478/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated478/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, με την 147307/8170/5-9-2006 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος διετείνετο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ιδία, "ότι κατόπιν κοινής αποφάσεως αυτού, του εναγομένου και του Δ. Π. άνοιξαν στις 24-12-1999 (κατ' ίσα μέρη), τον στην αγωγή αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Full text
Απόφαση 478 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 478/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6373/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2418/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού και κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσης περιεχόμενο αυτού και την απόρριψη των λοιπών της 969/30-9-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 2418/6-5-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 969/30-9-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2418/6-5-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 147307/8170/5-9-2006 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος διετείνετο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ιδία, "ότι κατόπιν κοινής αποφάσεως αυτού, του εναγομένου και του Δ. Π. άνοιξαν στις 24-12-1999 (κατ' ίσα μέρη), τον στην αγωγή αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 19-1-2000 έως τις 17-3-2003, ο εναγόμενος με διαδοχικές αναλήψεις ανέλαβε από τον κοινό τους αυτό λογαριασμό το ποσό των 2.178.719,31 ευρώ και έπειτα προέβη στο κλείσιμο αυτού μη υπάρχοντος άλλου υπολοίπου. Επίσης ισχυρίστηκε ότι οι ίδιοι άνω, από κοινού κατέθεσαν τα ποσά των 203.235,91 και 785.219,22 ευρώ αντίστοιχα στις τράπεζες Γενική και Αττική προς αγορά εντόκων ομολόγων του Δημοσίου, τα οποία κατά τη λήξη τους εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο.
Ότι συνολικά από τις άνω αιτίες ο εναγόμενος εισέπραξε το ποσό των 3.170.119,71 ευρώ χωρίς τη δική του συναίνεση ή εξουσιοδότηση και ότι του οφείλει το μερίδιό του εξ 1.056.706,57 ευρώ, το οποίο παρά τις οχλήσεις του δεν του έχει καταβάλει μέχρι σήμερα", χρηματική του αξίωση, η οποία και εφέρετο προς διάγνωση. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 6373/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 33/3-1-2008 εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της αγωγής, η 2418/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Οι διάδικοι και ο Δ. Π. είχαν μακρά επαγγελματική συνεργασία, ως εταίροι σε διάφορες τεχνικές εταιρίες, αλλά και σε κοινοπραξίες και στα πλαίσια αυτής της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας ίδρυσαν και την εταιρία ΕΚΤΕ ΑΕ, στην οποία συμμετείχαν ισότιμα και οι τρεις τους, ως μοναδικοί μέτοχοι αυτής κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας τους στο μετοχικό της κεφάλαιο.
Παράλληλα οι άνω συνέστησαν και άλλες εταιρίες προσωπικές (ομόρρυθμες), στις οποίες συμμετείχαν επίσης ισότιμα, στόχος δε της κοινής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ήταν η ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων εκ μέρους των εταιριών αυτών με σκοπό το κέρδος. Είχε γίνει προς καλύτερη ευόδωση των σκοπών των διαφόρων άνω εταιριών, και καταμερισμός των αρμοδιοτήτων των άνω εταίρων.
Στον μεν ενάγοντα είχε ανατεθεί η επίβλεψη των απανταχού ανά την Ελλάδα αναληφθέντων έργων, στον δε εναγόμενο είχε ανατεθεί η οικονομική διαχείριση όλων των εταιριών. Μετά από μακρόχρονη συνεργασία των διαδίκων και με δεδομένη την εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, αποφάσισαν αυτοί με τον επίσης συνεργάτη τους Δ.
Π., να ανοίξουν ένα κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων κατά την έννοια του Ν. 5638/1932, στον οποίο συνδικαιούχοι ορίσθηκαν και οι τρεις άνω εταίροι. Εις εκτέλεση της απόφασής τους αυτής πράγματι ανοίχθηκε ο κοινός αυτός λογαριασμός στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος με αριθμό …την 24-12-1999. Ο λογαριασμός αυτός κινήθηκε κανονικά από το άνοιγμά του μέχρι και τις 17-3-2003, οπότε και έκλεισε.
Ειδικότερα κατά διάφορα χρονικά σημεία έγιναν σ' αυτόν (λογαριασμό) καταθέσεις και διάφορες αναλήψεις εκ μέρους του εναγομένου, κατά τις ημερομηνίες που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται (οι ημερομηνίες) από τον εναγόμενο, ύψους 2.178.719,31 ευρώ, από τις οποίες (αναλήψεις), ουδέν ποσό αποδόθηκε στον ενάγοντα, γεγονότα που επίσης δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο.
Με την ανάληψη ολοκλήρου του άνω ποσού των 2.178.719,31 ευρώ από μόνο τον εναγόμενο και το κλείσιμο του κοινού λογαριασμού εκ μέρους του, ναι μεν εφόσον αυτός είναι συνδικαιούχος έγινε εξ ιδίου δικαίου, και επήλθε μετά ταύτα απόσβεση ολόκληρης της απαίτησης έναντι της τράπεζας και ως προς τους λοιπούς άνω συνδικαιούχους, διότι υπάρχει ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ τους, όμως ο ενάγων αφού δεν έλαβε ποσό ίσο προς το 1/3 του ποσού αυτού, διατηρεί σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το δικαίωμα έναντι του αναλαβόντος εναγομένου να απαιτήσει απ' αυτόν να του καταβάλει ποσό ίσο προς το αναλογούν ποσοστό του, που ανέρχεται στην προκειμένη περίπτωση σε 726.239,76 ευρώ (2.178.719,31 : 3 = 726.239,76).
Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ίδιοι άνω συνεργάτες με ίσες χρηματικές συνεισφορές κατέθεσαν την 22-4-2002 στην ίδια άνω τράπεζα (Γενική) το ποσό των 203.235,91 ευρώ με την εντολή προς αυτήν να προβεί για λογαριασμό τους σε αγορά ισόποσου εντόκου ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου (REPOS), με λήξη 23-5-2002 και με ποσό ρευστοποίησης 203.756,74 ευρώ.
Η άνω Τράπεζα πράγματι εις εκτέλεση της εντολής τους, προέβη στην αγορά του υπ' αριθ… R (22-4-2002) ομολόγου, το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες τους, επί του οποίου αναγράφηκαν τα ονόματα και των τριών συνεταίρων ως συνδικαιούχων και δημιουργήθηκε σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν επίσης στην μείζονα σκέψη ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ τους.
Και στην περίπτωση αυτή όμως ο εναγόμενος εισέπραξε ολόκληρο το ποσό της ρευστοποίησής του εκ 203.756,74 ευρώ όταν αυτό έληξε στις 23-5-2002 και δεν απέδωσε ομοίως στον ενάγοντα το ποσοστό του, που ανερχόταν στο 1/3 του ρευστοποιηθέντος άνω ποσού, ήτοι σε 67.918,91 ευρώ (203.756,74 : 3 = 67.918,91). Τέλος επίσης οι ίδιοι άνω συνεργάτες με ίσες συνεισφορές κατέβαλαν στις 3-4-2002 στην Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα Πατησίων) το ποσό των 785.219,22 ευρώ με την εντολή να προβεί για λογαριασμό τους σε αγορά ισόποσου εντόκου ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου (REPOS).
με ημερομηνία λήξης 9-5-2002 και με ποσό ρευστοποίησης 787.643,66 ευρώ. Η τράπεζα αυτή πράγματι προέβη στην αγορά του υπ' αριθ…/3-4-2002 ομολόγου, το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες τους, επί το οποίου αναγράφηκαν τα ονόματα και των τριών συνεταίρων ως συνδικαιούχων και δημιουργήθηκε επίσης και στην περίπτωση αυτή ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ τους, διότι όπως αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη εφαρμόζονται και στα ομόλογα βάσει του άρθρου 12 παρ. 3 του ν.2198/1994 αναλόγως οι διατάξεις του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν".
Και πάλι όμως κατά την λήξη του ομολόγου αυτού ο εναγόμενος εισέπραξε ολόκληρο το ποσό της ρευστοποίησης του εκ 787.643,66 ευρώ, όταν αυτό έληξε στις 9-5-2002 και δεν απέδωσε ομοίως στον ενάγοντα το ποσοστό του, που ανερχόταν στο 1/3 του ρευστοποιηθέντος ποσού, ήτοι σε 262.547,89 ευρώ (787.643,66 : 3 = 262.547,89). Έτσι ο εναγόμενος για τις προαναφερθείσες αιτίες οφείλει σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις προηγηθείσες μείζονες σκέψεις να αποδώσει στον ενάγοντα το 1/3 των άνω απ' αυτόν αναληφθέντων ποσών, ανερχομένων συνολικώς στο ποσό των 1.056.706,57 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί όπως προαναφέρθηκε στο μερίδιό του από τις κοινές καταθέσεις στον κοινό τους λογαριασμό και την ρευστοποίηση των εντόκων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ποσό το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε χωρίς την συναίνεσή του ή εξουσιοδότησή του και βέβαια χωρίς την έγκρισή του και δεν το έχει αποδώσει μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες του οχλήσεις, πράγμα που ουδόλως αρνείται ο εναγόμενος, αφού αυτός ισχυρίζεται ότι ναι μεν εισέπραξε το σύνολο του άνω ποσού, πλην όμως προβάλλει τον ισχυρισμό που προκύπτει από την εσωτερική τους σχέση, ότι δηλαδή το άνω ποσό δεν το εισέπραξε για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό της εταιρίας ΕΚΤΕ ΑΕ, στην οποία ανήκει στην πραγματικότητα καθ' ολοκληρίαν το ποσό αυτό, συμπεριλαμβανομένου δηλαδή και του ποσοστού του ενάγοντος και ότι το απέδωσε σ' αυτήν, χωρίς να έχει παρακρατήσει κανένα ποσό εξ αυτού για δικό του λογαριασμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων στην αγωγή του, η οποία γι' αυτό το λόγο είναι απορριπτέα.
Περί του τελευταίου αυτού ισχυρισμού του εναγομένου, που σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη το βάρος απόδειξης έχει αυτός (εναγόμενος) αποδείχθηκαν από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι τον άνω κοινό αυτό λογαριασμό οι διάδικοι άνοιξαν και λειτούργησαν προκειμένου σ' αυτόν να καταθέτουν χρήματα από προσωπικές πλέον αποταμιεύσεις, που ενδεχομένως προέρχονταν από κέρδη κατ' ίσα μέρη από την συμμετοχή τους σε προσωπικές (ομόρρυθμες) τους εταιρίες, οι οποίες λειτουργούσαν ως τεχνικές επίσης εταιρίες, παράλληλα με τις δραστηριότητες της ΕΚΤΕ ΑΕ και δεν αφορούσαν χρήματα που ανήκαν στην τελευταία εταιρία και που για φορολογικούς ή άλλους λόγους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ανοίχθηκε στα ονόματα φυσικών προσώπων και όχι στο όνομα της εταιρίας αυτής, που υποχρεωτικά άλλωστε από τον νόμο θα έπρεπε να ανοιχθεί αν αφορούσε χρήματά της.
Αν δηλαδή τα χρήματα αυτά ανήκαν στην πραγματικότητα στην κυριότητα της ΕΚΤΕ ΑΕ όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, της οποίας σημειωτέον μοναδικοί μέτοχοι κατά το ίδιο επίσης ποσοστό (1/3 έκαστος) ήσαν και πάλι οι διάδικοι και ο Δ. Π., δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να μην ανοιχθεί ο λογαριασμός στο όνομά της και να μην αγορασθούν τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου επίσης στο όνομα της, καθήν μάλιστα στιγμή το πρώτο επιβάλλεται από το νόμο, το δε δεύτερο (αγορά ομολόγων στο όνομά της) ούτε απαγορευόταν, ούτε απαγορεύεται από την κείμενη νομοθεσία, ούτε επίσης αποδείχθηκε δια της προσκομίσεως το καταστατικού της ΕΚΤΕ ΑΕ, ότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται απ' αυτό.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι δεν επιτρεπόταν στην άνω ανώνυμη εταιρία, εκτός της αγοράς ομολόγων στο όνομα της και η προθεσμιακή κατάθεση στο όνομα της, όπως ανεπιτυχώς προσπαθούν περί τούτου να πείσουν το δικαστήριο με τις αόριστες και γενικόλογες σχετικά με το περιστατικό αυτό, καταθέσεις τους οι εκ των μαρτύρων του εναγομένου Μ.
Ν. προϊσταμένη του λογιστηρίου της εταιρίας ΕΚΤΕ ΑΕ, καθώς και η Ε. Τ. βοηθός λογιστηρίου της ίδιας εταιρίας μέχρι το έτος 2005. Αλλά και ο έτερος μάρτυρας των εναγομένων και τρίτο πρόσωπο του άνω επίδικου κοινού λογαριασμού Δ. Π., δεν δίνει ομοίως πειστικές απαντήσεις, καταθέτοντας ότι τα χρήματα των ομολόγων και του κοινού λογαριασμού ανήκουν στην ΕΚΤΕ ΑΕ αλλά και στις προσωπικές τους εταιρίες, για ποιο λόγο αφού τελικά ήταν η τελευταία κυρία των χρημάτων αυτών, δεν ανοίχθηκε ο λογαριασμός και δεν φέρουν τα ομόλογα δικαιούχο την εταιρεία αυτή, αλλά τους διαδίκους και τον ίδιο (Δ.
Π.). Επίσης και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας του εναγομένου λογιστής της ανωνύμου εταιρίας ναι μεν καταθέτει ότι στον επίδικο κοινό λογαριασμό κατατίθεντο τα έσοδα των ομορρύθμων προσωπικών εταιριών των διαδίκων, που αντλούσαν από την ΕΚΤΕ και ότι απ' αυτόν τον λογαριασμό πληρώνονταν οι υποχρεώσεις της ΕΚΤΕ και των προσωπικών εταιριών που δεν καλύπτονταν με παραστατικά, πλην όμως και αυτός δεν απαντάει στο ζωτικής σημασίας, που άνω αναφέρθηκε, ερώτημα.
Άλλωστε ούτε από τα προσκομισθέντα από τον εναγόμενο, αποσπάσματα των βιβλίων της ΕΚΤΕ ΑΕ, η οποία σημειωτέον δεν κατέστη διάδικος της δίκης δια προσεπικλήσεως παράτινος των διαδίκων, αποδεικνύεται ότι τα χρήματα που ανοίχθηκε ο κοινός λογαριασμός και αγοράστηκαν τα ομόλογα ανήκαν στην εταιρία αυτή, διότι αφενός μεν δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού υπήρξε αντίστοιχη εκροή από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας ή το ταμείο της, πράγμα άλλωστε που ελάχιστα ενδιαφέρει το δικαστήριο, διότι και σ' αυτήν την υποθετική περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ομοίως ότι η εκροή αυτή δεν υπήρξε το αποτέλεσμα καταβολής εκ μέρους της ΕΚΤΕ ΑΕ των δικαιουμένων προσωπικών αμοιβών των διαδίκων από την διενέργεια παραλλήλως έργων υπό των προσωπικών τους εταιριών ως υπεργολάβων της (ΕΚΤΕ ΑΕ).
Ούτε άλλωστε από μόνο του το γεγονός, ότι τα χρήματα της ρευστοποίησης κατατέθηκαν σε λογαριασμούς της ΕΚΤΕ ΑΕ, όπως διατείνεται ο εναγόμενος θέλοντας να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι τα χρήματα ανήκουν στην ΕΚΤΕ ΑΕ, αποδεικνύει κατά την κρίση του δικαστηρίου τον ισχυρισμό αυτό, για τους ίδιους άνω αναφερθέντες λόγους, αλλά επιπρόσθετα γιατί το δικαστήριο πιστεύει, ότι αυτό τούτο το γεγονός της αυθαίρετης και χωρίς έγκριση του ενάγοντος μεταφοράς των χρημάτων της ρευστοποίησης των ομολόγων σε λογαριασμούς της εταιρίας αυτής, καίτοι τα χρήματα με τα οποία αποκτήθηκαν τα ομόλογα αυτά καταβλήθηκαν από τους ίδιους τους διαδίκους προσωπικά ή επειδή προήρχοντο από αμοιβές τους, στα πλαίσια της συνεργασίας των προσωπικών τους εταιριών με την ΕΚΤΕ ΑΕ, όπως συνέβη με το άνω αναφερθέν κοινό ομόλογό τους, με αριθμό … της Τραπέζης Αττικής, που εις εξόφληση σχετικών αμοιβών τους, δόθηκαν για την αγορά του επιταγές της τελευταίας (βλ.
από 19-4-2007 επιστολή της Τραπέζης Αττικής προς τον εναγόμενο), απετέλεσε, μεταξύ άλλων αφορμών συμπεριλαμβανομένης και της αυθαίρετης ανάληψης υπό του εναγομένου των χρημάτων του επίδικου κοινού λογαριασμού, την αφετηρία των μεταξύ των διαδίκων προστριβών και συνακόλουθα την έγερση της κρινόμενης αγωγής.
Κατά την κρίση επομένως του δικαστηρίου ο εναγόμενος που είχε το βάρος της απόδειξης του επικληθέντος ισχυρισμού του, ότι ο επίδικος κοινός λογαριασμός και τα ομόλογα δεν ανήκαν στην πραγματικότητα κατ' ίσα μέρη και στους τρεις άνω φερομένους δικαιούχους, αλλά καθ' ολοκληρίαν στην εταιρία ΕΚΤΕ ΑΕ, δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του αυτό που επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να καταρρίψει το μαχητό άνω τεκμήριο, ότι δηλαδή από την εσωτερική τους σχέση προκύπτει έλλειψη δικαιώματος του ενάγοντος προς αναγωγή και διεκδίκηση του 1/3, και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1§§1, 2 και 2, 3 του ν. 5638/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ στοιχ.α ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ.1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ' αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού, φέροντας το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως της επικαλούμενης διαφοράς εσωτερικής σχέσεως και με την έννοια αυτή τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη αυτής.
Οι διατάξεις αυτές, που ρυθμίζουν την τραπεζική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, εφαρμόζονται αναλόγως, κατ' επιταγή του άρθρου 12§3 του ν. 3198/1994, και επί τραπεζικής καταθέσεως με αντικείμενο τίτλους με λογιστική μορφή (άϋλοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου "REPOS"). Στις ενδιαφέρουσες την προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται (α) - "ούτε αποδεικνύεται ότι τα χρήματα που ανοίχθηκε ο κοινός λογαριασμός και αγοράσθηκαν τα ομόλογα ανήκουν στην εταιρεία, διότι αφενός μεν δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού υπήρξε αντίστοιχη εκροή από τους λογαριασμούς της εταιρείας ή το ταμείο της".
Η διατύπωση "δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας" δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία, αλλά εφαρμογή εν τοις πράγμασι του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια ότι ο αναιρεσείων φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της προτεινόμενης από εκείνον ενστάσεως διάφορης εσωτερικής σχέσεως πραγματικών περιστατικών.
Στην συνέχεια όμως την κύρια αυτή αιτιολογία της αξιολογεί, κατά τρόπο αντιφατικό, ως αλυσιτελή ("πράγμα άλλωστε που ελάχιστα ενδιαφέρει το δικαστήριο"), εκτίμηση με βάση την οποία διατυπώνει ακολούθως την επάλληλη επικουρική αιτιολογία, (β) "διότι και σ' αυτήν την υποθετική περίπτωση (εννοεί την κατάφαση στη με στοιχ. (α) κύρια αιτιολογία) δεν αποδείχθηκε ομοίως ότι η εκροή αυτή δεν υπήρξε το αποτέλεσμα καταβολής εκ μέρους της ΕΚΤΕ ΑΕ των δικαιωμάτων προσωπικών αμοιβών των διαδίκων από την διενέργεια παραλλήλων έργων υπό των προσωπικών τους εταιριών ως υπεργολάβων της (ΕΚΤΕ ΑΕ)".
Με την αιτιολογία της αυτή αρκείται στο αρνητικό γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα δεν προήρχοντο από προσωπικές αμοιβές των διαδίκων, η οποία αξιολογείται ως ανεπαρκής, καταλήγοντας (γ) ότι το αποδεικτικό της πόρισμα ότι τα χρήματα δεν ανήκουν στην ΕΚΤΕ ΑΕ επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι "η αυθαίρετη ανάληψη από τον αναιρεσείοντα των χρημάτων του κοινού λογαριασμού και ομολόγων και η χωρίς έγκριση του αναιρεσιβλήτου μεταφορά τους στους λογαριασμούς της αποτέλεσαν την αφετηρία των μεταξύ των διαδίκων διενέξεων.
Πρόκειται για συμπερασματικό πραγματικό επιχείρημα και κατά συνέπεια δεν αποτελεί αιτιολογία κατά την προδιαληφθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Η σημειούμενη όμως αντιφατικότητα και ανεπάρκεια των με στοιχ. (α) κύριας και (β) επικουρικής αιτιολογιών της, αυτοτελώς ερευνωμένων, δικαιολογεί κατά τούτο την διατυπούμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προτεινομένων λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "- ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν.4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι' αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος διαθέτει το ισχύον μέχρι 15-7-2013 με αριθμό …πιστοποιητικό πολυτεκνικής ιδιότητας, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, μειωμένα κατά το ήμισυ, κατ' επιταγή του άρθρου 7 του ν. 1910/1944, στο ποσό των 1.350,00 (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2418/6-5-2010απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ