Legislator Case Law & Legislation
478/2010 AI generated

478/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 478/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

478/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του ακινήτου αυτού με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα, κατά ποσοστά 15/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομία της μητέρας τους ... που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 26-2-1945, κατά ποσοστά 3/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομία του αδελφού τους ... που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 17-12-1945 και κατά ποσοστά 7/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομία του πατέρα τους ...

Keywords

AI generated
violation of zoning regulations vendor's statutory lien paying agent right of access in property mandatory rules allotment of parking spaces
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 478 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδηα και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μουράβα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μακρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 12-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και β) με την από 25-2-2004 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 29-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α'του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 122,20 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης του ..., επί της οδού ..., συνορεύει όπως αναφέρεται στην απόφαση και εικονίζεται με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΑ στο από μηνός Αυγούστου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., που επισυνάπτεται στην αγωγή.

Οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του ακινήτου αυτού με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα, κατά ποσοστά 15/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομία της μητέρας τους ... που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 26-2-1945, κατά ποσοστά 3/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομία του αδελφού τους ... που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 17-12-1945 και κατά ποσοστά 7/100 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομία του πατέρα τους ...

που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 14-5-1951, τις οποίες κληρονομίες και αποδέχθηκαν αυτοί με την υπ'αριθμ. 2057/16-12-2002 πράξη του συμβολαιογράφου Βόλου Σταματίου Δημητριάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Εκτός, όμως, από την κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, οι ενάγοντες έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον τόσον αυτοί, όσο και οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους νέμονταν το επίδικο με εμφανείς πράξεις νομής ( η μητέρα τους και ο αδελφός τους και με καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946) για περισσότερο από μία εικοσαετία.

Επί του θέματος αυτού σαφής υπήρξε η κατάθεση της μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε ότι πάντοτε οι ενάγοντες επέβλεπαν το επίδικο ακίνητο, ότι εκεί γεννήθηκαν και έμεναν στο σπίτι που υπήρχε μέσα σ'αυτό μέχρι τους σεισμούς, ότι συχνά έρχονταν από την ...

και επισκέπτονταν το επίδικο, το οποίο το είχαν από τη μάνα τους και ότι όταν κατά το έτος 1995 ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης Ζ έβαλε μέσα σ'αυτό κότες διαμαρτυρήθηκαν προς αυτόν και εκείνος τις απομάκρυνε. Η κατάθεση δε αυτή δεν αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Θ, ο οποίος κατέθεσε ότι έβλεπε μέσα στο επίδικο τον Ζ να συλλέγει τα νεράντζια, χωρίς, όμως, να διευκρινίζει αν αυτό το έπραττε με διάνοια κυρίου ή με την ανοχή των εναγόντων.

Άλλωστε, η κατάθεση του μάρτυρα αυτού δεν κρίνεται πειστική, γιατί αυτός τυγχάνει μισθωτής καταστήματος του Ζ. Ακόμη οι ..., ... και ..., εξεταζόμενοι ως μάρτυρες κατά την προανάκριση που διενεργήθηκε σε βάρος του πρώτου ενεγομένου (για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κ.λ.π.), μετά από έγκληση του δικηγόρου των προσεπικληθέντων από την εναγομένη κατά την πρωτοβάθμια δίκη, κατέθεσαν, χωρίς κανένα δισταγμό, η πρώτη ότι " οι ενάγοντες έμεναν στην υπάρχουσα εντός του επιδίκου οικία από τη γέννησή τους και όταν αυτή κατέρρευσε διέμεναν σε παράπηγμα, ενώ οι Ζ και ...

δεν είχαν καμιά σχέση με το επίδικο και έτσι όταν ο Ζ τοποθέτησε μέσα στο επίδικο κοτέτσι τον επέπληξαν, ο δε τρίτος εναγόμενος του επέστησε την προσοχή να μην εισέρχεται στο επίδικο", ο δεύτερος ότι " οι ενάγοντες διέμεναν στο επίδικο" και ο τρίτος ότι "ο Ζ γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο είναι της οικογένειας ...".

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το έτος 1998, η σύζυγος και ο γιός του ανωτέρω Ζ τοποθέτησαν στο επίδικο σιδερένια κατασκευή (πόρτα), αποβάλλοντας έτσι τους ενάγοντες από τμήμα του επιδίκου εμβαδού 88 τ.μ., το οποίο στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα προσδιορίζεται με τα στοιχεία ΗΘΘ'ΕΖΗ. Τότε οι ενάγοντες αντέδρασαν και ζήτησαν από το Ζ να αφαιρέσει τη σιδερένια κατασκευή, πράγμα που υποσχέθηκε ο τελευταίος ότι θα πράξει.

Όμως ο Ζ απέκρυψε από τους ενάγοντες ότι ήδη, με την υπ' αριθμ. 136/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε εκδοθεί επί σχετικής αγωγής του εναντίον τρίτης (...), είχε αναγνωρισθεί κύριος τμήματος του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 108,15 τ.μ. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί εκδήλωση βούλησης του Ζ να νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου, αφού εκδόθηκε ερήμην της τότε εναγομένης ... (με βάση το τεκμήριο ομολογίας της), η οποία δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με το επίδικο ακίνητο, η δε έκδοση της εν λόγω απόφασης επιτεύχθηκε προδήλως για να αποκτήσει ο ανωτέρω τίτλο κυριότητας εν αγνοία των εναγόντων.

Μετά το θάνατο του Ζ, που συνέβη στις 28-11-1999, η σύζυγος αυτού ... και ο γιός τους ... αποδέχθηκαν, με την υπ'αριθμ. 8593/14-4-2003 δήλωσή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Βασιλείου Μακρυγιάννη, την κληρονομία εκείνου, δηλ. το επίδικο ακίνητο των 108,15 τ.μ., με την επίκληση κυριότητας του καθολικού δικαιοπαρόχου τους "από χρησικτησία", σε συνδυασμό με την παραπάνω αναφερόμενη δικαστική απόφαση.

Στη συνέχεια οι εν λόγω κληρονόμοι του Ζ, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Βόλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν το επίδικο ακίνητο στην εναγομένη. Όμως η εναγομένη δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, τέτοια δεν είχαν ούτε οι δικαιοπάροχοί της πωλητές, ούτε ο απώτερος δικαιοπάροχός της Ζ, ενώ κύριοι του επιδίκου από το έτος 1967 είχαν καταστεί με έκτακτη χρησικτησία οι ενάγοντες, οι οποίοι και εξακολούθησαν να έχουν στη νομή τους το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 2003.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ο καθένας κατά τα 25/100 εξ αδιαιρέτου, με τις επικαλούμενες στην αγωγή κληρονομικές διαδοχές, αλλά και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη δεν κατέστη κυρία αυτού, με την παραπάνω αγορά ή με έκτακτη χρησικτησία, και ότι επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ιδίας αυτής κυριότητας επί του επιδίκου και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλήτων, έσφαλε.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 983 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την περιέλευση, με καθολική διαδοχή, της νομής του επιδίκου ακινήτου στους αναιρεσιβλήτους και την άσκηση από αυτούς, με διάνοια κυρίου, πράξεων νομής επί του επιδίκου από το έτος 1946 μέχρι το έτος 2003, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 976, 977, 984, 987 του ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν, η πρώτη και η δεύτερη την κτήση της νομής με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του προηγούμενου νομέα, η τρίτη το περιεχόμενο προσβολής της νομής και η τέταρτη την προστασία του νομέα σε περίπτωση αποβολής του από τη νομή και συνεπώς δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.

Αφετέρου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της άσκησης από τους αναιρεσιβλήτους διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου, με διάνοια κυρίου, επί μία τουλάχιστον εικοσαετία και συνακόλουθα της κτήσης από αυτούς της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού από την αναιρεσείουσα με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο ή με έκτακτη χρησικτησία, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων διατάξεων του ΑΚ.

Ειδικότερα, κατά τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το οποίο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες, οι αναιρεσίβλητοι από το έτος 1946 μέχρι το έτος 2003, που μεταβιβάσθηκε το επίδικο στην αναιρεσείουσα, ασκούσαν συνεχώς επ'αυτού τις περιεχόμενες στις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων πράξεις νομής και συγκεκριμένα, κατοικούσαν αρχικά στην εντός αυτού υπάρχουσα οικία και μετά την κατάρρευσή της από τους σεισμούς του ...

σε παράπηγμα, στη συνέχεια έρχονταν συχνά από την ... και επισκέπτονταν και επέβλεπαν το επίδικο, κατά δε το έτος 1995 επέστησαν την προσοχή του φερόμενου ως απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγομένης Ζ να μην εισέρχεται στο επίδικο και να μη το χρησιμοποιεί ως ορνιθώνα και κατά το έτος 1998 ζήτησαν απ' αυτόν να αφαιρέσει τη σιδερένια πόρτα που είχαν τοποθετήσει στο επίδικο η σύζυγος και ο γιός αυτού, πράγμα το οποίο και υποσχέθηκε ο τελευταίος ότι θα πράξει, δηλαδή ασκούσαν εμφανείς διακατοχικές πράξεις που φανέρωναν τη βούληση αυτών να εξουσιάζουν το επίδικο ως συγκύριοι, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτών (αναιρεσιβλήτων) όλες οι απαιτούμενες από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στο επίδικο από τους αμέσους και απώτερο δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια την απόκτηση από αυτήν της κυριότητας του επιδίκου με αγορά ή με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, μέρος τέταρτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα πράξεις νομής στο επίδικο και ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε ενήργησαν επ'αυτού πράξη νομής, ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα αποδεικνυόταν ότι αυτή και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν τη νομή επί του επιδίκου, με τις συνεχείς διακατοχικές πράξεις που επικαλέσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, και ο τρίτος λόγος, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ.β' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε ενήργησαν επί του επιδίκου ακινήτου πράξεις νομής και ότι στο επίδικο περιλαμβάνεται και ο κοινόχρηστος διάδρομος που το συνδέει με την οδό ..., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 τουΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατ'ορθή εκτίμηση του λόγου αυτού, την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.α'του ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρει στο αναιρετήριο), ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δέχθηκε α) ότι το επίδικο ακίνητο είναι εκτάσεως 122,50 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα αυτό έχει την έκταση που αναφέρεται στο υπ'αριθμ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Βασιλείου Μακρυγιάννη και β) ότι οι ενάγοντες έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ο ισχυρισμός τους αυτός αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα και τους δικαιοπαρόχους της. Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, μέρος τρίτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αυτή και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν επί του επιδίκου πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1960 και εφεξής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη 1) τις καταθέσεις των μαρτύρων της Θ, ...

και ..., 2) τη Δήλωση στο έντυπο Ε9 του απωτέρου δικαιοπαρόχου της Ζ προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αναφορικά με τα ακίνητα που υπήρχαν τη 1-1-1998, 3) την υπ'αριθμ. 121/2001 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου, με την οποία απορρίφθηκε η από 29-7-2000 έγκληση, που είχε υποβάλει ο πρώτος αναιρεσίβλητος εναντίον του δικηγόρου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ...

και 4) το υπ'αριθμ. 6085/5-12-1991 έγγραφο του Δασαρχείου Βόλου, με το οποίο επιτράπηκε στον ανωτέρω δικαιοπάροχό της η υλοτόμηση "τριών ατόμων αυλάνθου", ευρισκομένων εντός του επιδίκου ακινήτου. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, σε συνδυασμό με τη ρητή αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Θ, που γίνεται στην απόφαση, και τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος και ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητοι από το έτος 1946 μέχρι το έτος 2003, που μεταβιβάσθηκε το επίδικο στην αναιρεσείουσα, ασκούσαν συνεχώς επ'αυτού, με διάνοια κυρίου, τις περιεχόμενες στις καταθέσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων συγκεκριμένες πράξεις νομής, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο, μέρος τέταρτο, της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 12, 13, 17, και 20 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, "παραβίασε την αποδεικτική δύναμη που ορίζει ο νόμος για ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως τα έγγραφα του Δασαρχείου Βόλου, τα ιδιωτικά συμφωνητικά κ.λ.π., εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης της αγωγής, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές διατάξεις και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ως προς ποιά αποδεικτικά μέσα παραβίασε εκείνο το δικαστήριο τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική τους δύναμη, σχετικά με ποιόν ισχυρισμό εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου, ποιές είναι οι αντιφατικές διατάξεις που έχει η προσβαλλόμενη απόφαση και τέλος ποιό είναι το συγκεκριμένο έγγραφο, του οποίου παραμορφώθηκε το περιεχόμενο από το δικαστήριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.55/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ