478/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated478/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 319 Α.Κ.: "Αν επισπεύδεται αναγκαστική εκποίηση κατά του οφειλέτη, όποιος εξαιτίας της κινδυνεύει να χάσει εμπράγματο δικαίωμα ή την κατοχή πάνω στο πράγμα που εκποιείται, έχει δικαίωμα να ικανοποιήσει το δανειστή με καταβολή, δημόσια κατάθεση ή συμψηφισμό. Εφόσον ο δανειστής ικανοποιείται, αυτός που τον ικανοποίησε υποκαθίσταται στα δικαιώματά του".
Full text
Απόφαση 478 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως μόνης εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικά πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Ι. Κ., το γένος Ι. Μ., 2) α) Ε. χήρας Ν. Μ., το γένος Σ. Ν., ) Μ. Μ. του Ν., κατοίκων ... και γ) Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικά δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πέππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10-11-2000 αγωγή των αρχικά αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3384/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6659/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-9-2010 αίτησή του, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 30-1-2015 κλήση του μετά τη ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 26-1-2015. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 319 Α.Κ.: "Αν επισπεύδεται αναγκαστική εκποίηση κατά του οφειλέτη, όποιος εξαιτίας της κινδυνεύει να χάσει εμπράγματο δικαίωμα ή την κατοχή πάνω στο πράγμα που εκποιείται, έχει δικαίωμα να ικανοποιήσει το δανειστή με καταβολή, δημόσια κατάθεση ή συμψηφισμό. Εφόσον ο δανειστής ικανοποιείται, αυτός που τον ικανοποίησε υποκαθίσταται στα δικαιώματά του".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποκαταστάσεως τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή είναι: α) να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη, η οποία αρχίζει με την επίδοση σ' εκείνον κατά του οποίου στρέφεται αντιγράφου του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, β) η αναγκαστική εκτέλεση να αφορά πράγμα (κινητό ή ακίνητο) που ανήκει στον οφειλέτη, γ) ο τρίτος να κινδυνεύει από την αναγκαστική εκτέλεση να χάσει εμπράγματο δικαίωμα ή την κατοχή του πράγματος και δ) να ικανοποιήσει αυτός το δανειστή με καταβολή, δημόσια κατάθεση ή συμψηφισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 4-4-2000 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το δικόγραφό της εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου (οικοπέδου) κατά ποσοστά 50% εξ αδιαιρέτου ο ίδιος και από 25% καθένας από τους εναγομένους και στη συνέχεια αναιρεσιβλήτους (οι οποίοι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως απεβίωσαν και, όπως δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν, κληρονομήθηκαν η μεν πρώτη από την ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, μόνη εκ διαθήκης κληρονόμο της, ο δε δεύτερος από τους ήδη λοιπούς αναιρεσιβλήτους, σύζυγο και τέκνα του, μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του).
Ότι στο οικόπεδο αυτό η αρχική κυρία του μεριδίου του (μητέρα του) είχε ανεγείρει με δικές της δαπάνες και τη συγκατάθεση του δικαιοπαρόχου των εναγομένων (πατέρα αυτών και αδελφού της), την περιγραφόμενη οικία. Ότι την αποκλειστική χρήση, νομή και κατοχή του ανωτέρω ακινήτου είχε η μητέρα του μέχρι το θάνατό της κατά το έτος 1978, στη συνέχεια δε ο ίδιος και ο αδελφός του μέχρι το έτος 1980, έκτοτε δε μόνο ο ίδιος μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από τον αρχικό συγκύριο του ακινήτου και από τους διαδόχους του εναγομένους.
Ότι στις αρχές του έτους 1980 οι διάδικοι συμφώνησαν την ανέγερση στο κοινό οικόπεδο πολυώροφης οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής, την οποία θα αναλάμβανε με δικές του δαπάνες ως εργολάβος ο Κ. Ζ.. Ότι στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων και της προετοιμασίας για την ανέγερση της οικοδομής ο Κ. Ζ., που είχε την ιδιότητα του αρχιτέκτονος μηχανικού, εξεπόνησε τις σχετικές μελέτες, τελικώς όμως οι διαπραγματεύσεις με αυτόν δεν κατέληξαν σε συμφωνία και δεν ανεγέρθηκε η οικοδομή.
Ότι με αγωγή του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (εφεξής Τ.Ε.Ε.), ως ex lege υποκαταστάτου του ανωτέρω αρχιτέκτονος, ζητήθηκε η επιδίκαση αμοιβών για τις εκπονηθείσες μελέτες, με τον (ψευδή κατά τον ενάγοντα) ισχυρισμό ότι έγιναν κατόπιν εντολής των διαδίκων. Ότι με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση (κατά της οποίας οι μεν εναγόμενοι δεν άσκησαν έφεση, η δε ασκηθείσα από τον ίδιο έφεση απορρίφθηκε) έγινε δεκτή η αγωγή του Τ.Ε.Ε.
Ότι με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το Τ.Ε.Ε. επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά των εναγομένων, επιβάλλοντας κατάσχεση των ιδανικών μεριδίων τους στο κοινό ακίνητο και εκθέτοντας αυτά σε αναγκαστικό πλειστηριασμό. Ότι ενόψει του κινδύνου απωλείας του δικαιώματος κατοχής που είχε στο όλο ακίνητο, την 1-3-1996 εξόφλησε πλήρως και ολοσχερώς κάθε αξίωση του Τ.Ε.Ε.
κατά των εναγομένων, καταβάλλοντάς του για λογαριασμό τους, κατά το ήμισυ για τον καθένα, τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά για επιδικασθέντα υπέρ αυτού και σε βάρος εκείνων κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτελέσεως και συνολικά το ποσό των 4.718.910 δραχμών. Επικαλούμενος δε περαιτέρω, κατά την κύρια βάση της αγωγής του η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι η εξόφληση του χρέους των εναγομένων έγινε κατ' ενάσκηση του κατά το άρθρο 319 Α.Κ.
δικαιώματος σε προσφορά και υποκατάσταση προκειμένου να προστατεύσει το δικαίωμα κατοχής του στο υπό πλειστηριασμό ακίνητο και ότι μετά την πλήρη ικανοποίηση του επισπεύδοντος Τ.Ε.Ε. υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του τελευταίου κατ' αυτών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το πιο πάνω ποσό των 4.718.910 δραχμών διαιρετώς και κατ' ισομοιρίαν, ήτοι ανά 2.359.455 δραχμές έκαστος, νομιμοτόκως από την καταβολή του.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 319 Α.Κ. Τούτο διότι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής ως κατοχή του πράγματος, η οποία κατά τα προεκτεθέντα αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, νοείται απλώς η φυσική εξουσία επί του πράγματος (άρθρο 974 Α.Κ.), ανεξαρτήτως του αν αυτή γίνεται δυνάμει εννόμου σχέσεως ή χωρίς αυτήν, όπως το τελευταίο τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της αποκλειστικής χρήσεως ολοκλήρου του κοινού πράγματος από ένα εκ των κοινωνών.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί κοινωνίας και δη σ' εκείνη του άρθρου 788 παρ.2 Α.Κ. και όχι σ' εκείνη του άρθρου 319 Α.Κ., στη συνέχεια δε την έκανε εν μέρει μόνο δεκτή, επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος μόνο το ήμισυ του καταβληθέντος ποσού, ως αντίστοιχο προς τη μερίδα συγκυριότητάς του στο κοινό ακίνητο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή, μη εφαρμόζοντας την πρώτη που ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω και εφαρμόζοντας τη δεύτερη που δεν ήταν εφαρμοστέα.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του οποίου ο αναιρεσείων (αν και επικαλείται το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του δικαστηρίου, ήτοι της Προέδρου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, ως κατοχή που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 319 Α.Κ. νοείται αυτή η οποία πηγάζει από έννομη σχέση (όπως για παράδειγμα η μίσθωση) και όχι γενικά η κατοχή με την έννοια της απλής φυσικής εξουσίας στο πράγμα, όπως κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του είχε ο αναιρεσείων.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η αγωγή δεν είχε νόμιμη βάση από την προαναφερθείσα διάταξη, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια και έπρεπε να απορριφθεί ο πρώτος αναιρετικός λόγος ως αβάσιμος.
Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον η παρούσα απόφαση περί παραδοχής της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει υποχρεωτικά να παραπεμφθεί ο περιεχόμενος σ' αυτήν πρώτος λόγος αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ.) προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της από 27-9-2010 αιτήσεως του Ε. Σ. για αναίρεση της 6659/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 29 Ιουλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ