478/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated478/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πλην όμως ο προαναφερθείς δικηγόρος δεν έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 98 εδβ ΚΠολΔικ ρητή, για παραίτηση, από την αναίρεση, πληρεξουσιότητα η οποία ως εκ τούτου, ως μη νομοτύπως ασκηθείσα πρέπει να θεωρηθεί ως μη γενομένη και να ερευνηθεί στη συνέχεια κατά το άρθρο 576 § 1 και 2 ΚΠολΔικ αν η εν λόγω απολιπομένη αναιρεσείουσα είναι η επισπεύδουσα τη συζήτηση και σε διαφορετική περίπτωση αν έχει νόμιμα κλητευθεί.
Full text
Απόφαση 478 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Η. Γ., το γένος Ν. Χ., κατοίκου ..., 2) Ν. Χ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Ι. Χ. του Ν., κατοίκου ... . Οι δεύτερος και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. συζ. Γ. Μ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Μπόνη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2008 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου 11/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (μεταβατικής έδρας Καρπάθου) και 147/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων με την από 23-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεση της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔικ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔικ), γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αναδρομικά, την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, απαιτείται δε κατά το άρθρο 98 § 2 ΚΠολΔικ ειδική πληρεξουσιότητα του προβαίνοντος στη δήλωση αυτή δικηγόρου.
Με τις διατάξεις αυτές, ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΟλΑΠ 1187/1981). Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. συζ. Η. Γ., το γένος Ν. Χ. με δήλωση στο ακροατήριο του δικηγόρου της Ιωάννη Παντελίδη που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 23.9.2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 147/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Πλην όμως ο προαναφερθείς δικηγόρος δεν έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 98 εδβ ΚΠολΔικ ρητή, για παραίτηση, από την αναίρεση, πληρεξουσιότητα η οποία ως εκ τούτου, ως μη νομοτύπως ασκηθείσα πρέπει να θεωρηθεί ως μη γενομένη και να ερευνηθεί στη συνέχεια κατά το άρθρο 576 § 1 και 2 ΚΠολΔικ αν η εν λόγω απολιπομένη αναιρεσείουσα είναι η επισπεύδουσα τη συζήτηση και σε διαφορετική περίπτωση αν έχει νόμιμα κλητευθεί.
Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της αναιρέσεως και τη σχετική επ’ αυτού από 16.1.2015 της διενεργήσασας την, προς αυτήν, επίδοση δικαστικής επιμελήτριας Μ. Τ. προκύπτει ότι η συζήτηση επισπεύδεται με επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Ενόψει τούτου η υπόθεση θα συζητηθεί ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1406 επ. του Αστικού Κώδικα περί προικός και όπως αυτά ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983 και ιδιαίτερα κατά το άρθρο 1412 επί των προικώων ακινήτων, εάν δεν έχει ορισθεί κάτι διαφορετικό ο προικολήπτης άντρας είχε την επικαρπία και τη διοίκηση και η υπερ ής η προίκα σύζυγος την ψιλή κυριότητα, η δε επικαρπία αυτή από της ισχύος του παραπάνω νόμου (18.2.1983) και κατά το άρθρο 56 αυτού αποδόθηκε στη γυναίκα.
Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 984, 1045 και 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα, εάν στο πρόσωπό του δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος να προσμετρήσει και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για αγροτικό ακίνητο, είναι, μεταξύ άλλων, η καλλιέργεια, η εμφύτευση δένδρων και η περισυλλογή των καρπών τους, η περίφραξη, η περιτοίχηση, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η προστασία του από σφετεριστικές ενέργειες τρίτων κ.ά.
χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωσης της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, έστω και συνοπτικά και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την διεκδικητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσίβλητης από παράγωγο (αιτία προικός) και πρωτότυπο τρόπο (έκταση χρησικτησία) τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο, κατά την περιγραφή του στην αγωγή (επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση), είναι ένα ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καρπάθου, εμβαδού 3358,96 τμ, όπως αυτό περικλείεται και περιγράφεται από τα γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Η. Γ. Μ. με ημερομηνία Ιανουάριος 2006, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησίας αδερφών Γ.
επί πλευράς Η-θ-Ι-Κ-Λ-Α μήκους 83,43 μ, νότια και επί πλευράς Α-Β-Γ μήκους 84,97 μ με ιδιοκτησία Π. Ε., δυτικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 22,39 μ με ιδιοκτησία Ά. Χ., βόρεια επί πλευράς Δ-Ε-Ζ-Η με επαρχιακή οδό από Δήμο Καρπάθου προς ΔΔ Μενετών Καρπάθου και Αεροδρόμιο πλευρικών διαστάσεων μήκους 63 μ. Το επίδικο αποτελεί τμήμα άλλου μεγαλυτέρου ακινήτου της {αρχικού ακινήτου} το οποίο απέκτησε η ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../67 προικοσυμφώνου του τέως Συμβολαιογράφου Καρπάθου - Κάσου Ηλία Λαδή νομίμως μεταγραφέντος από τη θεία της ενάγουσας Ζ.
Π. του Ν., αδερφή του πατέρα του, στην οποία περιήλθε δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης με ημερομηνία 1-3-56, που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Ρόδου με το με αριθμό 6/60 πρακτικό δημοσίευσης από την αδερφή της Θ. συζ. Δ. Μ. το γένος Π.. Στη συνέχεια από το ακίνητο της αυτό {αρχικό ακίνητο} η ενάγουσα προέβη κατά τα έτη 1998 και 2000 στην πώληση τμημάτων αυτού στους Π.
Λ. και Κ. Κ. και έτσι της απέμεινε το επίδικο. Η ενάγουσα από το έτος 1967, οπότε απέκτησε κυριότητα στο επίδικο, το επιβλέπει και το καθαρίζει τακτικά, ενώ το έτος 2000 περίπου το περιέφραξε με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται ιδίως από την κατάθεση του Γ. Μ., ο οποίος κατέθεσε λεπτομερώς σχετικά με τις πράξεις νομής επί του επιδίκου.
Η κατάθεση αυτή μάλιστα, κρίνεται απολύτως πειστική, ενόψει του ότι ο εν λόγω μάρτυς είχε προβεί σε κατάθεση με ταυτόσημο και χωρίς αντιφάσεις περιεχόμενο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ1 αριθ. 76/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης. Αντίθετα από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκει στους εναγόμενους, ούτε η άσκηση νομής επ’ αυτού εκ μέρους τους ή της δικαιοπαρόχου τους.
Περί αυτών ουδέν κατατέθηκε και ουδένα αποδεικτικό προσκομίστηκε. Εξάλλου, τα κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά από τη δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Α. χήρα Ν. Χ., που εξετάστηκε στη προηγηθείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων, δεν παρέχουν πίστη, διότι δεν επιβεβαιώνονται, ούτε ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα η ανωτέρω μάρτυρας των εκκαλούντων καταθέτει εντελώς αορίστως ... όταν το είχα εγώ πηγαίναμε και επιβλέπαμε ... χωρίς καμία εξειδίκευση και μάλιστα χωρίς κανένα χρονικό προσδιορισμό. Αντίστοιχα, η ένορκη βεβαίωση του Δ. Δ. {1.252/2008} δεν είναι καθόλου πειστική και δεν αναφέρεται σε επί μέρους πράξεις νομής από την δικαιοπάροχο των εναγομένων, ή από τους τελευταίους.
Τέλος, σε ό,τι αφορά την ένορκη βεβαίωση τoυ Β. Π. {1518/2008} αυτός κατέθεσε ότι η θεία του Σ. Κ. του ανέφερε ότι η ιδιοκτησία του δυτικά συνορεύει με ιδιοκτησία των εκκαλούντων, δηλαδή δεν καταθέτει από δική του αντίληψη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας, η οποία, με την υπερεικοσαετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και με την προσμέτρηση στον δικό του χρόνο νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, απέκτησε την κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου (και του επιδίκου) με έκτακτη χρησικτησία.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Η. Μ., με ημερομηνία Μάιο του 2009 σύμφωνα με την οποία το επίδικο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το τμήμα πρώην ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο πωλήθηκε στον Ν.
Κ. και όχι από την ιδιοκτησία των εναγομένων. Αυτό αναφέρεται ρητά και στην υπ’ αριθμό 13/2008 έκθεση αυτοψίας του Ειρηνοδικείου Καρπάθου και το επίδικο ήταν πριν την διάνοιξη του επαρχιακού δρόμου ενιαίο με τα έναντι αυτού τμήματα ιδιοκτησίας της ενάγουσας και χωρίστηκε από αυτά μετά την διάνοιξη. Τα δύο τμήματα αυτά παρουσιάζουν γεωμετρική και λογική συνέχεια και με βάση τον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας αρ. 788930 [1998] αποδεικνύεται ότι το επίδικο, από τοπογραφικής απόψεως, ανήκει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και όχι των εναγομένων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 25-5-2006 ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών, παράνομα και αυθαίρετα στις 25-5-2006 εισέβαλε στο επίδικο και άρχισε να εκτελεί οικοδομικές εργασίες επί του Βορειοανατολικού τμήματος, που περικλείεται με τα γράμματα ΔΕΖΗΘΙΚΕ (βλ. σχεδιάγραμμα προσκομιζόμενης αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας κατά των εναγόμενων) και συγχρόνως προέβη στον καθαρισμό του από θάμνους και στην ισοπέδωση αυτού.
Απέβαλαν έτσι την ενάγουσα από την νομή του επιδίκου ακινήτου, την οποία απέκτησαν παράνομα και χωρίς την θέληση της και αρνούνται να το αποδώσουν, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο ανήκει στην συγκυριότητά τους. Ειδικότερα οι εναγόμενοι προέβαλαν την ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου, ισχυρισθέντες ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους Ά.
Χ., που τους μεταβίβασε το επίδικο κατά ποσοστό 1/3 εξ’ αδιαιρέτου στον καθένα τους με τα με αριθμό ...,... και .../18-4-2002 συμβόλαια γονικής παροχής, είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το ενέμετο από το έτος 1944, όταν της το μεταβίβασε η μητέρα της Μ. συζ. Ν. Κ. με το από 20/2/1944 προικοσύμφωνο της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπάθου, μέχρι την μεταβίβαση σ’ αυτούς το έτος 2002.
Ωστόσο από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η νομή της δικαιοπαρόχου των εναγομένων επί του επιδίκου. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα ακινήτου που αναφέρεται στα με αριθμό ..., ... και .../18-4-2002 συμβόλαια γονικής παροχής. Οι εναγόμενοι ωστόσο είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ετέρου ακινήτου στην ίδια περιοχή, που έχει περιέλθει σε αυτούς από τη μητέρα τους Ά.
Χ. και φαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα ως τμήμα Α ιδιοκτησίας Ά. Χ. και βρίσκεται δεξιά από τον υφιστάμενο επαρχιακό δρόμο, που από το έτος 1935 συνδέει το Δήμο Καρπάθου (Πηγάδια) με το Αεροδρόμιο και ενός μικρότερου τμήματος αριστερά του ίδιου επαρχιακού δρόμου όμορου του ακινήτου της ενάγουσας με την ένδειξη Β (στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα).
Οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν μάρτυρα ανταπόδειξης και ουδέν περιστατικό προέκυψε, σχετικό με την άσκηση επί του επιδίκου πράξεων νομής, από την δικαιοπάροχο των εναγομένων, ή από τους τελευταίους. Αντίθετα οι μοναδικές πράξεις νομής που άσκησαν οι εναγόμενοι στο επίδικο ήταν οι προαναφερεθείσες (έκδοση άδειας οικοδομής, καθαρισμός και ανέγερση οικοδομής) που έλαβαν χώρα από το έτος 2006 και εντεύθεν, στα πλαίσια της επιλήψιμης νομής τους.
Ενόψει όλων αυτών είναι φανερό ότι οι εκκαλούντες και η δικαιοπάροχος τους δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως οι ...,... και .../18-4-2002 γονικές παροχές ενώπιον της πρώην συμβολαιογράφου Καρπάθου Χριστίνας Καρύδα αναφέρονται σε ακίνητο, του οποίου την κυριότητα ουδέποτε είχε ο δικαιοπάροχος των συμβαλλομένων στις ανωτέρω πράξεις Ά.
χήρα Χ. και κατά συνέπεια ούτε αυτοί μπορούσαν να αποκτήσουν κυριότητα, σύμφωνα με τον κανόνα που ισχύει στην παράγωγη κτήση "ουδείς μετάγει πλέον ούτινος έχει δικαιώματος" (ΑΠ 934/2000 Αρχ.Νομ 2001.490, ΑΠ 888/77 NοΒ 26.703, Εφ. Αθ. 5707/1997 Αρχ.Νομ. 1999.194, Α.Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου "Αστικός Κώδιξ" υπ’ άρθρο 1033 αριθμ. 2). Τέλος δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις της επιστήμης και της τεχνικής για να διαπιστωθούν τα ανωτέρω πραγματικό περιστατικά, ώστε να είναι αναγκαίο να διεξαχθεί η αιτούμενη από τους εκκαλούντες πραγματογνωμοσύνη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη , ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε και όλοι οι λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, απορριπτέοι κρίνονται ως αβάσιμοι.
Στη συνέχεια πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν, συνοπτικές, πλην όμως σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη της κυριότητας του επιδίκου, τόσο παραγώγως και δη αιτία προικός, όσο και πρωτοτύπως από έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο με τις αναφερόμενες πράξεις νομής από το 1967 μέχρι τις 20.5.2006, που αποβλήθηκε από τους εναγομένους, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ότι η κυριότητα αυτή δεν καταλύθηκε από αντίστοιχο δικαίωμα κυριότητας των εναγομένων - αναιρεσειόντων, είτε από παράγωγο τρόπο, είτε από έκτακτη χρησικτησία.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των επικαλουμένων παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ εάν θεωρηθεί ότι οι αφορώσες την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου, από προίκα, αιτιολογίες, είναι ελλιπείς, αφού δεν προσδιορίζεται ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο που συστήθηκε υπέρ αυτής η προίκα - 1967 - κατέστη ψιλή κυρία και ότι αποκλειστική κυρία κατέστη το 1983, μετά την ισχύ του Ν. 1329/1983 (18.2.1983) και την απόδοση, κατά το άρθρο 56 του εν λόγω νόμου της προίκας και πάλι οι αφορώσες στο ζήτημα αυτό αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς και σε επάλληλη από έκτακτη χρησικτησία αιτιολογία η οποία πλήττεται ανεπιτυχώς με την αναίρεση (ΟλΑΠ 23/2008).
Περαιτέρω η αιτίαση του δευτέρου λόγους της αναιρέσεως κατά την οποία η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον δέχεται αθροιστικά και όχι επάλληλα ή επικουρικά ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, είναι αβάσιμος, καθόσον οι παραδοχές της απόφασης ως προς τα ζητήματα αυτά είναι επάλληλες, αλλά και γιατί η επίκληση χρησιδεσποτείας για ήδη ιδιόκτητο ακίνητο εμπεριέχει πλεονασμό και όχι αντίφαση.
Εξάλλου η αιτίαση του τρίτου λόγου, κατά την οποία η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της προσμετρήσεως στο χρόνο χρησικτησίας της ενάγουσας του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της, καθόσον δεν προσδιορίζει τις διενεργηθείσες από τους τελευταίους πράξεις νομής, είναι αλυσιτελής, καθόσον αναφέρεται σε παραδοχή της αποφάσεως που τέθηκε εκ περισσού και χωρίς να στηρίζει το διατακτικό ή να δημιουργείται από αυτήν δεδικασμένο, η οποία δεν πλήττεται αναιρετικά.
Ειδικότερα εφόσον από την προσβαλλομένη γίνεται ανελέγκτως δεκτό ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ασκούσε επί του επιδίκου, ατομικά, πράξεις νομής από το 1967 μέχρι τις 25-5-2006 που αποβλήθηκε από αυτό από τους εναγομένους, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 20ετία, η αναφορά της στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, έγινε ως εκ περισσού.
Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού Αστικού Κώδικα στα Δωδεκάνησα από 30.12.1947 (άρθρο 2 § 1 στοιχ. α του Ν. 510/1947), όσον αφορά την έκτακτη χρησικτησία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, κατά τις οποίες, όπως αναφέρεται και στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) επί 20ετία καθίσταται κύριος με τον προαναφερθέντα τρόπο.
Περαιτέρω η προβλεπομένη από το άρθρο 1 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1874) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91-102 και 10-105 του ίδιου νόμου διάκριση γαιών σε πέντε κατηγορίες, (α) γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) β) δημόσιες γαίες κλπ) διατηρήθηκε στα Δωδεκάνησα και μετά την ενσωμάτωσή τους στην Ελλάδα, ως τοπικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. 132/1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, και διατηρήθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα με το άρθρ. 8 § 2 του Ν. 510/1947.
Μάλιστα οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ’ αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου και επομένως και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία Κτηματολογικών Γραφείων.
Το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 61 § 1 αυτού καθιερώνουν επί των ακινήτων ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκίων) ως τρόπο κτήσεως κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ισχυόντων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΑΚ (ΟλΑΠ 188/1980). Πλην όμως η εν λόγω διάταξη του άρθρου 63 δεν εφαρμόζεται στην Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε έλαβε χώρα κατάρτιση Κτηματολογίου και συνεπώς καταγραφή των ακινήτων σ’ αυτό και ίδρυση Κτηματολογικών Γραφείων στο εν λόγω νησί.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού και των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων του Αστικού Κώδικα, καθόσον δεν προσδιορίζεται η κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό νομική φύση του επιδίκου ώστε να κριθεί αν τούτο ήταν δεκτικό χρησικτησίας, ο χρόνος της οποίας είναι κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό διαφορετικός από εκείνο του Αστικού Κώδικα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον στην ένδικη υπόθεση δεν χρειαζόταν η επίκληση των περί χρησικτησίας διατάξεων του ΚΚ, αφού το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην Κάρπαθο, όπου κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν έχει καταρτισθεί Κτηματολόγιο ώστε να εφαρμόζεται το άρθρο 63 αυτού περί 15ετούς νομής, για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που σε κάθε περίπτωση, ευνοεί την αναιρεσίβλητη και οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να την επικαλούνται, ενώ εξάλλου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά στην οποία ο επικαλούμενος και γενόμενος δεκτός ως συμπληρωθείς χρόνος υπερβαίνει την εικοσαετία, ενώ εξάλλου τόσο στην αγωγή όσο και στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται η φύση του επιδίκου, το οποίο η αναιρεσίβλητη "επέβλεπε, καθάριζε και περιέφραξε το 2000 με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα", ως αστικού ακινήτου και συνακόλουθα δεκτικού χρησικτησίας, στο οποίο μάλιστα κατά τα γενόμενα εν συνεχεία δεκτά από την προσβαλλομένη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών "εισέβαλε το 2006 και άρχισε να εκτελεί οικοδομικές εργασίες".
Ενόψει τούτου και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔικ. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 180 § 1 και 183 ΚΠολΔικ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.9.2014 αίτηση της Μ. συζ. Η. Γ. του Ν. Χ. του Ν. κλπ κατά της Θ. συζ. Γ. Μ., το γένος Γ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 147/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ