη), δέχθηκε τα εξής: "...περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συνεπεία της παράνομης ιδιοποίησης του ως άνω χρηματικού ποσού και της συνακόλουθης μη παράδοσης των μηχανημάτων που παρήγγειλε η ενάγουσα η τελευταία δεν μπόρεσε να λειτουργήσει το κατάστημα από 1-7-2012 όπως είχε σκοπό αλλά τον Οκτώβριο 2013 με συνέπεια το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε να μείνει ημιτελές, να απωλέσει τα έσοδα που θα αποκόμιζε από την λειτουργία του, να θεωρούν οι πελάτες και προμηθευτές της ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας και συνακόλουθα να υποστεί πλήγμα η εμπορική φήμη που είχε στην αγορά και να της προκληθεί ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση, λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής, της έκτασης της ηθικής βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων το ποσό των 5.000 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε το ίδιο ως άνω ποσό σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφήρμοσε και οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία υπέστη από την αναφερόμενη αδικοπραξία της αναιρεσείουσας συγκεκριμένη ηθική βλάβη που έχει υλική υπόσταση, συνιστάμενη στην προσβολή της εμπορικής φήμης που είχε στην αγορά, ενόψει και της δημιουργίας εντύπωσης στους πελάτες αυτής (αναιρεσίβλητης) ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας.
Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, στην οποία περιλαμβάνονται και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς να χρειάζεται άλλη επιπλέον παραδοχή, το πραγματικό των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, τους οποίους το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2018 αίτηση της Α. Τ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1997/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ