Legislator Case Law & Legislation
478/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for admitting inadmissible evidence and awards costs to the appellees.

Case Number 478/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's dismissal of their claim. The appellant argued the lower court improperly considered an inadmissible receipt issued by a non-party, while the appellees contended the evidence was legally excluded. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence's weight and did not violate procedural rules by considering it.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 324 KPolD: An appeal based on the failure to consider relevant facts is inadmissible if the facts are not autonomous claims, and a violation of the principle of res judicata exists only when the same parties and subject matter are involved in a new suit.

Keywords

AI generated
admissibility of evidence principle of res judicata court of first instance inadmissible documents appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 324 KPolD
Art. 340 KPolD
Art. 559 no. 12 KPolD

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 11/1996
O.A.P. 14/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 478 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Μπουρνέλη.

Των αναιρεσιβλήτων:1....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Πρόκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. και

2.ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "CAPITAL ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μπαλταζάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7194/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3629/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεση, της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, (βλ.

Ολ. Α.Π. 11/1996), όχι δε και ισχυρισμοί αόριστοι ή μη νόμιμοι και άρα επουσιώδεις, οπότε η παράλειψη του δικαστηρίου να τους λάβει υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο (Ολ. Α.Π. 14/2004) Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 του ίδιου κώδικα δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7194/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ... και της Ανώνυμης Εταιρείας "CAPITAL, Χρηματιστηριακή Α.Ε.", με την οποία, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου και των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης που είχε ως συνέπεια την επέλευση βλάβης στην περιουσία του, διότι ο πρώτος ιδιοποιήθηκε παράνομα 2.100 μετοχές της ΕΤΕ που του ανήκαν, οι δε εκπρόσωποι της δεύτερης συνήργησαν κατά την τέλεση της πράξης αυτής της υπεξαίρεσης, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση τους να του αποδώσουν τις εν λόγω μετοχές καινά του καταβάλουν 2.205.000 δρχ., διαφυγόντα κέρδη από μερίσματα των μετοχών του έτους 1995.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως του προβάλλει ότι με την 8076/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε σε δίκη επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής μεταξύ της εταιρείας ... και της κόρης του τελευταίου, ως ανακοπτόντων, και αυτού (αναιρεσείοντος) ως καθού η ανακοπή, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αντιδίκων του (ανακοπτόντων) ότι το προϊόν της εκποιήσεως των προαναφερόμενων 2.100 μετοχών απετέλεσε δάνειο εκ μέρους του στην άνω εταιρεία ..., και ότι από την τελεσίδικη αυτή απόφαση, έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο δέσμευε και το ως άνω δικαστήριο που έκρινε επί της ήδη ένδικης αγωγής του.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του δεδικασμένου, αφού αφενός δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και αφετέρου δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου. Επομένως, το εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη του τον μη ουσιώδη αυτό ισχυρισμό. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποί προβάλλεται ότι το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμό υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος.

II.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν από την προσβαλλομένη απόφαση αποδεικνύεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός από αυτά και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του ως προς το ουσιαστικά αβάσιμο της αγωγής κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις την προαναφερόμενη 8076/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του.

Συνεπώς ο δεύτερος αυτός λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

III.- Η διάταξη του άρθρου 447 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος έχει εφαρμογή κατά την σαφή έννοια αυτής, όταν το έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει προς άμεση απόδειξη και όχι προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), τα οποία επιτρέπονται (395 ΚΠολΔ) εφόσον δεν έχει αποκλεισθεί η απόδειξη με μάρτυρες, και τα οποία μπορεί να συναχθούν από κάθε είδους έγγραφα, αρκεί να μην αμφισβητείται η γνησιότητά τους και να μη συντάχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πριν ή κατά τη δίκη ειδικώς με το σκοπό να χρησιμεύσουν σ' αυτήν ως αποδεικτικό μέσο.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τη δίκη ενώπιον αυτού και εκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων επί των αποδεικτέων θεμάτων, για τα οποία είχαν επιτραπεί μάρτυρες, και την από 5.1.1996 απόδειξη του εκδότη ..., που δεν ήταν διάδικος στη δίκη, και με την οποία βεβαίωνε ότι είχε παραλάβει από τον αναιρεσίβλητο ...το ποσό των 24.370.394 δρχ., η γνησιότητα της οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του που κατέθεσε στο Εφετείο, και για την οποία δεν δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, είτε κατά πρόταση του αναιρεσείοντος είτε αυτεπαγγέλτως, ότι εκδόθηκε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην ενώπιον του δίκη, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται από το νόμο.

Κατ' ακολουθία, ο αντίθετος, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται από το νόμο, ήτοι την εν λόγω απόδειξη του ... που, προσκομίσθηκε από τους αναιρεσίβλητους, η οποία δήθεν δεν μπορούσε να αποτελέσει απόδειξη υπέρ αυτών, διότι αφενός μεν δεν την προσκόμισε αυτός (αναιρεσείων) αφετέρου δε συντάχθηκε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, είναι αβάσιμος.

IV.- Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 του ίδιου κώδικα, τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα.

Δεν υπάρχει, επίσης, παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επομένως ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με εκείνη προσέδωσε πλήρη (αυξημένη) αποδεικτική δύναμη στην προαναφερόμενη από 5.1.1996 απόδειξη παραλαβής του ..., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο οικείο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με το να μνημονεύσει δε ρητά την πιο πάνω απόδειξη, δεν προσέδωσε σ' αυτή αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που της προσδίδει ο νόμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-9-2004 αίτηση του ...για αναίρεση της υπ' αριθ. 3629/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ