Legislator Case Law & Legislation
478/2007 AI generated

478/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 478/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1694/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6670/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/10/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

478/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η 184/2006 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται και στους δύο λόγους αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως η παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ.3 του ν.2579/1998 ( η παρ. 1) και 42 του ν. 2721/1999 ( η παρ. 2).

Keywords

AI generated
cessation of benefits cessation of disability pension suspension of unemployment benefits unemployment insurance financing reduction of helplessness allowance dismissal of testamentary executor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 478 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 478/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και Δημοσίας Τάξεως, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κούλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1694/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6670/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/10/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η 184/2006 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται και στους δύο λόγους αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως η παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ.3 του ν.2579/1998 ( η παρ. 1) και 42 του ν. 2721/1999 ( η παρ. 2).

Η διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζει ότι, το προσωπικό του κεφαλαίου αυτού, εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.

Εξάλλου η παράγραφος 1 του άρθρου 55 του ίδιου ΠΔ ορίζει ότι, με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής: α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ έτη και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών.

β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα έτη και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. Περαιτέρω, η παρ. 4 του άρθρου 55 του ίδιου ΠΔ ορίζει ότι, το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, όταν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορεί να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το επικουρικά ασφαλισμένο το 40% και το μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της αποζημίωσης που ορίζεται από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.

Στο προσωπικό αυτό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50, 51, 52 και 53, εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το μισό από αυτήν που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, το ως άνω προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που απολύεται λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του, δικαιούται το 50% της ανωτέρω αποζημιώσεως, ανεξαρτήτως αν θεμελιώνει πλήρες ή μειωμένο δικαίωμα συνταξιοδότησης και δικαίωμα προς λήψη επικουρικής σύνταξης και ανεξαρτήτως αν είχε συμπληρώσει προηγουμένως το χρόνο για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και δεν είχε αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά είχε επιλέξει να παραμείνει στην εργασία του μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας.

Ο υπολογισμός της αποζημίωσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ΠΔ 410/1988 θα γίνει με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, όταν και γίνεται δικαστικώς επιδιώξιμη η απαίτησή του και αρχίζει παραγραφή της. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:

Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη την 1-3-1978, με απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ,ως τραπεζοκόμος και τοποθετήθηκε στη σχολή αστυφυλάκων Φιλαδέλφειας. Μετά από συνεχείς ανανεώσεις της σύμβασής του, κατατάχθηκε με την υπ' αριθ. 6017/30ια/15-8-1987 απόφαση του ίδιου Υπουργού σε προσωρινή θέση, ως βοηθός μαγείρου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συστήθηκε αυτοδίκαια με την 6017/1/30ιβ/5-7-1987 διαπιστωτική πράξη.

Στις 20-3-1997, ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη γήρατος, πλην όμως εξακολούθησε να εργάζεται στην ίδια θέση, δυνάμει της 72205/Ζ/11/17-11-1997 απόφασης του ανωτέρω Υπουργού. Την 1-1-2003, η εν λόγω εργασιακή σύμβαση λύθηκε αυτοδικαίως, με την 72205/Γ/εστ/30-12-2002 απόφαση του προϊσταμένου του κλάδου διοικητικού, λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του.

Εφόσον ο αναιρεσίβλητος απολύθηκε από το αναιρεσείον λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας του και εφόσον δικαιούται σύνταξης εξ ιδίας υπηρεσίας, του οφείλεται αποζημίωση, κατά την εφαρμοζόμενη στην περίπτωση διάταξη του εδ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 55 του ΠΔ 410/1988, η οποία ανέρχεται στο ήμισυ της οριζόμενης στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου.

Η εν λόγω αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Η αξίωση αυτή δεν έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή, κατά το άρθρο 90 του ν. 2362/1995, δεδομένου ότι γεννήθηκε την 1-1-2003, δηλαδή από το χρόνο της αυτοδίκαιης απόλυσης, λόγω συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του και όχι από το χρόνο της συνταξιοδότησής του (20-3-1997) η δε αγωγή επιδόθηκε στις 27-6-2003.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο η πιο πάνω αποζημίωση, αφού απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που πρότεινε το αναιρεσείον. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την επιδίκαση της αποζημίωσης, τον υπολογισμό της και την παραγραφή της αξίωσης, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 49 και 55 του ΠΔ 410/1988 και 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Το Εφετείο, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι, ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από το αναιρεσείον την 1-3-1978 με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του με επίκληση από τους διαδίκους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

Το αναιρεσείον πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1318/2-11-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6670/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Kρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ