478/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated478/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Συμφώνως προς το αρθρ. 553 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" (§1). Τέτοιες δε αποφάσεις είναι (και) οι κατά το εδ. β του εν λόγω άρθρου οριστικές αποφάσεις, που περατώνουν όλη την δίκη για την αγωγή.
Full text
Απόφαση 478 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Λάλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Των κληρονόμων του αρχικού ανακόπτοντος Σ. Γ. Β., ήτοι: α) Μ. Σ. Β., παρισταμένης τόσο ατομικά όσο και ως κληρονόμου της Σ., χήρας Σ. Β., κατοίκου ..., β) Ε. Χ. του Θ., χήρας Δ. Β. του Σ., παρισταμένης τόσο ατομικά όσο και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Σ. Β. του Δ., κατοίκων ..., 2) Χ. Δ. Β., κατοίκου ..., ως κυρίου διαδίκου (ενάγοντα) στην δεύτερη δίκη και προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του αρχικού διαδίκου Σ. Γ. Β. (ανακόπτοντα και συνακόλουθα των κληρονόμων του) στην πρώτη δίκη, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Νικόλαο Κανελλόπουλο και Αλέξανδρο Στρίμπερη,) 3) Των καθών η ανακοπή του αρχικού διαδίκου Σ. Γ. Β. με την ιδιότητα των καθών η αναγκαστική εκτέλεση διαδίκων και ειδικότερα:
α) Των κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Κ. Σ. Μ. και Π. συζύγου Κ. Μ., ήτοι:
i) των κληρονόμων της Μ. συζύγου Π. Π., κατοίκου ...:
αα) Κ. Π. Π., κατοίκου ...,
ββ) Θ. Π. Π., κατοίκου ..., ..., ii) Β. συζύγου Κ. Α., κατοίκου ..., ... ..., β) Σ. Δ. Μ., κατοίκου ... ....
γ) Των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Δ. Κ. Μ.. ήτοι:
ί) Α. χήρας Δ. Μ., κατοίκου ... ....
ii) Κ. Δ. Μ., κατοίκου ... ..., iii) Κ. Δ. Μ., κατοίκου ... ..., iv) Π. Δ. Μ., συζύγου Ε. Τ., κατοίκου ..., οδός ..., δ) του Γ. Β. Β., κατοίκου ... ..., ε) των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Ν. Β., ήτοι:
ί) του Ν. Β. Β., κατοίκου ... ..., ii) του Κ. Β. Β., κατοίκου ... ..., iii) του Γ. Β. Β., κατοίκου ... ..., ϊν) της Λ. Β. Β., κατοίκου ... ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο 4) Των παρεμβάντων στη δεύτερη δίκη, ήτοι:
α) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., β) Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., οδός ... γ) Ε. Γ. Ξ., κατοίκου ..., οδός ... και δ) Δ. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ορφανίδη ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΔΙΚΟΥΣ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΚΕΣ 1) το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά ΠαπαΔ..
2) Τον Υπουργό Οικονομικών, προσθέτως παρεμβάντα υπέρ του ..., που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
3)Α. Β. Γ., σύζυγο Ε. Τ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 31-12-1977 ανακοπή του Σ. Β., την από 7-9-2000 κλήση προς συζήτηση της ως άνω ανακοπής που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν με τις από 3-4-2001 κύρια παρέμβαση του Ι. Γ.Α. κλπ και την από 6-2-1979 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, β) την από 3-2-1985 αγωγή του Χ. Β. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν αντίστοιχα α) οι αποφάσεις: 108/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 913/2003 του Εφετείου Πατρών. Ακολούθως με την από 1-10-2003 κλήση επανήλθε προς μετ' απόδειξη συζήτηση η από 31-12-1977 ανακοπή, εκδόθηκε η 39/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, β) εκδόθηκε η 21/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και η 15/2003 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, 73/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-1-2018 αίτησή του και τους από 20-9-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι παρόντες διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των παρόντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος υπέβαλε το αίτημα διατήρησης αναστολής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Συμφώνως προς το αρθρ. 553 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" (§1). Τέτοιες δε αποφάσεις είναι (και) οι κατά το εδ. β του εν λόγω άρθρου οριστικές αποφάσεις, που περατώνουν όλη την δίκη για την αγωγή.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι Β. Α. Ν. Β., Λ. Β., Π. Μ. (συζ. Ε. Τ.), Κ. Μ. Κ. Μ., Α. χα Δ. Μ. και Σ. Μ., είχαν δικασθεί ερήμην, (υπεισελθόντες στην θέση των αρχικών διαδίκων Κ. Σ. Μ., Π. συζ. Κ. Μ., Δ. Κ. Μ. και Β. Ν. Β.), στην δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, 73/2017, οριστική απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Επίσης, οι αναιρεσίβλητοι Κ. Π., Θ. Π., οι οποίοι είναι οι κληρονόμοι της Μ. Π., Γ. Β. Β. και οι κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου Β. Ν. Β., Γ. Β. Β. Ν., Β. Β., Λ. Β. Β. και Κ. Β. Β., ωσαύτως είχαν ερημοδικασθεί στην ανωτέρω έκκλητη δίκη. Στους προαναφερθέντες κληρονόμους που υπεισήλθαν κατά το στάδιο της δίκης στο Εφετείο στην θέση των αρχικών διαδίκων, ως και στους κληρονόμους των προαναφερθέντων κληρονόμων, (στους οποίους ερημοδικούντες και εν προκειμένω, έχει επιδοθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως), δεν γίνεται επίκληση και ούτε εν πάση περιπτώσει προκύπτει από το διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, ότι έχει επιδοθεί η ερήμην εκδοθείσα και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο διατακτικό της οποίας ορίζεται το παράβολο ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας για έκαστο των πιο πάνω ερημοδικασθέντων διαδίκων.
Γι' αυτό, αφού δεν προκύπτει η τελεσιδικία ως προς αυτούς της προσβαλλομένης αποφάσεως, (μη προκύπτουσας της υπ' αυτών ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας ή της παρελεύσεως άπρακτης της σχετικής προθεσμίας του άρθρου 503§1 ΚΠολΔ) η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 92/2017). Περαιτέρω, απαράδεκτο και απορριπτέο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (όπως προειπώθηκε για την αίτηση αναιρέσεως), είναι ως προς τους προρρηθέντες αναιρεσιβλήτους και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, (δηλαδή και εν προκειμένω δεν προκύπτει, κατά τα ως άνω η τελεσιδικία της προσβαλλομένης).
Έτι, περαιτέρω, καθόσον αφορά στα υπό κρίσιν ανωτέρω δικόγραφα (της από 2.1.2018 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 20-9-2018 δικογράφου των προσθέτων επ' αυτής λόγων), στρεφόμενα κατά των λοιπών διαδίκων, κι αφού έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει, συνεκδικαζόμενα (επειδή είναι μεταξύ τους συναφή και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη, επέρχεται δε μείωση των εξόδων), να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 246, 573, 577 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά τo άρθρο 936 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμα του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και ιδίως δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.
Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 936 ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του καθού η εκτέλεση, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 2154/2014). Με τη διάταξη αυτή παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα (ανακοπή) στον τρίτο, δηλαδή σε πρόσωπο έξω από τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς προστασία δικαιώματος του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, που είναι επικρατέστερο εν όλω ή εν μέρει έναντι του επικαλουμένου δικαιώματος του καθού η εκτέλεση.
Η ανακοπή δε τρίτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (έμμεσης εκτέλεσης), αλλά και σε οποιοδήποτε είδος αναγκαστικής εκτέλεσης και, επομένως, και επί άμεσης εκτέλεσης (ΑΠ 639/2014). Η άσκηση της ανακοπής αυτής δεν υπόκειται ευθέως από το νόμο σε χρονική οριοθέτηση, όμως είναι δυνατόν να ασκηθεί κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση έως και την κύρια διαδικασία, ιδίως μάλιστα με αφορμή τις περιπτώσεις της άμεσης εκτέλεσης, όπου η κύρια διαδικασία εντοπίζεται σε μια πράξη (ΑΠ 639/2014).
Στην περίπτωση αυτή, της άμεσης εκτέλεσης, όπως είναι και εκείνη της απόδοσης ακινήτου (άρθρα 943 παρ. 1 ΚΠολΔ), μετά την εγκατάσταση του υπέρ ου η εκτέλεση ο τρίτος προστατεύεται μόνο με τις αγωγές του κοινού δικαίου για την προστασία της ιδιοκτησίας του, όπως είναι η διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, κατά τα άρθρα 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ (ΑΠ 2154/2014, ΑΠ 1705/2009), και όχι κατά το άρθρο 1020 ΚΠολΔ, το οποίο δεν έχει εφαρμογή στην άμεση εκτέλεση.
Περαιτέρω, παραδεκτά σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοπή τρίτου η διεκδικητική ή η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας κινητού ή ακινήτου που έχει εκπλειστηριαστεί, ή επισπεύθηκε κατ' αυτού άμεση εκτέλεση, οπότε μαζί με την ανακοπή εξετάζεται και η αγωγή (ΑΠ 1705/2009, ΑΠ 927/2002,ΑΠ 434/1995).
Κατά τη γνώμη όμως της από τα μέλη του Δικαστηρίου Π. Κ., όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, αν ασκηθεί διεκδικητική ανακοπή τρίτου, που αφορά ακίνητο, μετά όμως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή ή μετά την συντέλεση της άμεσης εκτέλεσης με την αποβολή των καθών η ανακοπή και η εκτέλεση-εναγομένων και την εγκατάσταση ταυ καθού η ανακοπή επισπεύδοντος - ενάγοντος σε αυτό, η οποία έτσι είναι απαράδεκτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στο ίδιο δικόγραφο σωρεύεται διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου και να ερευνηθεί ως τέτοια, ούτε 'ότι το δικόγραφο της διεκδικητικής ανακοπής μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διεκδικητική αγωγή και αν ακόμη περιέχει τα στοιχεία αυτής, όταν μάλιστα αφορά άμεση εκτέλεση όπου δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1020 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικώς στις δικονομικές ακυρότητες , ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κορώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων(ΑΠ 1709/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση
αρχικός ανακόπτων-ενάγων Σ. Β. του Γ. με την από 31-12-1977 διεκδικητική ανακοπή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας την οποία χαρακτηρίζει ως ανακοπή, εξέθετε τα πιο κάτω πραγματικά περιστατικά: Με αγορά από τον αληθή κύριο Χ. Θ. Α., που πραγματοποιήθηκε με το ...79/11-9-1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. χ απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του περιγραφόμενου κατά θέση. ν έκταση και όρια ακινήτου (λειβαδίου). εκτάσεως 200 στρεμμάτων. Το ίδιο ακίνητο απέκτησε και κατά πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, διότι ο ίδιος από το χρόνο κατάρτισης του άνω συμβολαίου έως το 1977 και ο δικαιοπάροχος του από το έτος 1949 έως το έτος 1960, ασκούσαν τις περιγραφόμενες στην ανακοπή πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 και 20 ετών αντιστοίχως.
Ωστόσο, οι καθών η άνω ανακοπή, ήτοι το εδρεύον στο ….. "..." και ο Β. Γ. του Σ., δηλαδή οι επισπεύδοντες την εκτέλεση της 21/1976 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε επί της από 21-4-1973 αγωγής αυτών κατά των αναφερομένων σ' αυτήν εναγομένων και καθών η εκτέλεση, με την 647/1977 έκθεση "βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου", που συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Β., προέβησαν παρανόμως και κακοπίστως στην αποβολή τόσο του ίδιου (ανακόπτοντος) όσο και των άνω εναγομένων και καθών η εκτέλεση προσώπων από το ανωτέρω ακίνητο της ιδιοκτησίας του και στην κατάληψη αυτού, εφόσον δυνάμει της άνω πράξεως αναγκαστικής εκτέλεσης εγκαταστάθηκαν σ' αυτό και μάλιστα το πρώτο ενάγον κατ επισπεύδον την εκτέλεση "..." σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτού (ακινήτου) και ο Β.
Σ. Γ. στο υπόλοιπο από 3/4 εξ αδιαιρέτου και εξακολουθούν να κατέχουν μέχρι την άσκηση της ανακοπής ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο ο ανακόπτων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, να αναγνωρισθεί ως άκυρη η αναγκαστική εκτέλεση που ενεργήθηκε επ' αυτού δυνάμει της άνω έκθεσης "βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου" και να υποχρεωθούν οι καθών η .ανακοπή να του αποδώσουν το ανωτέρω ακίνητο με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε τελικά η 39/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δέχθηκε τη διεκδικητική ανακοπή κατά τα παραπάνω κύρια αιτήματα, και ακολούθως, μετά την έκδοση άλλων παρεμπιπτουσών αποφάσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 73/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία, κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή κατά το περί ακύρωσης της έκθεσης βίαιης αποβολής αίτημα της, δεχόμενο ότι η ανακοπή αυτή και κατά το παραπάνω αίτημά της εκ του άρθρου 936 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι από τους περιεχόμενους στο δικόγραφο αυτής ισχυρισμούς του ανακόπτοντος προέκυπτε ότι έχει συντελεσθεί η αναγκαστική εκτέλεση με την αποβολή των καθών η ανακοπή και η εκτέλεση - εναγομένων και την εγκατάσταση των επισπευδόντων την εκτέλεση εναγόντων στο διεκδικούμενο ακίνητο.
Περαιτέρω, δεχόμενο ότι στην ανακοπή αυτή επιτρεπτά σωρεύεται αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητας του ανακόπτοντος-ενάγοντος στο διεκδικούμενο ακίνητο και απόδοσής του, που περιέχει τα στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής εκ του άρθρου 1094 ΑΚ, καθόλα ορισμένης και νόμιμης, έκανε δεκτή στη συνέχεια αυτήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, και αναγνώρισε τον παραπάνω αρχικό ανακόπτοντα-ενάγοντα κύριο του διεκδικούμενου ακινήτου των 200 στρεμμάτων και διέταξε την απόδοση του στους ήδη κληρονόμους του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη διεκδικητική αγωγή ακίνητος rj, οποία, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, επιτρεπτά σωρεύεται στην πιο πάνω ανακοπή, έχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία αυτής και ερευνάται αυτοτελώς μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης της ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου στο σύνολο της, της ένδικης ανακοπής-αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται ως αβάσιμος, κατά πλειοψηφία.
IV. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14, ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψιν αναγκαία για την θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το αρ. 14 του ιδίου άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή σε αυτήν έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 216§1 στοιχ. α, β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγο αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα περί διεκδικητικής κυριότητος ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα οριζόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβή περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσεως του (εντός του μεγαλύτερου ακινήτου) και των ορίων του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται.
V. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚππολΔ λόγος αναιρέσως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση, του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπεια ή την άρνησή της.
Συμφώνως δε προς τον αρ. 2 του ιδίου άρθρου θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο δεν είχε την νόμιμη σύνθεση. Ακόμη, στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως, κατά τον αρ. 8 του άνω αρθρ., αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια αυτή είναι οι ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, (περιεχόμενα στο εισαγωγικό δικόγραφο ή τις προτάσεις) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά τον αριθμό 9 του ανωτέρω άρθρου, αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση με την έννοια του άρθρου αυτού λογίζεται όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους προς το δικαστήριο κατά την διαδρομή του δικαστικού αγώνα, αλλά μόνον εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, ενώ ο όρος "επιδίκασε", σημαίνει ότι το δικαστήριο απεφάσισε σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Έτι, περαιτέρω, κατά μεν τον αρ. 11α, του άνω άρθρ. επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ κατά το εδ. γ του άρθρου αυτού θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Προσέτι, κατά τον αρ. 14 του εν λόγω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ωσαύτως, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
VI. Η επιτρεπτώς επισκοπούμενη 73/2017, προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (επακριβώς κατά το περιεχόμενο των παραδοχών της), είναι η ακόλουθη:
"Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεως των μαρτύρων απόδειξης Τ. Π. του Κ. και Α. Τ. και ανταπόδειξης Ι. Α., οι οποίες περιέχονται στην 127/1980 έκθεση του εισηγητή-δικαστή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που διορίσθηκε με την 95/1979 προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου . Μεσολογγίου και των νομίμων διορισθέντων σε αντικατάσταση αυτού, της από 29/2/2000 και με αριθμό κατάθεσης 9/2-3-2000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά τοπογραφικού
διαγράμματος (τοπογραφικής αποτύπωσης περιοχής επιδίκων από 29-2-2000) του πολιτικού υπομηχανικού της ΤΥΔΚ ... Θ. Ζ., που διορίσθηκε με την 3/1984 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την από 5-9-2012 και με αριθμό κατάθεσης 3/6-9-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά τοπογραφικού διαγράμματος των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Η.
Κ. και Ν. Π., που διορίσθηκαν με την 27/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για τα ζητήματα που έθεσε η 368/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν είτε ως , ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, άρθρα 339, 432-465 ΚΠολΔ), είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δηλαδή για την ενίσχυση των απόψεων του δικαστηρίου, εφόσον επιτράπηκε η απόδειξη και με μάρτυρες (άρθρο 395 ΚΠολΔ), στα οποία (δικαστικά τεκμήρια) περιλαμβάνονται οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 616/2015, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 1471/2014, ΑΠ 1025/2014 Νόμος ) και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και τα επ' αυτών τοπογραφικά διαγράμματα (άρθρο 392 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 624/2013, ΕΦ ΠΕΙΡ 34/2015, ΑΠ 621/2000 Νόμος),όπως η από μηνός Φεβρουαρίου 2009 τεχνική έκθεση - γνωμοδότηση του Χ.
Ι., Επίκουρου Καθηγητή ΕΜΠ, από μηνός Ιανουαρίου 2013 συμπληρωματικό σημείωμα του ιδίου Χ. Ι., από μηνός Σεπτεμβρίου 2012 τεχνική έκθεση Γ. Π., Αγρονόμου- Τοπογράφου και από 10-5-2013 έκθεση αξιολόγησης της πραγματογνωμοσύνης των Η. Κ. και Ν. Π. Ε. Λ., Τοπογράφου Μηχανικού και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει υττόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4ΚΠολΔ), αποδεικνύονται ,κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του ...79/11-9-1960 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου … στον τόμο ….2 και αριθμό ….99, ο Σ. Β.ς του Γ., αγόρασε από τον αληθή κύριο Χ. Θ. Α., το αναφερόμενο στο συμβόλαιο αυτό αγροτικό ακίνητο, ήτοι ένα λιβάδι μαζί με όλα τα συστατικά του," το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., εκτάσεως 200 περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με βράχο και γούβα, δυτικά με λιβάδι πρώην Β.
Β. και ήδη προικώο Σ. Γ., με όμοιο κληρονόμων Σ. και με όμοιο Χ. Β. και εκείθεν με ρεύμα, βόρεια με βράχο ... και νότια με κτήματα κληρονόμων Ρ.. Το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε αδιατίμητη προίκα που παρεχώρησε στον ανωτέρω'πωλητή ο πατέρας της συζύγου του Γ. ή Φ.ς, δηλαδή ο δικηγόρος Μεσολογγίου Χ.ς Β. του Δ. με το ...5/8-6-1949 προικοσυμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μεσολογγίου στον τόμο 75 και αριθμό 6801, η πώληση δε αυτού (ακινήτου) στο Σ.
Β. επιτράπηκε με την 415/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Τόσο ο Σ. Β.ς του Γ. από το έτος 1960 έως το έτος 1977, όσο και ο δικαιοπάροχος αυτού, δηλαδή ο Χ. Α. από το έτος 1949 έως την κατάρτιση του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου με την ιδιότητα του επικαρπωτή και η σύζυγος αυτού Γ. ή Φ. με την ιδιότητα της ψιλής κυρίας, ασκούσαν συνεχώς και αδιατάρακτα στο ανωτέρω ακίνητο όλες τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις κυριότητας νομής και κατοχής με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου.
Δηλαδή, προέβαιναν σε πράξεις αυτού κατά τον προορισμό του, ήτοι έβοσκαν τα ποίμνιά τους, εκμίσθωναν ή παραχωρούσαν τη χρήση του σε τρίτους, εισέπρατταν μισθώματα, ενεργούσαν διάφορες καλλιέργειες, λάμβαναν μέτρα προστασίας και φύλαξης αυτού και απαγόρευσης από κάθε προσβολή των δικαιωμάτων τους κ.ά.
Τις ίδιες πράξεις κυριότητας, νομής και κατοχής ενεργούσε με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριος και ο προαναφερόμενος προικοδότης τουλάχιστον από το έτος 1910 έως την κατάρτιση του ανωτέρω προικοσυμβολαίου κατά το έτος 1949. Πα τις ανωτέρω ενέργειες του Σ. Β. και των δικαιοπαρόχων του αναφέρουν με λεπτομερή πραγματικά χαρακτηριστικά περιστατικά, σαφήνεια- και άμεση γνώση στις καταθέσεις τους που περιέχονται στην ανωτέρω εισηγητική έκθεση οι μάρτυρες απόδειξης Τ.
Π. και Α. Τ., τις οποίες (καταθέσεις) το παρόν δικαστήριο θεωρεί ως αξιόπιστες και ως πλησιέστερες στην αλήθεια και την πραγματική κατάσταση που επικράτησε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα στην επίδικη έκταση. Ειδικότερα ο Τ. Π., που γεννήθηκε κατά το έτος 1927 και είναι μόνιμος κάτοικος ..., αναφέρει ότι: "...Ο ειρημένος Χ.
Α. ήτο υπάλληλος της Αγροτικής Τραπέζης και δεν υπηρετούσε εδώ στο …. αλλά σ' άλλα μέρη. Το επίδικο από τότε που το πήρε προίκα μέχρι τότε που το πούλησε στον Σ. Β. το είχε νοικιασμένο στον Σ. Β. ο οποίος το βοσκούσε και το εξεμεταλεύετο όλον αυτόν τον χρόνο σαν ενοικιαστής. Από τότε δε που το αγόρασε ο ανακόπτων έπαυσε να το εκμεταλεύεται ως μισθωτής και το ενέμετο πλέον ως ιδιοκτήτης.
Πριν το δώσει προίκα στον Α. ο Χ.ς Δ.•Β. αυτό το κτήμα το εξεμεταλεύετο και το ενέμετο επί πάρα πολλά χρόνια ο ίδιος. Εγώ τουλάχιστον αυτόν τον δικηγόρο Χ. Δ. Β. θυμάμαι να εκμεταλεύεται το επίδικο από τότε που κατάλαβα τον εαυτόν μου αλλά και πριν ο ίδιος το εξεμεταλεύετο όπως προκύπτει και από συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο ειρημένος Χ.ς Β.
του έχει νοικιάσει αυτό το κτήμα στον πατέρα μου... Το κτήμα αυτό των 200 στρεμμάτων το είχε νοικιάσει ο πατέρας μου Κ. Π. από τον δικηγόρο Χ. Β. με συμβόλαιο που είχε συνταγή αν θυμάμαι καλά το 1911..." (4 και 7 σελίδες της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης), ενώ ο Α. Τ., που είναι επίσης κάτοικος ... και γεννήθηκε κατά το έτος 1935, αναφέρει ότι: "...Το επίδικο αυτό ανήκει εις τον ανακόπτοντα από το έτος 1961 όταν το αγόρασε από τον Χ.
Α....Όπως ξέρω ο Χ. Α. το είχε πάρε με προίκα, από τον τότε δικηγόρο Μεσολογγίου Χ. Δημ. Β. ...Το επίδικο από τότε που το πήρε προίκα ο Α.ς και μέχρι που το πούλησε ο Σ. Β.ς το είχε νοικιασμένο στον ίδιο τον ανακόπτοντα ο οποίος το βοσκούσε και το και το εκμεταλεύετο σαν νοικιαστής, δηλ. μέσα στο επίδικο βοσκούσε τα γιδοπρόβατά του καλλιεργούσε βρώμη για ζωοτροφές και μερικές φορές έφραζε μερικά κομάτια μέσα στο επίδικο και έσπερνε σιτάρΐ;
Πριν από τον Α. ο πεθερός του Β., ο οποίος είχε και άλλα στρέμματα εκτός από το επίδικο στην ίδια τοποθεσία και εκμεταλευότανε ο ίδιος είτε δια καλλιεργείας είτε δια μισθώσεως, έχω δε ακούσει ότι πολύ παλαιότερα το είχε νοικιάσει για λιβάδι σε κάποιον Πολονύφη. Επίσης ξέρω ότι ο ανακόπτων σαν ενοικιαστής του Α.υ• το υπενοικίαζε κατά διαστήματα .
σαν λιβάδι σε έναν Χ. και σε έναν Δ., των οποίων τα μικρά ονόματα δεν θυμάμαι..." (24 και 25 σελίδες της ανωτέρω εισηγητικής- έκθεσης). Αντίθετα, ο μοναδικός μάρτυρας ανταπόδειξης Ι. Α. του Χ., που γεννήθηκε κατά το έτος 1907, κάτοικος ..., πατέρας του Γ. Α., ο οποίος διεκδικούσε τμήμα έκτασης 130 περίπου στρεμμάτων ευρισκόμενο εντός του επιδίκου ακινήτου, πέραν του ότι δεν έχει άμεση γνώση της περιοχής, εφόσον ο ίδιος, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του, από το έτος 1950 έως το έτος 1977 ουδέποτε επισκέφθηκε την περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο ( 18 σελίδα της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης) "...Από το 1950 μέχρι το 1977 ουδέποτε μετέβην στην περιοχή ούτε εβόσκησα εκεί, αναφέρει επίσης ότι δεν γνωρίζει: ...
αν ο ανακόπτων αγόρασε 200 στρέμματα λιβάδι στη θέση ... από τον Χ. Α., ούτε γνώρισα ποτέ ποιος είναι αυτός που με ερωτάται ο Χ. Α.,.." (19 σελίδα της ανωτέρω εισηγητικής έκθεσης), σε άλλο σημείο (στην ίδισ σελίδα της ίδιας έκθεσης) αναφέρει ότι: "...Το Χ. Β. τον δικηγόρο τον γνώριζα. Δεν γνωρίζω αν ο Χ.ς Β.ς στη θέση ...
είχε ποτέ κτήμα, -λιβάδι. Όλο το επίδικο μέχρι την …. ο ανακόπτων Σ. Β.ς το βοσκούσε με τα γίδια και τα πρόβατά του και όλοι οι Β. το βόσκαγαν από τότε που θυμάμαι τον εαυτόν μου μέχρι που το αγόρασε ο Γ....", με αποτέλεσμα, η αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει την κατάθεσή του και η άγνοια της κατάστασης που επικράτησε ως προς την κατοχή και εκμετάλλευση του επιδίκου κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, να οδηγεί το παρόν δικαστήριο στην άποψη ότι το μέγεθος της αξιοπιστίας αυτής (κατάθεσης), είναι μικρότερο από εκείνο που παρέχουν οι καταθέσεις των μαρτύρων του ανακόπτοντος.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι ο αρχικός ανακόπτων Σ. Β.ς του Γ. έως τον παρακάτω αναφερόμενο χρόνο της ένδικης προσβολής και έως τη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως του επιδίκου στον προσθέτως παρεμβαίνοντα Χρίστο Β. του Δημητρίου με το …45/27-7-1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π.
Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο ….50 και αριθμό ….42, ήταν κύριος της επίδικης έκτασης των 200.000 τ.μ. και ότι το δικαίωμα κυριότητας αυτού απέκτησε τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή τόσο με αγορά και παράδοση της νομής του από τους αληθείς κυρίους, ήτοι τον Χ.
Α. και τη σύζυγό αυτού Γ. ή Φ. θυγατέρα Χ. Β. του Δ., με τις ανωτέρω ιδιότητες εξ αυτών, ήτοι ο Χ. Α. ως επικαρπωτής και η σύζυγος του ως ασκούσα την ψιλή κυριότητα αυτού (ακινήτου), η οποία (απόκτηση κυριότητας με παράγωγο τρόπο) πραγματοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα όσο και με τα τακτική και έκτακτη χρησικτησία, στην οποία συνυπολογίζεται και ο χρόνος της νομής και των δικαιοπαρόχων του (άρθρο 1051 Α.Κ.), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα προσόντα αυτής (χρησικτησίας) αντίστοιχα.
Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι καθών η ένδικη ανακοπή, δηλαδή οι εκπρόσωποι του ... και ο Β. Γ., αν και γνώριζαν ότι ο Σ. Β.ς του Γ. ήταν κύριος της επίδικης έκτασης, εν τούτοις κατά το χρονικό διάστημα από 17 έως 21 Δεκεμβρίου 1977 αλλά και (κυρίως) αργότερα προέβησαν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του Σ.
Β. .στο επίδικο .Οι ανωτέρω ενάγοντες και επισπεύδοντες την εκτέλεση, Σ. Π.-Γ. και Β. Γ. αρχικά επιμελήθηκαν, με την 647/17, 19, 20 και 21 Δεκεμβρίου 1977 "έκθεση βίαιας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ. Χ. Β., την αναγκαστική εκτέλεση της 21/1976 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε επί των
α) από 21-4-1973 αγωγής τους κατά των Κ. Σ. Μ., Π. συζ. Κ. Μ., Δ. Κ. Μ., Σ. Δ. Μ., Γ. Β. Β. και Β. Ν. Β. και
β) από 4-9-1973 κυρίας παρέμβασης της κοινότητας ..., ερήμην των εναγομένων και αντιμωλία των άνω εναγόντων καθώς και της κυρίως παρεμβαίνουσας και κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της από 17-3-1976 έφεσης της ανωτέρω κοινότητας ... με την 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, και στη συνέχεια με την εγκατάσταση των ιδίων ως άνω τότε εναγόντων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του πρώτου και 3/4.
εξ αδιαιρέτου του δεύτερου από την εδαφική έκταση που περιγράφεται στην ανωτέρω έκθεση και στη συνέχεια με την εγκατάσταση των ιδίων ως άνω τότε εναγόντων με τα ανωτέρω ποσοστά στην παραπάνω εδαφική έκταση, στην οποία ανήκει, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, και το επίδικο και άρχισαν να προβαίνουν σε διάφορες πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του Σ.
Β. του Γ. και αποβολή του τελευταίου από την ιδιοκτησία του και συγκεκριμένα, προέβησαν σε ισοπέδωση τμημάτων της επίδικης έκτασης με μηχανικά μέσα, δηλαδή με μπουλντόζες και σε τοποθέτηση οροσήμων, στη συνέχεια δε εκχέρσωσαν και φύτευσαν ελαιόδενδρα σε μεγάλα τμήματα αυτής. Η εδαφική έκταση, που ανήκει κατά τις ανωτέρω αποφάσεις 21/1976 και 568/1976 στους άνω ενάγοντες, οι οποίοι ""'αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 το πρώτο και 3/4 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σ' αυτούς, τα ως άνω ποσοστά, του επιδίκου της τότε αγωγής ακινήτου , ήτοι "ενός αγροκτήματος, αγρολειβαδικής μορφής, εκτάσεως 638;08 στρεμμάτων, κείμενο εις θέσεις "...", "...", " "...", "..." και "..." και λοιπάς τοιαύτας της γενικωτέρας θέσεως "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., τέως Δήμου ….
και συνορευόμενου ανατολικώς με θέση " ..." και βραχώδεις πρόποδας όρους ..., δυτικώς με ιδιοκτησίας υιών Κ. Τ. και Σ. Β., αρκτικώς με ιδιοκτησίας κληρονόμων Χρ. Βερελή, Γ. Β. , με αγρόκτημα Β.. Β. κα με "ριζό" αποκρήμνων βράχων και μεσημβρινώς με ιδιοκτησίς Π., Ι. Μ., Δ. Λ., Ν. και Δ. Μ., Ε. Μ., Σ. Β. και δημοσίαν οδόν ... - …", αποτέλεσε το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ωστόσο στην εδαφική έκταση επί της οποίας διενεργήθηκε το έτος 1977 η αναγκαστική εκτέλεση, όπως οριοθετήθηκε από τον Δικαστικό Επιμελητή Φ. Β. και αποδόθηκε στους ενάγοντες και επισπεύδοντες την εκτέλεση, ανήκει και το επίδικο της αγωγής του Σ. Β. του Γ.. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις από 29-2-2000 και 5-9-2012 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης , που διενεργήθηκαν από το Θ.
Ζ..η πρώτη και από τους Η. Κ. και Ν. Π. η δεύτερη, σύμφωνα με -την 3/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου η πρώτη και 368/2010 και 27/2012 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και του παρόντος Δικαστηρίου αντίστοιχα η δεύτερη, στην εδαφική έκταση της αναγκαστικής εκτέλεσης των φερομένων ως παρανόμως κατεχόντων- εναγομένων, που ανήκει κατά τις ανωτέρω αποφάσεις 21/1976 και 568/1976 στους άνω ενάγοντες, με ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο πρώτο και 3/4 εξ αδιαιρέτου στο δεύτερο, εδαφική έκταση 638,08 στρεμμάτων, περιλαμβάνεται και το επίδικο, όπως διατυπώνεται σ' αυτές με τρόπο, που κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου παρέχει αξιοπιστία και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Μάλιστα, όπως προκύπτει από την ίδια την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης και δέχεται η 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ως προς το πραγματικό εμβαδό και όρια της επίδικης τότε έκτασης και την μη ταύτιση αυτής με την περιγραφόμενη στο από 15-10-1975 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Π., έκταση εμβαδού 1.408,778 στρεμμάτων, ο συντάκτης αύτής Φ.
Β., από προφανή παραδρομή και έλλειψη εξιδιασμένης γνώσης, όπως εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, χωρίς να προσλάβει πρόσωπα αρμόδια να προβαίνουν στην εξεύρεση ακινήτων και στην οριοθέτηση αυτών, δηλαδή πολιτικούς μηχανικούς ή τοπογράφους κλπ, αντί κατά την άνω διαδικασία εκτέλεσης να εφαρμόσει το από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Β.
Π., νομομηχανικού στην 1η ΥΕΚΕ Πατρών, που διορίσθηκε με την 49/1974 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο (σχεδιάγραμμα) συνοδεύει την αναφερόμενη στις ανωτέρω δύο δικαστικές αποφάσεις από 24-6-1975 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και αναβιβάζει' την έκταση στην οποία ορίζεται να γίνει εκτέλεση σε 638,08 στρέμματα και για την οποία (έκταση) έγινε εν μέρει δεκτή η από 21-4-1973 αγωγή, με όρια, ανατολικά με τη θέση ...
περιφερείας ... κοινότητας ... και βραχώδεις πρόποδες ..., δυτικά με ιδιόκτητα κτήματα και τη θέση ..., βόρεια με ιδιόκτητα κτήματα Β. και δασικών ή κοινοτικών περιφερειών ... και νότια με ιδιόκτητα κτήματα και δημόσια οδό ...-.... εφάρμοσε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο στην ανωτέρω δίκη από την ανωτέρω κυρίως παρεμβαίνουσα κοινότητα ...
από 15-10-1975 " οριζοντιογραφικόν διάγραμμα επιδίκου τμήματος κειμένου επί ν.δ. κλιτύος όρους ...", υπό κλίμακα 1:5000 που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός της Νομαρχίας …. Δνσης Εσωτερικών ΤΥΔΚ Χ. Π. με υπόμνημα, στο οποίο αναφέρεται ότι: 1. Η αποτύπωσις εγένετο δια περιμετρικής οδεύσεως δια της μεθόδου της ταχυμετρίας 2.-Η εμβαδομέτρησις εγένετο δΓ εμβαδομέτρου εις 5 μετρήσεις • 3.-Εξαχθέν εμβαδόν 1.408,778 στρέμματα.
Παρατήρησις. Οι ιδιοκτήται και τα όρια των ιδιοκτησιών υπεδείχθησαν επί τόπου υπό του Προέδρου της κοινότητας ..., κοινοτικών συμβούλων, κατοίκων τινών της κοινότητος και του αγροφύλακος. Σημειούται ότι εγένετο κατά το εφικτόν εφαρμογή των υπ' αριθμ. ...20/17-8-70 και ...02/23-10-1970 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ε.
Π.. Κατά την σύνταξιν του παρόντος ελήφθη υπ' όψιν και το υπό του ορισθέντος πραγματογνώμονος Πολ. Μηχ. Κ. Β. Π. συνταχθέν σχεδιάγραμμα μετά του οποίου το παρόν οριζοντιογραφικόν διάγραμμα αφίσταται κατά το Βόρειον και Δυτικόν τμήμα μόνον." Στη συνέχεια ο Δικαστικός Επιμελητής ως όργανο της εκτέλεσης των άνω δικαστικών αποφάσεων άρχισε χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων (δηλ.
των επισπευδόντων την εκτέλεση και των καθών η τελευταία), την 17-12-1977 να ενεργεί την οριοθέτηση του περιγραφόμενου στο ανωτέρω οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ. Π. ακινήτου σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση κατά την οποία: "...Τα όρια της εν της άνω αποφάσει αναφερομένης εκτάσεως λαμβάνονται βάσει του από 15-10-1975 οριζοντιογραφικού διαγράμματος του Μηχανικού ΤΥΔΚ Χ.
Π....") από τη νότια πλευρά με την τοποθέτηση σιδηρών πασάλων "μέχρι του σημείου συναντήσεως του αγροκτήματος Σ. Μ.", όπως αναφέρεται στην παραπάνω πράξη, χωρίς όμως να περιγράφεται το σημεία - αφετηρίας της παραπάνω νότιας πλευράς του ακινήτου, στο οποίο έγινε η εγκατάσταση των άνω εναγόντων μετά τη φερόμενη αποβολή των άνω εναγομένων από αυτό, κατά την ως άνω έκθεση που περιγράφηκε την τελευταία ημέρα της εκτέλεσης, δηλαδή την 21η Δεκεμβρίου 1977, κατά την οποία: "Ούτω εξετέλεσα την άνω απόφασιν δια της αποβολής εκ της προπεριγραφόμενής εκτάσεως των καθών αφ' ενός και αφετέρου δια της οριοθετήσεως του όλου αγροκτήματος δΓ εμπίξεως σιδηρών πασσάλων ως λεπτομερώς προανέφερα και εγκατέστησα εν αυτώ τους άνω επισπεύδοντας κατά την αναλογούσαν.
ενός εκάστου τούτων μερίδα οίτινες παρέλαβον και ήρξαντο δια μηχανημάτων την εκχέρσωσιν τούτου προς δενδροφύτευσιν.". Στη συνέχεια την 19-12-1977 ο ίδιος δικαστικός επιμελητής χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων εξακολούθησε την εκτέλεση οριοθετώντας το ακίνητο κατά την ανατολική του πλευρά , όπως εκτιμάται, με την τοποθέτηση πασάλων εκ σιδήρου έως το σημείο ..., όπως αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση.
Όταν την επομένη ημέρα, δηλαδή την 20-12-1977 ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής επισκέφθηκε το ακίνητο στο οποίο διενεργούσε την αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς την παρουσία των ενδιαφερομένων προσώπων, προκειμένου να εξακολουθήσει την οριοθέτηση αυτού κατά τα ανωτέρω και κατά τη δυτική πλευρά του εν λόγω ακινήτου, εμφανίσθηκε ο Σ.
Β.ς του Γ., που ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη-ποιμένα και δήλωσε στον επιμελητή ότι ένα τμήμα του επιδίκου ακινήτου στη δίκη επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής, το οποίο είχε έκταση 40 περίπου στρεμμάτων και τμήμα αυτού ήταν καλλιεργημένο με βρώμη ανήκει στον ίδιο (Σ.. Β.), με αποτέλεσμα ο επιμελητής να εξαιρέσει, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στην ένδικη πράξη εκτέλεσης, το εν λόγω καλλιεργημένο τμήμα και στην οριοθέτηση της δυτικής πλευράς του άνω επιδίκου να μη συμπεριλάβει και αυτό.
Την επομένη ημέρα, δηλαδή την 21-12-1977, κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση των άνω αποφάσεων με την αποβολή των εναγομένων από το ακίνητο και την εγκατάσταση σ1 αυτό των άνω εναγόντων, όπως προαναφέρθηκε, ο δικαστικός επιμελητής οριοθέτησε τη βόρεια πλευρά του ακινήτου με την τοποθέτηση πασάλων εκ σιδήρου ως εξής κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω έκθεση: "Πρώτος πάσσαλος εις θέσιν ..., ένθα υπάρχει ένα τσούγκρί (πέτρες), δεύτερος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπου προς ανατολάς δεύτερο τσουγκρί, τρίτος πάσσαλος εις θέσιν αγραπιδιά, βορείως κειμένης του υψώματος ...
και ο τέταρτος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπου οικιών Μ. με κατεύθυνσιν από αγραπιδιά νοτιοανατολικήν, εκείθεν δε με ... και με νοητήν γραμμήν μέχρι συναντήσεως θέσεως ....". Από την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης , το από 15-10-1975 οριζονχιογραφικό διάγραμμα του Χρ. Π., το από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του Β. Π., που συνοδεύει την από 24-6-1975 πραγματογνωμοσύνη αυτού, η οποία πραγματοποιήθηκε με την παρουσία του 'αρχικού εναγομένου Β.
Σ. Γ., που συμφώνησε στα υποδειχθέντα από τον παριστάμενο επίσης Σ. Γ. Β.'όρια του επιδίκου, που επιδικάσθηκε στου ενάγοντες της από 21-4-1973 αγωγής ακινήτου συνολικής έκτασης 638,08 στρεμμάτων, το από το 29-2-2000 διάγραμμα (τοπογραφική αποτύπωση) του Θ. Ζ., το, από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012 τοπογραφικό διάγραμμα των Η.
Κ. και Ν. Π., σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα των από 29-2-2000 και 5-9-2012 εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης , τις προαναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο των 200 στρεμμάτων που ανήκει κατά τα προαναφερόμενα στην κυριότητα του Σ.
Β. του Γ., αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής, δεδομένου ότι η τελευταία οριοθέτησε το ακίνητο της δίκης επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής σύμφωνα με το οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χρ. Π., το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08.
στρεμμάτων, κατά την οποία έγινε εν μέρει δεκτή Π ανωτέρω αγωγή και διατάχθηκε η αποβολή των εναγομένων και η εγκατάσταση των εναγόντων σ' αυτή και στη. συνέχεια καταλήφθηκε από τους επισπεύδοντες την εκτέλεση, οι οποίοι, με την ανωτέρω συμπεριφορά τους απέβαλαν της νομής αυτού το Σ. Β., νόμιμο κύριο της επίδικης έκτασης, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητας αυτού και δικαιολογώντας την άσκηση της περιεχόμενης στην υπό κρίση ανακοπή διεκδικητικής αγωγής και την κατ'ουσία αποδοχή αυτής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, η εκκαλουμένη, που έκρινε όμοια και δέχθηκε την ενωμένη στην υπό κρίση ανακοπή διεκδικητική αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία, αναγνώρισε τον ανακόπτοντα .ως κύριο του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την απόδοση αυτού στους κληρονόμους του ανωτέρω ανακόπτοντος, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".
Περαιτέρω: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος-απόδειξης Τ. Π., που περιέχεται στην υπ' αριθμό 61/1990 εισηγητική έκθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των κυρίως παρεμβαινόντων-ανταπόδειξης Δ. Κ. του Σ., η οποία δόθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 21/2002 οριστική (παραπεμπτική) απόφαση αυτού πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα του καλούντος-εφεσιβλήτου Γ.
Σ. του Κ., του μάρτυρα των εκκαλούντων της από 10-3-2002 έφεσης-ανταπόδειξης Χ. Ι. του Κ. και του μάρτυρα των κυρίως παρεμβαινόντων-εκκαλούντων της από 12-3- 2003 έφεσης, Ν. Τ. του Ε., που δόθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Εφετείου Πατρών και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την 399/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού πρακτικά τη δημόσιας συνεδρίασής του, της από 29/2/2000 και με αριθμό κατάθεσης 10/2-3-2000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικού διαγράμματος (τοπογραφικής αποτύπωσης περιοχής επιδίκων από 28-2-2000) της Μ.
Β. Ρ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου της Δνσης Τεχν. Υπηρ. του Νομού ..., που διορίσθηκε με την 135/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, της από 31-10-2007 και με αριθμό κατάθεσης 18/2007 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή από 31-10-2007 σχεδίου πραγματογνωμοσύνης με θέμα σχεδίου "τοποθέτηση επιδίκων σε υπόβαθρο χάρτη της ΓΥΣ Αρ.
φύλλων 6213.4 και 6213.6" των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Δ. Π. και Γ. Γ., που διορίσθηκαν με την 1155/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για τα ζητήματα που έθεσε η 725/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, της από το μήνα Μάιο του έτους 2011 και με αριθμό κατάθεσης 7/2011 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή από το μήνα Μάιο του έτους 2011 τοπογραφικού διαγράμματος με πίνακα συντεταγμένων των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Δ.
Κ. και Π. Λ., που διορίσθηκαν με την 399/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν είτε ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, άρθρα 339, 432-465 ΚΠολΔ), είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δηλαδή για την ενίσχυση των απόψεων του δικαστηρίου, εφόσον επιτράπηκε η απόδειξη και με μάρτυρες (άρθρο 395 ΚΠολΔ), στα οποία (δικαστικά τεκμήρια) περιλαμβάνονται οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 616/2015, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 1471/2014, ΑΠ 1025/2014 Νόμος ) και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και τα επ' αυτών τοπογραφικά διαγράμματα (;άρθρο 392 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 624/2013, ΕΦ ΠΕΙΡ 34/2015, 621/2000 Νόμος) όπως η από 25-7-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν.
Ζ., Αγρονόμου -Τοπογράφου από μηνός Σεπτεμβρίου Ιανουαρίου 2009 και από μηνός Σεπτεμβρίου 2012 τεχνική έκθεση του Γ. Π., Αγρονόμου -Τοπογράφου από μηνός Φεβρουαρίου 2009 τεχνική έκθεση - γνωμοδότηση του Χ. Ι. από μηνός Απριλίου 2012 σχολιασμός πραγματογνωμοσύνης του Χ. Ι., από μηνός Ιανουαρίου 2013 συμπληρωματικό σημείωμα σχολιασμού του Χ.
Ι. καθηγητή ΕΜΠ, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...
του Δήμου ….. του Νομού ... και αποτελούνται: α) από ένα λειβάδι, το οποίο με τη σειρά του αποτελείται από δύο μικρότερα και αφιστάμενα μεταξύ τους εδαφικά τεμάχια, εμβαδού 40 στρεμμάτων το καθένα. Το πρώτο συνορεύει ανατολικά με ράχη και ..., δυτικά με μέγα …και … ..., βόρεια με ράχη του βουνού ή Χιλιάδες και νότια με Ράχη ...
και ... και το δεύτερο ανατολικά με ... και ..., δυτικά με ... και Κ..., βόρεια με βουνό και νότια με δημόσιο δρόμο και αγρό Σ. Ρ. και β) από ένα άλλο λειβάδι, εμβαδού 80 στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με γούβα και υψηλό βράχο, δυτικά με ..., ... Ράχη και λειβάδι Σ. Β., βόρεια με εθνικό λειβάδι και βράχο και νότια με λειβάδια Σ.
και Π. Σ.. Τα ανωτέρω ακίνητα ανήκαν κατά κυριότητα αρχικά στον παππού του ενάγοντος Χ. Β. του Δ., δικηγόρο Μεσολογγίου, ο οποίος εξουσίαζε και νεμόταν αυτά με νόμιμο τίτλο, ήτοι:
α) ...17/18-10-1910 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου … στον τόμο ..9 και αριθμό ….83, δυνάμει του οποίου αγόρασε από τον πατέρα του Δ. Β. του Γ. ένα λειβάδι έκτασης 280 στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το δεύτερο μς στοιχείο β^εκ των περιγραφομένων παραπάνω επιδίκων ακινήτων έκτασης 80 στρεμμάτων και το οποίο (μεγαλύτερο ακίνητο των 280 στρεμμάτων) είχε περιέλθει στον ανωτέρω πωλητή από την κληρονομιά του πατέρα του Γ.
Δ. Β., που απεβίωσε κατά το έτος 1866 και είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο από το Θ. Γ. κατά το έτος 1852 και (β)τό 236132/30-12-1906 Παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, δυνάμει του οποίου έλαβε 80 στρέμματα αποτελούμενα από δύο εδαφοτεμάχια έκτασης 40 στρεμμάτων το καθένα, με όρια που αντιστοιχούν ακριβώς στο προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο με στοιχείο α, αποτελούμενο από τα ανωτέρω εδαφικά τεμάχια έκτασης 40 στρεμμάτων το καθένα, καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτών, μέχρι το χρόνο του θανάτου του κατά το έτος 1965, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση, προορισμό και χαρακτήρα τους πράξεις εκμετάλλευσης, ήτοι εκμισθώνοντας αυτά προς βοσκή ή καλλιέργεια.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε αντίγραφο ...06/9-11-1911 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, εκμίσθωσε στο Γ.ό Κ. Π. του Τ., δηλαδή στον πατέρα του μάρτυρα του ενάγοντος Τ. Π. του Κ., ο οποίος στην προαναφερόμενη κατάθεση αυτού [σελίδα 7 της ανωτέρω 61/1990 εισηγητικής έκθεσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου] αναφέρεται στην παραπάνω μίσθωση.
Όταν ο ανωτέρω Χ.ς Β. του Δ. απεβίωσε κατά το έτος 1965 τα παραπάνω δύο επίδικα ακίνητα περιήλθαν με κληρονομιά στον υιό του και πατέρα του ενάγοντος, δηλαδή στο Δ. Β. του Χ., τραπεζικό υπάλληλο, δυνάμει της από 10-6-1963 ιδιόγραφης διαθήκης του πρώτου, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το 186/1965 πρακτικό του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε ο τελευταίος δυνάμει της 156/5-9-1965 έκθεσης αποδοχής κληρονομιάς του γραμματέα του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου στον τόμο …5 και αριθμό …43.
Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του ο Δ.ς Β. του Χ. εγκαταστάθηκε στα παραπάνω κληρονομικά ακίνητα και εξακολούθησε να ασκεί με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτών τις προαναφερόμενες πράξεις εξουσίασης που ασκούσε και ο πατέρας του μέχρι το χρόνο του θανάτου του κατά το έτος 1974.
Μετά το θάνατο του Δ. Β. του Χ. τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν με κληρονομιά κατά κυριότητα στον ενάγοντα, δηλαδή στον υιό του Χ. Β. του Δ., χημικό, δυνάμει της από 10-6-1973 ιδιόγραφης διαθήκης του πρώτου, η οποία δημοσιεύθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 500/1974 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε αυτός (ενάγων) με την υίτ' αριθμό …89/18-7-1974 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο ….3 και αριθμό ….78. Ο ενάγων, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα και εξακολούθησε να ασκεί επ' αυτών με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις που ασκούσαν προηγουμένως οι δικαιοπάροχοι του, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτών τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά, αποδοχή, μεταγραφή) όσοι και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας και εικοσαετίας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Με τους παραπάνω τρόπους είχαν καταστεί κύριοι των επιδίκων και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος. Για τις ανωτέρω πράξεις νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, σαφείς, κατηγορηματικές και κατά την κρίση του δικαστηρίου περισσότερο αξιόπιστες από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και των κυρίως παρεμβαινόντων είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, διότι με σαφήνεια και με άμεση γνώση όσων καταθέτουν αναφέρουν με λεπτομέρεια όσα υπέπεσαν στην αντίληψή τους και συνδέονται με τα θέματα απόδειξης.
Ειδικότερα, ο μάρτυρας του ενάγοντος Τ. Π., κάτοικος ... και ηλικίας 64 ετών κατά το έτος 1991, μεταξύ άλλων καταθέτει και τα εξής: "....Τα παραπάνω κτήματα που ανέφερα ανήκαν αρχικά στον παππού του ενάγοντα ο οποίος τα είχε αγορασμένα με συμβόλαιο περίπου το 1900. Πλην τα δύο τμήματα τα αποτελούμενα από 40 στρέμματα τα οποία είχε με παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου.
Ο παππούς του ενάγοντα εκμεταλλεύτηκε τα κτήματα αυτά όσο ζούσε και μέχρι το 1965, μετά το θάνατο του παππού του τα κτήματα τα πήρε ο πατέρας του ενάγοντα ο Δ.ς Χρ. Β. ο οποίος έζησε μέχρι το 1974 και μέχρι τότε τα εκμεταλλευόταν για λογαριασμό του. Μετά τον θάνατο αυτού τα κτήματα περιήλθαν στον ενάγοντα ο οποίος τα εκμεταλλευόταν μέχρι και την ημέρα της αποβολής του.
Οι ανωτέρω ιδιοκτήτες εκμεταλλεύοντο τα επίδικα αγροτεμάχια φανερά χωρίς ποτέ κανένας να τους εμποδίσει και όλος ο κόσμος στον ... το ήξερε πως ήταν δικά τους. Ποτέ στο παρελθόν μέχρι της αποβολής του ενάγοντα δεν είχαν εμποδιστεί από κανέναν. Τα παραπάνω αγροτεμάχια κυρίως τα εκμεταλλεύοντο σαν λειβάδια για βοσκή ζώων πλην ένα κομάτι από τα ογδόντα στρέμματα το οποίο εκαλλιεργείτο με βρώμη και καπνό και ήταν περίπου το καλλιεργήσιμο αυτό κομμάτι 8-10 στρέμματα.
Τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι του ποτέ δεν ασχολήθηκαν αυτοπροσώπως με τη βοσκή ζώων, διότι ο μεν παππούς ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα ο γιός του ήταν τραπεζικός υπάλληλος και ο ενάγων είναι χημικός. Όμως οι ανωτέρω πάντοτε τα εξεμίσθωναν σε τρίτους. Γνωρίζω ότι τα επίδικα αγροτεμάχια ενοικιάζοντο σε διάφορους τρίτους για βοσκή και ειδικότερα στον πατέρα μου Κ.
Τ. Π. και για την οποία μίσθωση υπάρχει και συμφωνητικό του έτους 1911 το οποίο και σας προσκομίζω. Επίσης ξέρω ότι ενοικιαστής των ανωτέρω αγροτεμαχίων ήταν και ο Γ. Δ.. Β. και ο Σ. Μ. και εν συνεχεία ο γιός του Κ. Μ.. Και ο τελευταίος ενοικιαστής από το 1930 μέχρι και τον χρόνο της αποβολής ενοικιαστής ήταν ο Σ. Γ..
Β. κάτοικος ..." [σελίδες 6 και 7 της 61/1990 εισηγητικής έκθεσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου], Επίσης ο μάρτυρας του ενάγοντος Γ. Σ., κάτοικος και αυτός ..., ηλικίας 62 ετών κατά το έτος 2009 κατά το οποίο ήταν αιρετός διαμερισματικός σύμβουλος και τέως Πρόεδρος της Κοινότητας ..., μεταξύ άλλων καταθέτει και τα εξής: "...Πριν την περίφραξη που μπήκε με δικαστική απόφαση την περιοχή αυτή την εξουσίαζαν οι Β..
Αυτό λέγεται στην περιοχή. Έτσι τα θυμάμαι αυτά από τότε που ήμουν μικρός και μέχρι σήμερα που είμαι 62 ετών...Πριν την εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως το 1977 εξουσία με όλες τις μορφές εκμετάλλευσης όπως λέγεται ασκούσαν οι Β....Αυτό που εκτέλεσε ο δικαστικός επιμελητής με περίφραξη το 1977 είναι Β.. Το 1977 με την δικαστική απόφαση μπήκε εκεί ο Γ..
Ο Σ. Β.ς το είχε και το βοσκούσε όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Πριν τον Γ. πριν από την περίφραξη δεν υπήρχε ουδείς άλλος εκεί όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Από τη θέση ... μέχρι τη θέση ... όλη η έκταση αυτή είναι του Β.... Είμαι 62 ετών και εκεί ήταν όλα αυτά τα χρόνια Β..... Ο Σ. Β.ς κατείχε την έκταση αυτή και την μίσθωνε από τα εξαδέλφια του..." [σελ. 3 και 4 των ταυτάριθμων με την 399/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Πατρών πρακτικών της δημόσιας στο ακροατήριο του συνεδρίασης].
Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το εναγόμενο Σ. Π.-Γ. με τους εκπροσώπους του και ο κληρονομηθείς από τους λοιπούς εναγόμενους Β. Γ. που απεβίωσε την 26-2-1982, αν και γνώριζαν ότι ο ενάγων ήταν κύριος της επίδικης έκτασης, εν τούτοις κατά το χρονικό διάστημα από 17 έως 21 Δεκεμβρίου 1977 αλλά και (κυρίως) αργότερα προέβησαν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του άνω ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, διότι, εφόσον αρχικά επιμελήθηκαν, με την 647/17, 19, 20 και 21 Δεκεμβρίου 1977 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Χ. Β., την αναγκαστική εκτέλεση της 21/1976 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε ερήμην των παρακάτω αναφερομένων εναγομένων και αντιμωλία των άνω εναγόντων καθώς και της παρακάτω αναφερόμενης κυρίως παρεμβαίνουσας επί των α) από 21-4-1973 αγωγής αυτών κατά των Κ. Σ. Μ., Π. συζ.
Κ. Μ., Δ. Κ. Μ., Σ. Δ. Μ., Γ. Β. Β. και Β. Ν. Β. και β) από 4-9- 1973 κύριας παρέμβασης της κοινότητας ... και κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της από 17-3-1976 έφεσης της ανωτέρω κοινότητας ... με την 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατόπιν απέβαλαν, από την εδαφική έκταση που περιγράφεται στην ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης, στην οποία (εδαφική έκταση) περιλαμβάνονται και εδαφικά τμήματα της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας του ενάγοντος συνολικής έκτασης 113.241,49 τ.μ.
Η εν λόγω έκταση προκύπτει κυρίως από την από το μήνα Μάϊο του έτους 2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύουν αυτή τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων των πραγματογνωμόνων Δ. Κ. και Π. Λ., αγρονόμων-τοπογράφων μηχανικών, που διορίσθηκαν με την 399/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Πατρών, αλλά και των προαναφερομένων από 29-2-2000 και με αριθμό κατάθεσης 10/2-3-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικού διαγράμματος (τοπογραφικής αποτύπωσης περιοχής επιδίκων από 28-2-2000) της Μ.
Β. Ρ., τοπογράφου μηχανικού, υπαλλήλου της Δνσης Τεχν. Υπηρ. Του Νομού ..., που διορίσθηκε με την 135/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και από 31-10-2007 και με αριθμό κατάθεσης 18/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή από 31-10-2007 σχεδίου πραγματογνωμοσύνης με θέμα σχεδίου "τοποθέτηση επιδίκων σε υπόβαθρο χάρτη της ΓΥΣ Αρ.
φύλλων 6213.4 και 6213.6" των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Δ. Π. και Γ. Γ., που διορίσθηκαν με την 1155/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με τρόπο, που κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου παρέχουν αξιοπιστία και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, τους φερόμενους ως παρανόμως κατέχοντες-εναγόμενους (της από 21-4-1973 αγωγής) την ανήκουσα κατά τις ανωτέρω αποφάσεις με αριθμούς 21/1976 και 568/1976 στους άνω ενάγοντες, με ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο πρώτο και 3/4 εξ αδιαιρέτου στο δεύτερο, εδαφική έκταση 638,08 στρεμμάτων, στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν οι ίδιοι οι άνω ενάγοντες με τα ανωτέρω ποσοστά στην παραπάνω εδαφική έκταση, στην οποία ανήκουν και το ανωτέρω τμήμα έκτασης 113.241,49 τ.μ.
και άρχισαν να προβαίνουν σε διάφορες πράξεις που συνιστούν προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος Χ. Β. του Δ. και αποβολή του τελευταίου από την ιδιοκτησία του. Συγκεκριμένα, προέβησαν σε ισοπέδωση τμημάτων της επιδίκου εκτάσεως με μηχανικά μέσα, δηλαδή με μπουλντόζες και σε τοποθέτηση οροσήμων, στη συνέχεια δε εκχέρσωσαν και φύτευσαν ελαιόδενδρα σε μεγάλα τμήματα αυτής.
Μάλιστα, όπως προκύπτει από την ίδια την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης και δέχεται και η 568/1976 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ο συντάκτης αυτής Φ. Β., από προφανή παραδρομή και έλλειψη εξιδιασμένης γνώσης, όπως εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, χωρίς να προσλάβει πρόσωπα αρμόδια να προβαίνουν στην εξεύρεση ακινήτων και στην οριοθέτηση αυτών, δηλαδή πολιτικούς μηχανικούς ή τοπογράφους κλπ, αντί κατά την άνω διαδικασία εκτέλεσης να εφαρμόσει το από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Β.
Π., νομομηχανικού στην Ιη ΥΕΚΕ Πατρών, που διορίσθηκε με την 49/1974 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο (σχεδιάγραμμα) συνοδεύει την αναφερόμενη στις ανωτέρω δύο δικαστικές αποφάσεις από 24-6-1975 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και αναβιβάζει την έκταση στην οποία ορίζεται να γίνει εκτέλεση σε 638,08 στρέμματα και για την οποία (έκταση) έγινε εν μέρει δεκτή η από 21-4-1973 αγωγή, με όρια ανατολικά με τη θέση ...
περιφερείας ... κοινότητας ... και βραχώδεις πρόποδες ..., δυτικά με ιδιόκτητα κτήματα και τη θέση ..., βόρεια με ιδιόκτητα κτήματα Β. και δασικών ή κοινοτικών περιφερειών ... και νότια με ιδιόκτητα κτήματα και δημόσια οδό ...-..., εφάρμοσε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο στην ανωτέρω δίκη από 15-10-1975 από την ανωτέρω κυρίως παρεμβαίνουσα κοινότητα ... "οριζοντιογραφικόν διάγραμμα επιδίκου τμήματος κειμένου επί ν.δ.
κλιτύος όρους ..." υπό κλίμακα 1:5000 που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός της Νομαρχίας ... Δνσης Εσωτερικών ΤΥΔΚ Χ. Π. με υπόμνημα στο οποίο αναφέρεται ότι: "1.-Η αποτύπωσις εγένετο δια περιμετρικής οδεύσεως δια της μεθόδου της ταχυμετρίας 2.- Η εμβαδομέτρησις εγένετο δι' εμβαδομέτρου εις 5 μετρήσεις 3.-Εξαχθέν εμβαδόν 1.408,778 στρέμματα.
Παρατήρησις. Οι ιδιοκτήται και τα όρια των ιδιοκτησιών υπεδείχθησαν επί τόπου υπό του Προέδρου της κοινότητας ..., κοινοτικών συμβούλων, κατοίκων τινών της κοινότητος και του αγροφύλακος. Σημειούται ότι εγένετο κατά το εφικτόν εφαρμογή των υπ' αριθμ. ...20/17-8-70 και ...02/23-10-1970 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ε.
Π.. Κατά την σύνταξιν του παρόντος ελήφθη υπ' όψιν και το υπό του ορισθέντος πραγματογνώμονος Πολ. Μηχ. Κ. Β. Π. συνταχθέν σχεδιάγραμμα μετά του οποίου το παρόν οριζοντιογραφικόν διάγραμμα αφίσταται κατά το Βόρειον και Δυτικόν τμήμα μόνον." Στη συνέχεια ο ανωτέρω Δικαστικός Επιμελητής ως όργανο της εκτέλεσης των άνω δικαστικών αποφάσεων άρχισε χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων δηλ.
των επισπευδόντων την εκτέλεση και των καθών η εκτέλεση, την 17-12-1977 να ενεργεί την οριοθέτηση του περιγραφόμενου στο ανωτέρω οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ. Π. ακινήτου. Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση κατά την οποία: ...Τα όρια της εν της άνω αποφάσει αναφερομένης εκτάσεως λαμβάνονται βάσει του από 15-10-1975 οριζοντιογραφικού διαγράμματος του Μηχανικού ΤΥΔΚ Χ.
Π.... από τη νότια πλευρά με την τοποθέτηση σιδηρών πασάλων "μέχρι του σημείου συναντήσεως του αγροκτήματος Σ. Μ.", όπως αναφέρεται στην παραπάνω πράξη, χωρίς όμως να περιγράφεται το σημεία αφετηρίας της παραπάνω νότιας πλευράς του ακινήτου, στο οποίο έγινε η εγκατάσταση των άνω εναγόντων μετά τη φερόμενη αποβολή των άνω εναγομένων από αυτό, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της άνω έκθεσης που περιγράφηκε την τελευταία ημέρα της εκτέλεσης, δηλαδή την 21η Δεκεμβρίου 1977, κατά την οποία: "Ούτω εξετέλεσα την άνω απόφασιν δια της αποβολής εκ της προπεριγραφόμενης εκτάσεως των καθών αφ' ενός και αφετέρου δια της οριοθετήσεως του όλου αγροκτήματος δι' εμπίξεως σιδηρών πασσάλων ως λεπτομερώς προανέφερα και εγκατέστησα εν αυτώ τους άνω επισπεύδοντας κατά την αναλογούσαν ενός εκάστου τούτων μερίδα οίτινες παρέλαβον και ήρξαντο δια μηχανημάτων την εκχέρσωσιν τούτου προς δενδροφύτευσιν.".
Στη συνέχεια την 19- 12-1977 ο ίδιος δικαστικός επιμελητής χωρίς την παρουσία των άνω ενδιαφερομένων προσώπων εξακολούθησε την εκτέλεση οριοθετώντας το ακίνητο κατά την ανατολική του πλευρά , όπως εκτιμάται, με την τοποθέτηση πασάλων εκ σιδήρου έως το σημείο ..., όπως αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Όταν την επομένη ημέρα, δηλαδή την 20-12-1977 ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής επισκέφθηκε το ακίνητο στο οποίο εκτελούσε την αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς την παρουσία των ενδιαφερομένων προσώπων, προκειμένου να εξακολουθήσει την οριοθέτηση αυτού κατά τα ανωτέρω και κατά τη δυτική πλευρά του εν λόγω ακινήτου, εμφανίσθηκε ο Σ.
Β. του Γ., που ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη-ποιμένα και δήλωσε στον επιμελητή ότι ένα τμήμα του επιδίκου ακινήτου στη δίκη επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής, το οποίο είχε έκταση 40 περίπου στρεμμάτων και τμήμα αυτού ήταν καλλιεργημένο με βρώμη ανήκει στον ίδιο , με αποτέλεσμα ο επιμελητής να εξαιρέσει, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στην ένδικη πράξη εκτέλεσης, το εν λόγω καλλιεργημένο τμήμα και στην οριοθέτηση της δυτικής πλευράς του άνω επιδίκου να μη συμπεριλάβει και αυτό.
Την επομένη ημέρα, δηλαδή την 21-12-1977, κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση των άνω αποφάσεων με την αποβολή των εναγομένων από το ακίνητο και την εγκατάσταση σ' αυτό των άνω εναγόντων, όπως προαναφέρθηκε ο δικαστικός επιμελητής οριοθέτησε τη βόρεια πλευρά του ακινήτου με την τοποθέτηση πασάλων από σίδηρο ως εξής κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω έκθεση: "Πρώτος πάσσαλος εις θέσιν ..., ένθα υπάρχει ένα τσουγκρί (πέτρες), δεύτερος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπου προς ανατολάς δεύτερο τσουγκρί, τρίτος πάσσαλος εις θέσιν αγραπιδιά, βορείως κειμένης του υψώματος ...
και ο τέταρτος πάσσαλος κατ' ευθείαν περίπου οικιών Μ. με κατεύθυνσιν από αγραπιδιά νοτιοανατολικήν, εκείθεν δε με ... και με νοητήν γραμμήν μέχρι συναντήσεως θέσεως ....". Από την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης , το από 15-10- 1975 οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χρ. Π., το από 19-6-1975 σχεδιάγραμμα του Β. Π., που συνοδεύει την από 24-6-1975 πραγματογνωμοσύνη αυτού, η οποία πραγματοποιήθηκε με την παρουσία του αρχικού εναγομένου Β.
Σ. Γ., που συμφώνησε στα όρια του επιδίκου, που υπέδειξε ο παριστάμενος επίσης Σ. Β. του Γ. και επιδικάσθηκαν υπέρ των εναγόντων της από 21-4-1973 αγωγής ακινήτου συνολικής έκτασης 638,08 στρεμμάτων, όλες τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες, τις προαναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και τα προαναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το περιγραφόμενα στην τελευταία από το μήνα Μάϊο του έτους 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Δ.
Κ. και Π. Λ. εδαφικά τμήματα συνολικής έκτασης 113.241,49 τ.μ., που ανήκουν στην ιδιοκτησία του ενάγοντος συνολικής έκτασης 160 στρεμμάτων, αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής. Συγκεκριμένα με την έκθεση αυτή οριοθετήθηκε το ακίνητο της δίκης επί της άνω από 21-4-1973 αγωγής σύμφωνα με το οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χρ.
Π., το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08 στρεμμάτων, κατά την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή και διατάχθηκε η αποβολή των εναγομένων και η εγκατάσταση των εναγόντων της από 21-4-1973 αγωγής σ' αυτή και στη συνέχεια καταλήφθηκε από τους επισπεύδοντες την εκτέλεση, οι οποίοι, με την συμπεριφορά τους αυτή απέβαλαν της νομής αυτού (ήτοι εδαφικού τμήματος 113.241,49 τ.μ., από την κατά τα ανωτέρω συνολική έκταση 160 στρεμμάτων που ανήκει στον ενάγοντα) τον ενάγοντα, νόμιμο κύριο της επίδικη έκτασης, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητας αυτού.
Ο εν λόγω ενάγων λόγω της ως άνω προσβολής άσκησε την από 3-9-1984 διεκδικητική αγωγή που κρίνεται εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το με την από 21-4-1973 προαναφερόμενη αγωγή φερόμενο ως συγκύριο της έκτασης της ευρισκομένης στην ίδια με τα επίδικα περιοχή των 685 στρεμμάτων σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, τα οποία περιορίσθηκαν σε 638,08 στρέμματα με την ανωτέρω 21/1976 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ..., με την 159/25-11-1977 απόφαση της διοικούσας επιτροπής αυτού, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την επίσπευση της εκτέλεσης της παραπάνω δικαστικής απόφασης με την προαναφερόμενη 647/1977 έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου του δικαστικού επιμελητή το Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Β., δέχθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη του φερόμενου ως άλλου συγκυρίου με ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου της ίδιας έκτασης, δηλαδή του 1 Γ., την πρόταση του πατέρα των κυρίως παρεμβαινόντων, δηλαδή του Γ. Α., να εγκρίνει την αξιοποίηση αυτής (έκτασης 685 στρεμμάτων) με την παραχώρησή της στον τελευταίο για μια πενταετία, προκειμένου να αξιοποιήσει την έκταση αυτή, μεταβάλλοντάς της σε ελαιοστάσιο, με τη χρήση άρτιου μηχανικού εξοπλισμού και την εν συνεχεία μεταβίβαση αυτής σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή με τη μεταβίβαση 342,5 στρεμμάτων, με τις προϋποθέσεις μάλιστα, όπως μνημονεύονται και στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε φωτοτυπικό αντίγραφο 159/25-11-19Ζ7 απόφαση της διοικούσας επιτροπής του ...
α) να ελαιοφυτευθεί η συνολική έκταση των 685 στρεμμάτων, τα δε δένδρα κατά την παράδοση και την μετά από παρέλευση της πενταετίας μεταβίβαση αυτής να είναι ηλικίας πέντε (5) ετών ή-στην περίπτωση.μερικής αποτυχίας κατά τη φύτευση των δενδρυλίων-τριών ή τεσσάρων ετών και β)να< η εγκριθεί η ανωτέρω απόφαση από το Υπουργείο Οικονομικών.
Ακολούθως και πριν την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης την 1-12-1997 ο Β. Γ. φέρεται να μεταβιβάζει, με το J ...2/1-12-1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Μ., αιτία πωλήσεως στο Γ. Α., τον οποίο οι κυρίως παρεμβαίνοντες θεωρούν ότι κληρονόμησαν στη διεκδικούμενη με την παρέμβασή της έκταση των 342,5 στρεμμάτων, εδαφική έκταση 132 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου από τη συνολική έκταση των 685 στρεμμάτων, στην οποία φερόταν ως συγκύριος σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή σε έκταση 513,75 εξ αδιαιρέτου.
Με βάση τα. παραπάνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες δεν κατέστησαν (συγ)κύριοι της διεκδικούμενης από αυτούς εδαφικής έκτασης ούτε με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά) αλλά ούτε και με πρωτότυπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, διότι: 1) η προαναφερόμενη απόφαση της διοικούσας επιτροπής του ..., δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε ως προσύμφωνο, αφού δεν καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρα 166, 369, 1033 Α.Κ.), ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει ότι είχε ολοκληρωθεί η περιεχόμενη στην άνω απόφαση της διοικούσας επιτροπής συμφωνία κατά τη λήξη της πενταετίας, διότι δεν αποδεικνύεται ότι τα ελαιόδενδρα κατά τη λήξη της πενταετίας (31-12-1982) είχαν φυτευθεί σε όλη την επιφάνεια των 685 στρεμμάτων και είχαν ηλικία 5 ετών, ούτε ότι η περιγραφόμενη στην παραπάνω απόφαση της διοικούσας επιτροπής του ...
συμφωνία μεταξύ αυτού και του Γ. Α. είχε εγκριθεί από το Υπουργείο Οικονομικών και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερόμενου συμβολαίου (1-12-1977) ο φερόμενος ως πωλητής της εκτάσεως των 132 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου, δεν ήταν κύριος αυτής, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε δικαίωμα κυριότητας και κατά το χρόνο πραγματοποίησης της αναγκαστικής εκτέλεσης ήταν ο ενάγων και 2) δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση της διεκδικούμενης με την κυρία παρέμβαση εδαφικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ο χρόνος αυτής , που επικαλούνται οι κυρίως παρεμβαίνοντες , στο πρόσωπο του πατέρα τους (από το τέλος του έτους 1977 έως το χρόνο του θανάτου του κατά την 30-4-1998) ήταν μικρότερος της εικοσαετίας, δεδομένου ότι κατά τα πρώτα πέντε έτη αυτής τουλάχιστον (δηλαδή έως την 31-12-1982) δεν μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να γίνει λόγος για τη συνδρομή της προϋπόθεσης της κατοχής με διάνοια κυρίου, εφόσον ο Γ.
Α. γνώριζε ότι αυτή ασκείται για λογαριασμό των φερομένων ως συγκυρίων της συνολικής έκτασης των 685 στρεμμάτων στο πλαίσιο της απόφασης της διοικούσας επιτροπής του άνω ιδρύματος που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση. Επίσης με την άσκηση τόσο της από 31-12-1977 προηγούμενης διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος Χ.
Β. του Δ., που επιδόθηκε στους εναγόμενους-καθών η ανακοπή κατά το έτος 1978, σύμφωνα με την από 2-2-1978 πράξη επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Γ. Δ., κατά την σχετική σημείωση του αντιγράφου της άνω διεκδικητικής αγωγής που επιδόθηκε στο Σ. Π.-Γ. όσο και της ένδικης από 3-9-1984 αγωγής, επήλθε διακοπή της επικαλούμενης από τους κυρίους παρεμβαίνοντες χρησικτησίας στο πρόσωπο του δικαιοπάροχου τους, κατά το άρθρο 1049 του Α.
Κ. Επομένως, η ένδικη από 3-4-2001 κυρία παρέμβαση, η οποία τυγχάνει απαράδεκτη και κρίνεται απορριπτέα κατά το αίτημα αυτής περί αναγνώρισης των κυρίως παρεμβαινόντων ως κυρίων μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης από τη διεκδικούμενη με την κυρία από 3-9-1984 αγωγή, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην νομική σκέψη, οι κυρίως παρεμβαίνοντες αντιποιούνται και διεκδικούν πλέον του αντικειμένου της δίκης, κρίνεται ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής.
Όμοια λοιπόν αφού έκρινε και η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την ανωτέρω ένδικη από 3-4-2001 κυρία παρέμβαση εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη κατ' ουσία, ορθά και όχι λανθασμένα το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, όλοι οι λοιποί πλην των αναφερομένων παραπάνω λόγοι και τα παράπονα που διατυπώνονται με αυτούς αυτών, οι οποίοι περιέχονται στην υπό κρίση από 12-3-2003 έφεση και στους από 27-1-2004 πρόσθετους λόγους, που υποστηρίζουν τα αντίθετα αναφορικά με την απόρριψη της άνω κύριας παρέμβασης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ωστόσο, λανθασμένα και όχι ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία η εκκαλουμένη, που δέχθηκε ότι η κατάληψη της εδαφικής έκτασης που ανήκε στον ενάγοντα από τους εναγόμενους επισπεύδοντες την αναγκαστική εκτέλεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της αναγκαστικής εκτέλεσης της 21/1976 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως εξ αγροτικού ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Φ.
Β. και η εν συνεχεία εγκατάσταση αυτών και η προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, με τις προαναφερόμενες πράξεις προσβολής και τελικά η αποβολή του τελευταίου, ανέρχεται και καταλαμβάνει έκταση 132 στρεμμάτων της παραπάνω ιδιοκτησίας του, όπως γνωμοδότησε η πραγματογνώμονας Μ. Β. Ρ. με την από 28-2-2000 έκθεση αυτής και όχι έκταση 113.241,49 τ.μ., και δέχεται το παρόν δικαστήριο, και κατά τα προκύπτοντα από την από το μήνα Μάιο του έτους 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Δ.
Κ. και Π. Λ., μετά του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικού διαγράμματος και πίνακα συντεταγμένων, την οποία το παρόν δικαστήριο εκτιμά ως περισσότερο αξιόπιστη και κατά συνέπεια η εκκαλουμένη που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο της επίδικης έκτασης, ανερχόμενης σε εμβαδό 132 στρεμμάτων, όπως εμφανίζεται στο από 28-2-2000 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προαναφερόμενη έκθεση της Μ.
Β. Ρ. και διέταξε την απόδοση αυτής στον ενάγοντα. Επομένως, οι περιεχόμενοι στους λόγους των υπό κρίση τριών εφέσεων καθώς και στους πρόσθετους λόγους ισχυρισμοί και παράπονα των' εκκαλούντων με τους οποίους εκφράζουν τις αιτιάσεις ότι λανθασμένα η εκκαλουμένη εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και δέχθηκε την αγωγή σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσία, καθώς και οι ανωτέρω εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολο τους.
Ακολούθως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο και δικασθεί κατ' ουσία ( αρθ. 535 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη από 3-9-1984 αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία, να αναγνωρισθεί ότι ενάγων είναι κύριος της περιγραφόμενης στην από το μήνα Μάιο του έτους 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Δ.
Κ. και Π. Λ. έκτασης 113.241,49 τ.μ, όπως αυτή αποτυπώνεται στο συνοδεύον την ανωτέρω έκθεση από το μήνα Μάϊο του έτους 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων και να διαταχθεί η απόδοση αυτής (έκτασης) στον ενάγοντα".
VII. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων καταλογίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις πλημμέλειες αυτές, διότι ειδικότερα:
1° Σκέλος:
Η ένδικη διεκδικητική αγωγή (ως εμπεριεχόμενη στο δικόγραφο της διεκδικητη ανακοπής, κατά την προσβαλλόμενη), έπρεπε να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού περιλαμβάνει στοιχεία ουσιωδώς λιγότερα από όσα απαιτούνται από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β ΚΠολΔ και συγκεκριμένα:
α) δεν προσδιορίζεται το σχήμα και η θέση του διεκδικούμενου ακινήτου των 200 στρεμμάτων μέσα στην όλη ιδιοκτησία μας των 638,08 στρεμμάτων.
β) δεν προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένα τα όριά του με σημεία σταθερά και εντοπίσιμα επί του εδάφους αλλά αντίθετα προσδιορίζονται όχι μόνο με όμορες ιδιοκτησίες (που ενδεχομένως θα μπορούσαν να εντοπισθούν), αλλά και με γενικούς φυσικούς ή γεωγραφικούς όρους, όπως "…", "….", "ρεύμα" και "βράχον ...", όπου η ... είναι βουνό της ... που βρίσκεται ανατολικά του …. ποταμού και δυτικά του .. και της …
γ) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πλευρική διάσταση, δ) η επιφάνειά του 200 στρεμμάτων είναι προφανές ότι είναι υπολογισμένη χονδρικά και χωρίς μέτρηση.
Αποτέλεσμα της πλήρους αοριστίας περιγραφής του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς είναι ότι παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες πραγματογνωμοσύνης κατέστη αδύνατο να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, όσο αφορά την εφαρμογή των σαφών και πλήρως εντοπισμένων τίτλων της δικής μας ιδιοκτησίας σε σύγκριση με τους αδιευκρίνιστους τίτλους ιδιοκτησίας του ανακόπτοντα.
Και έτσι, η προσβαλλόμενη χωρίς καν να αναφέρει στις παραδοχές της., ο,τιδήποτε σχετικά με τη δική μας ιδιοκτησία τη θέση της και την έκτασή της, κατέληξε στο αίωλο και αναιτιολόγητο συμπέρασμα ότι η ιδιοκτησία του ανακόπτοντα-ενάγοντα βρίσκεται μέσα στη δική μας ιδιοκτησία των 638,08 στρεμμάτων, η οποία μας αποδόθηκε με την υπ' αριθμ. 647/1977 έκθεση "βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή Φ. Χ. Β..
Ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ θα δεχόταν ότι η ένδικη ανακοπή (ως διεκδικητική αγωγή) αποτελεί παραδειγματική περίπτωση αόριστης και ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης αγωγής, αφού περιλαμβάνει ουσιωδώς λιγότερα στοιχεία από εκείνα που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις και θα την απέρριπτε ως απαράδεκτη.
Για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τη διάταξη τρυ-άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ.
2° Σκέλος:
Συναφώς, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στην ένδικη περίπτωση μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στα σαράντα σχεδόν έτη της αντιδικίας ουδέποτε γεννήθηκε ζήτημα διεκδικητικής αγωγής του Σ. Γ. Β., αλλά αυτό προέκυψε μόνο από και διά της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία "δημιούργησε" δήθεν παράλληλο δικόγραφο διεκδικητικής αγωγής του ανακόπτοντα κατά των επισπευσάντων της αναγκαστικής εκτέλεση Β. Γ. και ... ...
Συνακόλουθα, εμείς μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γνωρίζαμε ότι είμαστε διάδικοι (εναγόμενοι) σε διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζητείτο τμήμα του ακινήτου μας και αδυνατούσαμε εξ αυτού να προβάλουμε τις σχετικές ενστάσεις.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα νόμιμα προβάλουμε και ενώπιον του Αρείου Πάγου για πρώτη φορά ότι η δήθεν (κατά την προσβαλλόμενη) εμπεριεχόμενη στην διεκδικητική ανακοπή του Σ. Γ. Β. αγωγή του ενάγοντα κατά των επισπευδόντων την αναγκαστική εκτέλεση ότι αυτή αγωγή, σε οποιαδήποτε περίπτωση, είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης αφού δεν περιέχει τα ελάχιστα στοιχεία που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1094 Α£ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ όσο αφορά την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα:
α) δεν προσδιορίζεται το σχήμα και η θέση του διεκδικούμενου ακινήτου των 200 στρεμμάτων μέσα στην όλη ιδιοκτησία μας των 638,08 στρεμμάτων.
β) δεν προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένως τα όριά του με σημεία σταθερά και εντοπίσιμα επί του εδάφους αλλά αντίθετα προσδιορίζονται όχι μόνο με όμορες ιδιοκτησίες (που ενδεχομένως θα μπορούσαν να εντοπισθούν), αλλά και με γενικούς φυσικούς ή γεωγραφικούς όρους, όπως "βράχον", "γούβαν", "ρεύμα" και "βράχον ...", όπου η ... είναι βουνό της ... που βρίσκεται ανατολικά του ... ποταμού και δυτικά του ... και της ....
γ) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πλευρική διάσταση.
δ) η επιφάνειά του 200 στρεμμάτων είναι προφανές ότι είναι υπολογισμένη χονδρικά και χωρίς μέτρηση.
Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψη προκειμένου να την καταστήσει ορισμένη για την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή αλλά προκύπτουν "από το από 29.02.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Θ. Ζ., που συνοδεύει την από 29.02.2000 έκθεσή του", όπως ρητά αναφέρεται στο διατακτικό της, και συνεπώς η προσβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση τόσο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσο και της (εκτιμηθείσας κατά τα ανωτέρω ως διεκδικητικής αγωγής (του Σ. Β.), καταδεικνύεται, ότι το Εφετείο δεν έχει υποπέσει στις αποδιδόμενες πλημμέλειες, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο εντοπίζεται και προσδιορίζεται στην διεκδικητική αγωγή με τα απαραίτητα στοιχεία της χωροταξικής του ταυτότητος.
Με τους λόγους αναιρέσεως τρίτο και όγδοο ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Ειδικότερα δε αυτός ισχυρίζεται, ότι, καθόσον αφορά στα 200 στρέμματα (3ος λόγος), η προσβαλλόμενη απόφαση επεδίκασε κάτι διαφορετικό από το ακίνητο που ζητήθηκε με την ένδικη διεκδικητική αγωγή, αφού για την εξειδίκευση των ορίων του ακινήτου ανάγεται σε στοιχεία που προέρχονται από το από 29.2.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος Θ.
Ζ., που συνοδεύει την ταυτόσημης ημεροχρονολογίας έκθεση αυτού. Επίσης, αυτός (αναιρεσείων) υποστηρίζει (8ος λόγος) ότι, εν σχέσει προς το ακίνητο των 80 στρεμμάτων, επιδικάσθηκε ακίνητο μεγαλύτερο από το αιτηθέν και δη 90.923,91 μ2. Οι λόγοι αυτοί είναι (3ος, 8ος) αμφότεροι αβάσιμοι. Ήτοι, από την επισκόπηση και αντιπαραβολή αγωγής (Σερ.
Β.) και προσβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύεται, ότι ο αναιρεσείων αβασίμως αιτιάται την διαφοροποίηση του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση από το αιτηθέν με την ένδικη αγωγή ακίνητο (των 200 στρεμμάτων), αφού, κατά τις παραδοχές, είναι: "ένα και το αυτό" ακίνητο. Περαιτέρω, αβάσιμη, είναι και η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε διαφορετικό ακίνητο από αυτό που με την αγωγή διεκδικήσεως του Χρ.
Β. είχε ζητηθεί, (δηλαδή των 80 στρεμμάτων). Το Εφετείο, κατά τα δεκτά υπ' αυτού γενόμενα, απ' τα συνολικώς αιτηθέντα, (80+40+40=)160 στρέμματα, επεδίκασε 113 στρέμματα, 241μ2 και 49 εκ. του μ2. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 2 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο Πατρών, (ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η υπόθεση) με την 7/2012 απόφασή του, (που είναι συμπροσβαλλόμενη) κι ενώ είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως, για συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνημε την 368/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Όμως, κατά τον αναιρεσείοντα, η παραπομπή της υποθέσεως σε αυτό είναι παράνομη, καθόσον στερήθηκε του φυσικού δικαστή (συμφώνως προς τα άρθρ. 8 εδ. α Συντ. και 109§1 ΚΠολΔ) και παρά το ότι κατά την επαναληπτική συζήτηση (άρθρ. 254§1 εδ. α ΚΠολΔ) θα πρέπει το δικαστήριο να συντίθεται από τους ίδιους δικαστές, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού η παραπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ήταν επιβεβλημένη, για το Εφετείο Πατρών, κατ' άρθρ. 8§2 ν. 4022/2011, που προέβλεπε την μεταφορά και εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων (μεταξύ άλλων και) ενώπιον του Εφετείου Πατρών στο νεοσύστατο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, του οποίου ο χρόνος ενάρξεως λειτουργίας ήταν η 16η-9ου-2011 (ΠΔ 27/2011, ΦΕ Α 80/13.4.2011).
Με τους λόγους αναιρέσεως πέμπτο (1ο-2ο-3ο σκέλος), δέκατο (1ο-2ο-3ο σκέλος) και δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε, στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψιν του τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ουσιώδη έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού περί της κυριότητος αυτού (και όχι του Σ.
Β., αλλά και του Δ. Χρ. Β.) επί του επιδίκου ακινήτου, παραγώγως, άλλως πρωτοτύπως,. Οι λόγοι αυτοί, είναι αβάσιμοι, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αναμφίβολο ότι ελήφθησαν υπόψιν και επί τη βάσει αυτών (σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση και, βέβαιη κρίση.
Μάλιστα στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη στη δεύτερης σελίδα του 26ου φύλλου γίνεται ρητή αναφορά του 1...2/1.12.1977 πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου, με το οποίο ο Β.. Γ. φέρεται ότι μεταβίβασε στον Γ. Α. 132 στρέμματα εκ της συνολικής εκτάσεως των 685 στρεμμάτων, απ' τα οποία φερόταν ως συγκύριος σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου (ήτοι 513,75 στρέμματα, ως άνω).
Προσέτι, με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως και δη στο 4ο (όπως τιτλοφορείται) σκέλος αυτού παρατίθεται ως περιεχόμενό του μόνο η λέξη "ομολογίες". Με αυτό το περιεχόμενο, είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός, εξαιτίας της αοριστίας του. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ψέγει, το Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού, παραβιάσασα εκ πλαγίου τις διατάξεις 1033, 1710, 1041 και 1045 ΑΚ, στέρησε εαυτήν νομίμου βάσεως, ενώ διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του Σ.
Β. και καλά τα ειδικότερα στο αναιρετήριο εκτιθέμενα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη στερείται νομίμου βάσεως, διότι δεν γίνεται αναφορά για εφαρμογή των ιδιοκτησιακών τίτλων του ακινήτου τους στο έδαφος, καθώς και για τα συμπεράσματα, που προέκυψαν από την εφαρμογή αυτή και επίσης ότι δεν υπάρχει καμία παραδοχή για το αν οι τίτλοι των δύο ιδιοκτησιών αφορούν την ίδια εδαφική έκταση ή όχι, καθόσον, κατά τον αναιρεσείοντα, αν οι δύο ιδιοκτησίες δεν επικαλύπτονται, θα έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή του Σ..
Β.. Έτι περαιτέρω, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι ελλιπής ως προς το ότι δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε παραδοχή για την κυριότητα του Σ.. Β. (υπό την εκδοχή της αλληλοεπικαλύψεως των ιδιοκτησιών Σ.. Β. και του ήδη αναιρεσείοντος), ούτε για χρησικτησία αυτού (Σ. Β.) επί των 200 στρεμμάτων, αλλά και ούτε για τα μη επακριβώς από αυτόν μετρηθέντα εν λόγω 200 στρέμματα που όμως επιδικάζονται.
Τέλος, ο αναιρεσείων μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη περιέχεται αντιφατική αιτιολογία εν σχέσει προς την ταυτότητα των ιδιοκτησιών του Σ. Β. και της δικής του (αναιρεσείοντος) καθόσον η απόφαση δέχεται ότι είχαν αποδοθεί την αναγκαστική εκτέλεση 638,08 στρέμματα, ενώ σε άλλο σημείο διαλαμβάνεται ότι "το επίδικο ακίνητο των 200 στρεμμάτων που ανήκει κατά τα προαναφερόμενα στην κυριότητα του Σ.
Β. του Γ., αποτελεί τμήμα της έκτασης που αρχικά οριοθετήθηκε με την 647/1977 έκθεση βιαίας αποβολής δεδομένου ότι η τελευταία οριοθέτησε το ακίνητο της δίκης, επί της άνω από 21.4.1973 αγωγή, σύμφωνα με το οριζοντιογραφικό διάγραμμα του Χ. Π. το οποίο εμφανίζει το εν λόγω ακίνητο να έχει έκταση 1.408,778 στρεμμάτων και όχι 638,08 στρεμμάτων".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι, υπό την επίφασιν της προρρηθείσης πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες, του άρθρου 559 και δη των αρ. 1 (1ο σκέλος, στο οποίο γίνεται αναφορά στη νομική αοριστία της διεκδικητικής, 49 1985 αγωγής του αναιρεσιβλήτου Χ.
Β. και 8 (2ο σκέλος, όπου ο αναιρεσείων εκθέτει, ότι ελήφθησαν υπόψιν μη προταθέντα πράγματα). Ειδικότερα ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα ακόλουθα: 1o Σκέλος:
"Η ένδικη ανακοπή (και η εμπεριεχόμενη σε αυτή διεκδικητική αγωγή, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη), έπρεπε να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού περιλαμβάνει στοιχεία ουσιωδώς λιγότερα από όσα απαιτούνται από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ, α και β ΚΠολΔ και συγκεκριμένα:
α) δεν προσδιορίζεται το σχήμα και η θέση των διεκδικούμενων ακινήτων των 160 στρεμμάτων συνολικά και μάλιστα των 40, 40 και 80 στρεμμάτων καθένα, μέσα στην όλη ιδιοκτησία μας των 685 στρεμμάτων ή των 638,08 στρεμμάτων, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση αποβολής και εγκατάστασης.
β) δεν προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένα τα όριά του με σημεία σταθερά και εντοπίσιμα επί του εδάφους αλλά αντίθετα προσδιορίζονται όχι μόνο με όμορες ιδιοκτησίες (που ενδεχομένως θα μπορούσαν -και υπό προϋποθέσεις- να εντοπισθούν), αλλά και με γενικούς φυσικούς ή γεωγραφικούς όρους, όπως "ράχην", "μέγα ρέμα", "ράχην ..." και "ράχην του βουνού", "...ν", "κ...", "βουνόν", "γούβα", "υψηλόν βράχον", "εθνικόν λειβάδιον", "βράχον".
γ) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πλευρική διάσταση.
δ) η επιφάνειά του 160 (40 + 40 + 80) στρεμμάτων είναι προφανές ότι είναι υπολογισμένη χονδρικά και χωρίς μέτρηση.
Αποτέλεσμα της πλήρους αοριστίας περιγραφής του αντικειμένου της ένδικης ς είναι ότι παρά τις προσπάθειες πραγματογνωμοσυνών (όπου αυτό ρήθηκε) κατέστη αδύνατο να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, όσο αφορά την ρμογή των σαφών και πλήρως εντοπισμένων τίτλων της δικής μας ιδιοκτησίας σε γκριση με τους αδιευκρίνιστους τίτλους ιδιοκτησίας του ανακόπτοντα.
Και έτσι, η προσβαλλόμενη χωρίς καν να αναφέρει στις παραδοχές της ο,τιδήποτε σχετικά με τη δική μας ιδιοκτησία τη θέση της και την έκτασή της, κατέληξε στο αίωλο και αναιτιολόγητο συμπέρασμα ότι η ιδιοκτησία του ανακόπτοντα βρίσκεται μέσα στη δική μας ιδιοκτησία των 638,08 στρεμμάτων, η οποία μας αποδόθηκε με την υπ' αριθμ. 647/1977 έκθεση "βιαίας αποβολής και εγκατάστασης εξ αγροτικού ακινήτου" του δικαστικού επιμελητή Φ. Χ. Β..
Ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ θα δεχόταν ότι η ένδικη ανακοπή (είτε ως ανακοπή, είτε ως διεκδικητική αγωγή) αποτελεί παραδειγματική περίπτωση αόριστης και ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης αγωγής, αφού περιλαμβάνει ουσιωδώς λιγότερα στοιχεία από εκείνα που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις και θα την απέρριπτε ως απαράδεκτη.
Για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
2° Σκέλος:
Συναφώς, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εγώ με τις προτάσεις μου τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου Πατρών και του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά την τελευταία συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρότεινα νόμιμα και ότι η ένδικη ανακοπή, σε οποιαδήποτε περίπτωση, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης αφού δεν περιέχει τα ελάχιστα στοιχεία που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ όσο αφορά την επιγραφή του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα:
ά) δεν προσδιορίζεται το σχήμα και η θέση του διεκδικούμενου ακινήτου των 200/στρεμμάτων μέσα στην όλη ιδιοκτησία μας των 638,08 στρεμμάτων.
β) δεν προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένως τα όρια των τριών τμημάτων της υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του αντιδίκου με σημεία σταθερά και εντοπίσιμα επί του εδάφους αλλά αντίθετα προσδιορίζονται όχι μόνο με όμορες ιδιοκτησίες (που ενδεχομένως θα μπορούσαν να εντοπισθούν), αλλά και με γενικούς φυσικούς ή γεωγραφικούς όρους, όπως "ράχην", "μέγα ρέμα", "ράχην ..." και "ράχην του βουνού", "...ν", "κ...", "βουνόν", "γούβα", "υψηλόν βράχον", "εθνικόν λειβάδιον", "βράχον".
γ) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πλευρική διάσταση, δ) η επιφάνειά του 160 στρεμμάτων των τριών αυτοτελών τεμαχίων του ενάγοντα (40 + 40 + 80) είναι προφανές ότι είναι υπολογισμένη χονδρικά και χωρίς μέτρηση.
Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψη προκειμένου να την καταστήσει ορισμένη για την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή αλλά προκύπτουν από "το από μήνα Μάϊο του έτους 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων των πραγματογνωμόνων Δ. Κ. και Π. Λ., που συνοδεύει την από το μήνα Μάϊο του έτους 2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτών, με στοιχεία ΤΕΜΑΧΙΟ 1 με αριθμούς συντεταγμένων: 5001-5002-5015-5014-5007-5008-5009-5010-5011-5012-5013-5001 εμβαδού 22.317,58 τ.μ. και τεμάχιο 3Α με αριθμούς συντεταγμένων 5010-5009-5008-5046-5068- 5016-5010, εμβαδού 90.923,91 τ.μ.
Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι είναι κύριος τριών (3) αυτοτελών τμημάτων, που δεν εφάπτονται μεταξύ τους ("αφισταμένων αλλήλων") με επιφάνεια 40, 40 και 80 στρεμμάτων αντίστοιχα, όπως τα περιγράφει ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδικάζει δύο τμήματα με διαφορετικές επιφάνειες από τις αιτούμενες, τα οποία μάλιστα δεν αφίστανται μεταξύ τους αλλά εφάπτονται (αφού έχουν κοινή πλευρά 5008-5009-5010) και το πρώτο είναι μικρότερο των 40 στρεμμάτων της αγωγής (22.317,58 τ.μ.) και το δεύτερο μεγαλύτερο και από το 2° (40 στρέμματα) και από το 3° της αγωγής (80 στρέμματα) αφού κατά την απόφαση είναι 90.923,91 τ.μ.".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Έτι ειδικότερα, καθόσον αφορά στα υπό στοιχ. α του 2ου σκέλους του ανωτέρω 7ου λόγου, αναφερόμενα περί του ακινήτου των 200 στρεμμάτων (διεκδικηθέντων υπό Σ. Β.), συμπεριλαμβανόμενα εντός του περιεχομένου του παρόντος λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που αφορά στο συγκεκριμένο ακίνητο.
Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 11α ΚΠπολΔ πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψιν του την άκυρη, λόγω μη ορκίσεως της πραγματογνώμονος Μ. Ρ.. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, διότι και υπό την εκδοχή της ακυρότητος λαμβάνονται υπόψιν έστω και άκυρα αποδεικτικά μέσα (πρσλ.
ΑΠ 1276/2009), με εξαίρεση, βεβαίως, εκείνα στα οποία ο νόμος προσδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη (δεσμευτική), όπως λ.χ. η δικαστική ομολογία και δημόσια έγγραφο. Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ως αξιόπιστη την επίμαχη έκθεση ως προς την έκταση του επιδίκου ακινήτου (στην αγωγή Χρ. Β.), την οποία όρισε στα 113.241,29 μ2 στο διατακτικό και όχι στα 132 στρέμματα, (όπως ανέφερε η πιο πάνω έκθεση).
Με τον ενδέκατο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα υποστηρίζει ότι: "Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά απραβίαση εκ πλαγίου των άρθρων 1033, 1710, 1041 και 1045 ΑΚ, στέρησε εαυτήν νομίμου βάσεως και περιλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, και δη: 'Ότι οι παραδοχές δεν περιλαμβάνουν αναφορά σε εφαρμογή τίτλων ιδιοκτησίας και συμπερασμάτων αυτών, ήτοι δεν υπάρχει παραδοχή για το αν οι τίτλοι αφορούν στην ίδια εδαφική έκταση ή όχι, αν εφάπτονται, αν επικαλύπτονται και σε θετική περίπτωση κατά ποιο μέρος και επιφάνεια, καθόσον υπό την αποφατική εκδοχή θα έπρεπε να απορριφθεί η διεκδικητική αγωγή.
Προσέτι, κατά τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται στην ελάσσονα πρότασή της, ότι ο ενάγων (Χ. Β.) είναι κύριος των τριών εδαφικών εκτάσεων 160 στρεμμάτα, ως εάν η εδαφική έκταση της αναγκαστικής εκτέλεσης να μην ανήκει σε αυτόν (δηλαδή αναιρεσείοντα). Έτσι, όμως, κατά τον αναιρεσείοντα, στερείται νομίμου βάσεως, αφού είναι αδύνατον να υπαχθούν στις άνω διατάξεις τα υπ' αυτής δεχθέντα πραγματικά περιστατικά.
Ακόμη, όμως αιτιάται ο αναιρεσείων η αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι ελλιπής σε σχέση με το αν οι τρεις ιδιοκτησίες του ενάγοντος και αυτή του αναιρεσείοντος αλληλοεπικαλύπτονται εν μέρει και δη κατά 113 στρέμματα, όπως φαίνεται να δέχεται η προσβαλλόμενη στο διατακτικό της, ζήτημα για το οποίο δεν περιλαμβάνονται παραδοχές, ώστε να μπορεί να γίνει εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου να εξαχθεί συμπέρασμα περί της κυριότητος του ενάγοντος.
Επίσης, ο αναιρεσείων επιρρίπτει αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπή αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται ότι η ένδικη έκταση των 160 ή 113 στρεμμάτων ανήκε αρχικώς στην κυριότητα του αναιρεσείοντος και ότι ο αντίδικος την κατέλυσε δια της χρησικτησίας. Τέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει, αντιφατική αιτιολογία διότι ενώ η αποδοθείσα με την αναγκαστική εκτέλεση της άνω από 21.4.1973 αγωγής έκταση αναφερόταν ως 638,08 στρέμματα, σε άλλο σημείο και σε σχέση με το διάγραμμα του Χ.
Π. η έκταση εμφανίζεται ως 1.408 στρέμματα, ενώ τελικώς επιδικάζεται 638,08 στρέμματα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθότι υπό την επίφασιν της προμνησθείσης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το Εφετείο (άρθρ. 561§1 Κ.ΠολΔ). Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην (κατ' εκτίμηση) υπ' αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι αν ελάμβανε υπόψιν τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα και εκεί μνημονευόμενα ουσιώδη έγγραφα θα απέρριπτε την διεκδικητική αγωγή του Σερ.
Β.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί χωρίς αμφιβολία καταδεικνύεται από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως προεκτίθεται.
VIII. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν, η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των (παραστάντων) αναιρεσιβλήτων, απ' τους οποίους οι Ι. Α., Θ. Α., Ε. Ξ. και Δ. Ξ. δεν κατέθεσαν προτάσεις), κατά παραδοχή των αιτημάτων τους, στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 2.1.2018 αίτηση αναιρέσεως και το από 20.9.2018 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 2.1.2018 αίτηση και το από 20.9.2018 δικόγραφο των προσθέτων λόγων περί αναιρέσεως της 73/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των (παραστάντων) αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€) για τους αναιρεσίβλητους Μ. Β., Χ. Β. και Ε. Χ., παρισταμένη ατομικώς και για το ανήλικο τέκνο της Σ. Β. και χίλια οκτακόσια ευρώ (1.800€), για τους αναιρεσιβλήτους Ι. Α., Θ. Α., Ε. Ξ. και Δ. Ξ. αφετέρου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ