478/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 478 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2012
Legislator headnote
AI generated478/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 478 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 478 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Κ. του Ε. και 2. Η. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Σεπτεμβρίου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5567/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29.6.2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5567/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 25.1.2005 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 2334/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή, αφού ανακάλεσε εν μέρει την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 7983/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου σε σχέση με τις αποδείξεις που διέταξε, απέρριψε ακολούθως εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 3.9.1997 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κύρια βάση της, ενώ η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής απορρίφθηκε με την προεκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Με την ένδικη αγωγή οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης ματαιώθηκε η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης σ' αυτούς του ακινήτου, για το οποίο αναδείχθηκαν υπερθεματιστές στον πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενήργησε η αντίδικός τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή αφενός μεν να τους αποζημιώσει με το ποσό των μισθωμάτων, ύψους 7.373.932 δραχμών, με τα οποία ως μισθωτές του ακινήτου επιβαρύνθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.1993 έως 31.3.1997 και τα οποία θα είχαν αποφύγει, αν είχε ολοκληρωθεί η πώληση του ακινήτου σ' αυτούς, αφετέρου δε να τους επιστρέψει την εγγύηση των 11.000.000 δραχμών, που είχαν καταθέσει για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό και η οποία με δήλωση της αντιδίκου τους κατέπεσε υπέρ αυτής, επειδή κατά την άποψή της η πώληση του ακινήτου ματαιώθηκε από δική τους υπαιτιότητα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν.2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1429/1997). Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, ΕλλΔνη 1996.1597, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 864/2003, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/1994). Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072-3/2005, 798/2010). Εξάλλου για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο αυτό προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας, κατά τη διαβεβαίωσή της, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Την 3.1.1992 διεξήχθη ανοικτός δημόσιος επαναληπτικός διαγωνισμός, που προκήρυξε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) προς πώληση ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της (διώροφη παλαιά οικία σε οικόπεδο 685 τ.μ.) που βρίσκεται επί της οδού Βε,κου αριθ. 32 στην Αθήνα, κατά τον οποίο οι ενάγοντες αναδείχθηκαν πλειοδότες και κατακυρώθηκε σ' αυτούς, κατά ποσοστό 50% στον καθένα, το εν λόγω ακίνητο. Προκειμένου να λάβουν μέρος στο διαγωνισμό αυτό οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), που είναι αδέλφια και έως τότε ήταν μισθωτές του ακινήτου, υπέβαλαν την από 3.1.1992 έγγραφη προσφορά τους, με την οποία, εκτός των άλλων, αποδέχτηκαν τον αναφερόμενο στο άρθρο 10 όρο του "φυλλαδίου όρων πωλήσεως", κατά τον οποίο "σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η αγοραπωλησία από παράλειψη ή υπαιτιότητα του καταθέτη της εγγύησης, το ποσό θα καταπέσει υπέρ της Εθνικής Τράπεζας". Σε εκτέλεση δε του όρου 4 του ίδιου φυλλαδίου, οι ενάγοντες κατέθεσαν, την ημέρα του διαγωνισμού, το ποσό των 11.000.000 δραχμών, κατά το ήμισυ ο καθένας, ως εγγύηση για την τήρηση των όρων του διαγωνισμού, από το οποίο το ποσό των 4.000.000 δραχμών σε εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως και το ποσό των 7.000.000 δραχμών σε μετρητά. Το τίμημα που προσέφεραν και αναδείχθηκαν πλειοδότες ήταν 110.000.000 δραχμές, από το οποίο το ποσό των 44.000.000 δραχμών έπρεπε να καταβληθεί προκαταβολικά με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ποσό της εγγύησης που προαναφέρθηκε) και το υπόλοιπο ήταν καταβλητέο σε οκτώ εξαμηνιαίες ως προς το κεφάλαιο δόσεις, έντοκες με το εκάστοτε καθοριζόμενο επιτόκιο του δικαιοπρακτικού τόκου (32% τότε). Με την από 28.1.1992 επιστολή, που η εναγομένη απέστειλε στους ενάγοντες, τους γνώρισε ότι αναδείχτηκαν υπερθεματιστές, ότι θα παρακρατούσε την κυριότητα του ακινήτου μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος και των τόκων και ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο έπρεπε να υπογραφεί μέχρι την 27.3.1992. Με την ίδια επιστολή τους επεσήμανε ότι αν μέχρι τότε δεν θα είχε υπογραφεί το συμβόλαιο, διατηρεί το δικαίωμά της (όρος 8 του φυλλαδίου) να τροποποιήσει τους όρους της πώλησης ή να μην προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου σ' αυτούς. Την 23.3.1992 με επιστολή τους οι ενάγοντες ζήτησαν παράταση για την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μέχρι την 31.5.1992, επικαλούμενοι σοβαρά προβλήματα υγείας της μητέρας τους. Την πρόταση αυτή έκανε αποδεκτή η εναγομένη. Με την από 5.6.1992 νεώτερη επιστολή τους οι ενάγοντες ζήτησαν νέα εξάμηνη παράταση της κατάρτισης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, επικαλούμενοι επικείμενη πώληση άλλου ακινήτου τους, στην περιοχή της Ακρόπολης Αθηνών, προκειμένου να διευκολυνθούν στην πληρωμή της προκαταβολής, προσφερόμενοι ταυτόχρονα να συναινέσουν σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της εναγομένης σε άλλα ακίνητά τους. Η εναγομένη, προφορικά δια των αρμοδίων οργάνων της, αποδέχθηκε να δοθεί νέα παράταση για υπογραφή του συμβολαίου μέχρι την 31.7.1992, την οποία, μετά πρόταση των εναγόντων, παρέτεινε μέχρι τις 15.9.1992, με την προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλαν τους ενδιάμεσους τόκους υπερημερίας από 27.3.1992, που έληγε η αρχική προθεσμία κατάρτισης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Οι ενάγοντες όμως δεν προσήλθαν για υπογραφή του συμβολαίου εντός της προθεσμίας αυτής ούτε προσφέρθηκαν σε καταβολή των τόκων, οπότε η εναγομένη με την από 1.9.1993 εξώδικη δήλωσή της τους γνωστοποίησε ότι η εγγύηση των 11.000.000 δραχμών που είχαν καταβάλει κατέπεσε ως συνέπεια της ματαίωσης της πώλησης, οφειλόμενης σε υπαιτιότητά τους. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι όντως η σύμβαση της πώλησης δεν συνήφθη από υπαιτιότητα των εναγόντων οι οποίοι, παρά τις παρατάσεις που δόθηκαν από την εναγομένη, δεν προσήλθαν σε κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε λόγω των νομικών ελαττωμάτων (βαρών) που βάρυναν το ακίνητο, τα οποία η εναγομένη δόλια απέκρυψε και υποσχέθηκε να άρει, αλλά δεν το έπραξε, δεν αποδείχθηκε, καθόσον, εκτός του ότι έρχεται σε αντίθεση με τα ανωτέρω αποδειχθέντα και οι ίδιοι ομολογούν ότι έλαβαν γνώση αυτών την 1.9.1993, όταν δηλαδή η εναγομένη δια της ανωτέρω εξώδικης δήλωσής της τους γνωστοποίησε τη ματαίωση της σύμβασης εξαιτίας της δικής τους ασυνεπούς συμπεριφοράς και από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ανακάλεσε αυτή τη δήλωση. Εξ άλλου τα βάρη αυτά (υποθήκες, προσημειώσεις υποθηκών, κατασχέσεις) δεν δικαιολογούν τη μη σύμπραξη των εναγόντων στην κατάρτιση της σύμβασης, αφού έχουν εγγραφεί κατά το χρονικό διάστημα από 29.1.1929 μέχρι 26.9.1955 και ήταν ευχερώς εξαλείψιμα με αίτηση των ίδιων των εναγόντων, σε περίπτωση που όντως επιθυμούσαν τη μεταβίβαση του ακινήτου και μπορούσαν να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, κρίνοντας, όπως και η απόφαση αυτή, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά την αξίωση των αναιρεσειόντων για επιστροφή σ' αυτούς από την αναιρεσίβλητη του ποσού της εγγύησης των 11.000.000 δραχμών, που είχαν καταθέσει για τη συμμετοχή τους στον πλειοδοτικό διαγωνισμό πώλησης του μισθωμένου απ' αυτούς ακινήτου της αναιρεσίβλητης και με δήλωση της τελευταίας κατέπεσε, ενώ στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε, όμοια επίσης με την πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως μη νόμιμη και απορριπτέα την ένδικη αγωγή και κατά την αξίωση των αναιρεσειόντων για αποζημίωσή τους με τα μισθώματα που κατέβαλαν για το ακίνητο αυτό κατά το διάστημα κατά το οποίο από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, όπως ισχυρίσθηκαν, δεν είχε ολοκληρωθεί η πώλησή του σ' αυτούς. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της ένδικης αγωγής σε σχέση με την αξίωση επιστροφής στους αναιρεσείοντες της ως άνω εγγύησης των 11.000.000 δραχμών δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς έγγραφα, τα οποία αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο προς απόδειξη του κρίσιμου αγωγικού ισχυρισμού τους ότι η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης σ' αυτούς του ακινήτου, για το οποίο πλειοδότησαν στο διαγωνισμό που προκήρυξε και διεξήγαγε η αναιρεσίβλητη, εμποδιζόταν και τελικώς ματαιώθηκε εξ αιτίας των βαρών που υπήρχαν στο ακίνητο αυτό και τα οποία η αντίδικός τους παρέλειψε εξακολουθητικά να άρει, μολονότι το υποσχέθηκε, με αποτέλεσμα κακώς αυτή να προβεί με την από 1.9.1993 δήλωσή της σε κατάπτωση της εγγύησης των 11.000.000 δραχμών, επικαλούμενη δική τους δήθεν ολιγωρία και αναβλητικότητα ως προς την ολοκλήρωση της πώλησης. Ωστόσο από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη κατά τη σχετική διαβεβαίωσή της και αξιολόγησε, μεταξύ άλλων, οπωσδήποτε και τα έγγραφα που αναφέρονται στον δεύτερο ειδικότερα λόγο της αίτησης αναίρεσης με αριθμούς 1, 2, 3, 6 και 7, δηλαδή α) το αντίγραφο της υπ' αριθ. 401/1999 εισηγητικής έκθεσης για τα θέματα απόδειξης που τάχθηκαν με την υπ' αριθ. 7983/ 1998 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, β) το αντίγραφο της από 3.1.1992 δήλωσης συμμετοχής των αναιρεσειόντων στον διαγωνισμό για την πώληση του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, γ) το αντίγραφο της από 1.9.1993 δήλωσης της αναιρεσίβλητης σχετικά με την κατάπτωση υπέρ αυτής της εγγύησης των 11.000.000 δραχμών, δ) τα αντίγραφα των από 1.4.1980 και 21.5.1981 συμφωνητικών μίσθωσης του ακινήτου της αναιρεσίβλητης από τους αναιρεσείοντες και ε) το αντίγραφο της από 30.1.1984 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων για αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος. Εξ άλλου η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και τα λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στους παραπάνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, όμως δεν τα αξιολόγησε ιδιαίτερα, αφού αυτά αφορούν σε περιστατικά που ανάγονται σε διάστημα μεταγενέστερο της δήλωσης κατάπτωσης της εγγύησης των 11.000.000 δραχμών, η οποία κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου προκλήθηκε από την ολιγωρία των αναιρεσειόντων να συμπράξουν στην κατάρτιση της πώλησης του ακινήτου μέχρι τις 15.9.1992 που παρατάθηκε η αρχική προθεσμία σύνταξης του σχετικού συμβολαίου και συνεπώς η δήλωση αυτή υπήρξε κατά την εφετειακή απόφαση δικαιολογημένη. Δηλαδή κρίνοντας το Εφετείο ανέλεγκτα από τον Άρειο Πάγο ότι η καθυστέρηση των αναιρεσειόντων να συμπράξουν έγκαιρα στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης του ακινήτου δεν οφειλόταν στην ύπαρξη σ' αυτό βαρών, αφού αυτά, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή (σελ. 3), έγιναν γνωστά στους αναιρεσείοντες μετά την από 1.9.1993 δήλωση κατάπτωσης της εγγύησης των 11.000.000 δραχμών, περίττευε να ασχοληθεί ειδικότερα με τη μεταγενέστερη πώληση του ακινήτου αυτού από την αναιρεσίβλητη στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε., από την οποία τελικώς οι αναιρεσείοντες το αγόρασαν, αφού προηγουμένως, όπως αναφέρουν στο αναιρετήριό τους, αναδείχθηκαν πλειοδότες στο σχετικό διαγωνισμό που προκήρυξε για το ακίνητο αυτό η ως άνω εταιρεία. Στην πώληση ακριβώς του ακινήτου αυτού από την ως άνω εταιρεία στους αναιρεσείοντες και στα όσα προηγήθηκαν αυτής αναφέρονται τα λοιπά έγγραφα που ισχυρίζονται αυτοί με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και συνεπώς τα έγγραφα αυτά, τα οποία λήφθηκαν τελικά υπόψη από το Εφετείο, όπως για το σύνολο των εγγράφων βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ήταν πράγματι κρίσιμα για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ώστε από την έλλειψη ειδικότερης αξιολόγησής τους να μπορεί να εξαχθεί επιχείρημα ότι δεν λήφθηκαν ούτε γενικώς υπόψη από το Εφετείο. Είναι έτσι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης σε σχέση με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ ο δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που αιτιάται την αυτή απόφαση για πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου και συγκεκριμένα για το ότι η σχετική με την εγγύηση συμφωνία των διαδίκων θεωρήθηκε έγκυρη, μολονότι ως συμφωνία παρεπόμενη σύμβασης με αντικείμενο την πώληση ακινήτου, έπρεπε, για να είναι έγκυρη, να έχει καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητά του, ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, δεν προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα και ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005). Ειδικότερα, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά κατά το άρθρ. 269 ΚΠολΔ στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988), ενώ αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες "με τη νομιμοπρόθεσμη προσκόμιση και επίκληση του υπ' αριθ. .../28.7.1994 αγοραπωλητήριου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Τσαφαρά". Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, ο τρόπος αυτός προβολής ισχυρισμών δεν είναι παραδεκτός και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να συναγάγει έμμεσα κρίσιμους για την υπόθεση ισχυρισμούς από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Άλλωστε οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να συνδέσουν οι αναιρεσείοντες με το παραπάνω συμβόλαιο, αλλά και με τα λοιπά αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης έγγραφα, αφορούν και πάλι σε περιστατικά που συνέχονται με τη μεταγενέστερη της δήλωσης κατάπτωσης της εγγύησης των 11.000.000 δραχμών πώληση του αυτού ακινήτου από την αναιρεσίβλητη στη θυγατρική της εταιρεία ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. και επομένως, όπως ήδη εξηγήθηκε σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, είτε δεν πρόκειται για ισχυρισμούς ικανούς να ανατρέψουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου είτε πρόκειται για απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων. Πρέπει έτσι ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, οπότε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι πλέον στο σύνολό της απορριπτέα. Οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2009 αίτηση των Σ. και Η. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5567/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ,, ,, ,, ,, 478/2012 - σελ.2 8